Εκτύπωση

Τί είναι Πάσχα;
Το Πάσχα είναι ο προορισμός ενός ταξιδιού, ενός μεγάλου ταξιδιού, είναι το ζητούμενο, το τέλος, της λέξης τέλος λαμβανομένης με την αρχαιοελληνική έννοια, δηλαδή του σκοπού. Είναι η προσδοκία του κάθε ανθρώπου. Και λέω του κάθε ανθρώπου γιατί το Πάσχα είναι η προσδοκία όχι μόνον ενός Χριστιανού, αλλά είναι η προσδοκία κάθε ανθρώπου ακόμη κι αν αυτός δεν το γνωρίζει. Είναι το πέρασμα. Για αν αντιληφθούμε τί σημαίνει Πάσχα, θα πρέπει αρχικά να δούμε από πού λαμβάνει το όνομά του.
Πάσχα είναι ο εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης Πεσάχ, που σημαίνει πέρασμα. Για τους εβραίους, οι οποίοι κι εκείνοι εόρταζαν και μέχρι σήμερα εορτάζουν το Πάσχα ήταν το πέρασμα από τη δουλεία της Αιγύπτου στην ελευθερία. Το οποίο νοηματοδοτείτο αυτή ακριβώς η ελευθερία από το πέρασμα, από τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας.
Για τον Χριστιανό τώρα, το Πάσχα συνεχίζει να είναι ένα πέρασμα, αλλά είναι ένα πέρασμα από τη δουλεία της φθοράς και του θανάτου στην ελευθερία της ζωής. Για αυτό και το Πάσχα είναι η εορτή των εορτών, είναι αυτό το οποίο νοηματοδοτεί όλη την Εκκλησία. Όμως, επειδή, όπως προείπαμε, αποτελεί τον προορισμό ενός ταξιδιού για να αντιληφθούμε αυτόν ακριβώς τον προορισμό, θα πρέπει λίγο να περιδιαβούμε το ταξίδι, το οποίο ταξίδι δεν είναι τίποτε άλλο από το Τριώδιο.

Ξεκινάει από το Τριώδιο, δηλαδή το ταξίδι;
Ακριβώς.

Και το Τριώδιο τί είναι, όταν λέμε ξεκινάει το Τριώδιο, το συνηθίζουμε, αλλά στην ουσία;
Ακριβώς. Λέμε ξεκίνησε το Τριώδιο ή άνοιξε το Τριώδιο. Τί είναι το Τριώδιο; Είναι ένα βιβλίο. Όπως ακριβώς το ακούτε. Ένα μεγάλο βιβλίο, το οποίο γιατί λέγεται Τριώδιο; Διότι ενώ στην Εκκλησία πάντοτε στον Όρθρο είθισται οι κανόνες οι οποίοι ψάλλονται να έχουν 9 ωδές ο καθένας, οι κανόνες που το Τριώδιο περιλαμβάνει έχουν μόνο 3 ωδές. Τρεις, λοιπόν, ωδές → Τριώδιο. Από αυτές τις 3 ωδές, επειδή το νόημά τους το θεολογικό είναι τόσο ισχυρό, πήρε την ονομασία ολόκληρο το βιβλίο. Τριώδιο είναι το βιβλίο αυτό το οποίο διαβάζεται και στην ουσία μάς προετοιμάζει στο να καταφέρουμε κι εμείς να βιώσουμε το Πάσχα.

Είναι δηλαδή για προετοιμασία.
Ακριβώς. Είναι μια καθαρή προπαρασκευαστική περίοδος.

Προπαρασκευαστική. Ας ξεκινήσουμε από εκεί. Δηλαδή, ποια είναι αυτή η προπαρασκευαστική περίοδος;
Λοιπόν, κάθε μεγάλη γιορτή στην Εκκλησία έχει οπωσδήποτε μία προπαρασκευαστική περίοδο, ώστε ο Χριστιανός να μπορέσει να εισαχθεί ομαλά σε αυτήν την εορτή. Βλέπουμε για παράδειγμα ότι προπαρασκευαστική περίοδο έχουν τα Χριστούγεννα, προπαρασκευαστική περίοδο, μία ολόκληρη προπαρασκευαστική περίοδος είναι ο Δεκαπενταύγουστος, που μας προετοιμάζει για την Κοίμηση της Παναγίας.
Αφού, λοιπόν, οι άλλες οι εορτές, οι μεγάλες εορτές έχουν προπαρασκευαστική περίοδο, δεν θα μπορούσε η εορτή των εορτών, η μεγαλύτερη εορτή όλων των εορτών να μην έχει. Έτσι, λοιπόν, έχει το Τριώδιο.


Αρχικά, προπαρασκευαστική περίοδος για το Πάσχα ήταν μόνο η Μεγάλη Εβδομάδα, δηλαδή το Τριώδιο ξεκινούσε το Σάββατο του Λαζάρου και ολοκληρωνόταν το Μεγάλο Σάββατο το βράδυ. Στη συνέχεια προσετέθησαν οι έξι εβδομάδες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ενώ στη συνέχεια προσετέθησαν άλλες τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, δηλαδή στην ουσία έχουμε την εντατική προετοιμασία της Μεγάλης Εβδομάδος, την προετοιμασία και την προπαρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και έχουμε πλέον και μία προετομασία για την προετοιμασία, που είναι οι τρεις εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Έτσι, φτάσαμε σήμερα, από πολύ νωρίς μάλλον, ήδη από τους πρώτους αιώνες, το Τριώδιο να ξεκινάει ακριβώς δέκα εβδομάδες πριν από το Πάσχα και έτσι να μιλάμε για 70 ημέρες ψυχοσωματικής προετοιμασίας.

Άρα είναι πολύ περισσότερες από τις 40, που προετοιμαζόμαστε ψυχοσωματικά.
Ακριβώς. 70 ολόκληρες ημέρες, στις οποίες πλέον, από την εβδομηκοστή μέρα, εάν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε τον χρόνο να λειτουργεί αντίστροφα, ήδη ξεκινάει ο Χριστιανός ένα βήμα. Ένα βήμα μέχρι να φτάσει τελικά στην εβδομηκοστή ημέρα, που είναι η μέρα του Πάσχα.

Και την πρώτη Κυριακή του Τριωδίου, τί εορτάζουμε; Με τί ξεκινάμε;
Πολύ ωραία. Η πρώτη Κυριακή θα λέγαμε μας εισάγει στο κλίμα της Εκκλησίας. Μας εισάγει στο πνεύμα, το οποίο, βέβαια, θα έπρεπε να επικρατεί όλο τον χρόνο, αλλά εντατικοποιείται κυρίως εκείνη την περίοδο, η οποία Κυριακή είναι η Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου.
Γνωστή η παραβολή. Ανεβαίνουν στο Ιερό δύο άνθρωποι, ο ένας ήταν Τελώνης, ο άλλος Φαρισαίος. Και για να ερμηνεύσουμε, για να μεταφράσουμε με σημερινές έννοιες τους δύο όρους, ο Τελώνης ήταν ο φοροεισπράκτορας, όμως, ο φοροεισπράκτορας εκείνος ο οποίος εισέπραττε τους φόρους για τους Ρωμαίους, του οποίου, όμως, του έδινε ο νόμος το δικαίωμα να κάνει όσες προσαυξήσεις ήθελε. Άρα, ο Τελώνης δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα σημερινό τοκογλύφο. Ενώ ο Φαρισαίος αντίστοιχα ήταν ο τηρητής τού νόμου, ο διδάσκαλος, ο καθώς πρέπει. Θα μπορούσαμε να πούμε κάτι σαν ένας καθηγητής Θεολογίας του Πανεπιστημίου ή ένας ανώτατος κληρικός τής εποχής εκείνης.
Πηγαίνουν, λοιπόν, και οι δύο στο Ιερό και ξεκινάει ο μεν Φαρισαίος να προσεύχεται: «Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου, που δεν είμαι έτσι, που δεν είμαι κλέφτης, που δεν είμαι άρπαγας, που νηστεύω, που κάνω ελεημοσύνες, κλπ.». Δηλαδή, ξεκινάει ο Φαρισαίος προσευχόμενος να εξιστορεί όλα τα του τα καλά έργα, να περιαυτολογεί, δηλαδή. Και μάλιστα, είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο Φαρισαίος στην προσευχή του αυτή δεν λέει ψέμματα. Ό,τι λέει, το κάνει όντως. Όντως νηστεύει, όντως αποδεκατεί τα υπάρχοντά του, όντως, ό,τι λέει όντως το κάνει. Αντιθέτως, λέει, ο Τελώνης, ο τοκογλύφος, ο περιθωριακός για τις ημέρες τις δικές μας, ο εγκληματίας, ο άνθρωπος της νύχτας, ο τελειωμένος, ας μη μας τρομάζουν οι λέξεις, καθόταν πίσω-πίσω στο Ιερό, γονατιστός, τύπτοντας το στήθος του, χτυπώντας το στήθος του, έλεγε μόνο μία φράση: Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Θεέ μου, λυπήσου με τον αμαρτωλό. Και καταλήγει, βέβαια, η περικοπή, ότι ο Φαρισαίος έφυγε από το Ιερό καταδικασμένος από το Θεό, ενώ ο Τελώνης έφυγε μάλλον δεδικαιωμένος, πολύ περισσότερο εξαγνισμένος από ό,τι ο Φαρισαίος. Για ποιο λόγο; Γιατί ο Τελώνης δεν είχε καμία αρετή, είχε όμως μία, η οποία αναπλήρωνε όλες τις άλλες και δεν είναι άλλη από την ταπείνωση. Αντιθέτως, ο Φαρισαίος μπορεί να είχε όλες τις άλλες αρετές, αλλά είχε ένα πάθος το οποίο κατέστρεφε όλες τις άλλες αρετές του, το οποίο πάθος δεν είναι άλλο από την υπερηφάνεια.
Έτσι, λοιπόν, πρώτη, με την έναρξη του Τριωδίου η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει ότι κοίτα Χριστιανέ, κοίτα άνθρωπε, τώρα θα μπεις σε ένα στάδιο, σε μία περίοδο αγώνων, δοκιμασίας, κάθαρσης, προσευχής και κανόνισε ό,τι κάνεις να το επισφραγίσεις με την ταπείνωσή σου, ώστε να είναι αρεστό στο Θεό. Διαφορετικά, οτιδήποτε και αν κάνεις, εάν έχεις την αλαζονεία και την υπερηφάνεια του Φαρισαίου, θα έχεις ακριβώς κι εσύ την κατάληξη του Φαρισαίου. Όλα αυτά θα γίνουν θυσία προς το διάβολο και όχι προς το Θεό. Αφού η ταπείνωση, σύμφωνα με την Εκκλησία και τους Πατέρες της Εκκλησίας αποτελεί τη μόνη μέθοδο δικαιώσεώς μας απέναντι στο Θεό. Είναι η πρώτη όλων των αρετών, χωρίς την οποία όλες αναιρούνται, όλες κατανικώνται και όλες καταργούνται από τον εγωισμό μας.

Μας είπατε πριν τί γιορτάζουμε την πρώτη Κυριακή τού Τριωδίου. Τη δεύτερη Κυριακή;
Τη δεύτερη Κυριακή, το δεύτερο σκαλοπάτι, αφού την πρώτη Κυριακή η Εκκλησία μας μας διδάσκει την ταπείνωση, τη δεύτερη Κυριακή μας προβάλλει μία άλλη παραβολή, εκείνη του Ασώτου Υιού, η οποία παραβολή αποτελεί το Ευαγγέλιο του Ευαγγελίου. Και μάλιστα, θα πουν χαρακτηριστικά οι Πατέρες της Εκκλησίας ότι ακόμη και αν χανόταν όλο το Ευαγγέλιο και παρέμενε μόνο η παραβολή του Ασώτου Υιού, δεν θα χάναμε τίποτα από το νόημα και το πνεύμα τού Ευαγγελίου.
Και αυτή γνωστή. Ένας πατέρας, ποιος είναι ο πατέρας; Ο Θεός. Έχει δύο γιους. Ποιοι είναι οι γιοι; Όλοι εμείς. Ο ένας, λοιπόν, από τους δύο, ο μικρότερος, μάλιστα, θα του πει κάποια στιγμή «δώσμου ό,τι μου ανήκει, διότι θέλω να φύγω». Πόσοι δεν είναι αυτοί, οι οποίοι κυρίως την περίοδο της νεότητάς τους θέλουν να κάνουν την επανάστασή τους και να απομακρυνθούν από το Θεό. Νόμιζε ο μικρός γιος ότι το να ζει μαζί με τον Πατέρα ήταν μία δέσμευση, μία φυλακή. Όπως πολλές φορές και ο άνθρωπος νομίζει ότι το να ζει κοντά στο Θεό, ακολουθώντας τις εντολές τού Θεού, αποτελεί έναν περιορισμό. Έτσι, λοιπόν, ο μικρός γιος φεύγει. Ο Πατέρας δεν θα του πει κάτσε, μη, θα τον αφήσει στην απόλυτη ελευθερία του, στην απόλυτη ελευθερία όπως μας αφήνει ο Θεός όλους μας. Θα φύγει ο μικρός γιος, θα πάει, λέει, σε μία χώρα μακρινή, όπου θα φάει όλη του την ουσία. Και το Ευαγγέλιο δεν λέει ότι θα φάει όλη την περιουσία του, αλλά όλη την ουσία του. Αλλά πολύ σύντομα, λέει, θα έρθει πείνα.
Πάντοτε η απομάκρυνση από το Θεό τον πρώτο καιρό μας χαροποιεί, μέχρι να κορεσθεί πλέον ο άνθρωπος. Όταν θα κορεστεί, θα αντιληφθεί το κενό του και θα δει ότι η ζωή που ζει μακριά από το Θεό είναι μία ζωή μιζέριας και απόλυτης κατάπτωσης. Θα βόσκει χοίρους, θα πέσει πολύ χαμηλά, ώστε κάποια στιγμή να έρθει σεαυτόν, όπως λέει το Ευαγγέλιο και να σκεφτεί «μα, πόσοι δούλοι του Πατέρα μου κάθονται στο σπίτι και ζουν πλουσιοπάροχα. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Θα επιστρέψω και θα του ζητήσω να με δεχτεί πίσω, όχι ως γιο του, αλλά ως έναν από τους δούλους.». Το οποίο και κάνει. Επιστρέφει. Ο Πατέρας τον περιμένει στην είσοδο του σπιτιού, δεν τον ρωτάει «πού ήσουν, τί έκανες, στα είπα εγώ, καλά να πάθεις», αλλά τον αγκαλιάζει, του βάζει καινούρια ρούχα και δίδει εντολή να γίνει μεγάλη γιορτή, διότι επέστρεψε ο μικρός του γιος.
Και την ώρα που γίνεται το μεγάλο γλέντι αυτό, επιστρέφει ο μεγάλος γιος από το χωράφι, ακούει όλο αυτό το γλέντι, ρωτάει έναν από τους δούλους τί συμβαίνει, του λέει ο δούλος, και τότε οργισμένος ο μεγάλος γιος δεν ήθελε να μπει, θεωρώντας ότι δεν άξιζε αυτή η γιορτή στον μικρό του αδερφό.
Σπουδαία νοήματα. Θα μπορούσε μόνο για αυτήν την παραβολή κανείς να μιλάει ολόκληρες ημέρες. Η αγάπη του Θεού-πατέρα, το κατάντημα της αμαρτίας, η δύναμη της μετάνοιας, η οποία σβήνει τα πάντα, και από την άλλη ο μεγάλος γιος, ο οποίος συμβολίζει το σημερινό θρησκόληπτο, ο οποίος νομίζει ότι ο Παράδεισος του ανήκει, ο οποίος νομίζει ότι είναι καλύτερος από όλους και ο οποίος σε κάθε πνευματική χαρά τού διπλανού του, τον οποίο θεωρεί αμαρτωλό, αντί να χαρεί, λυπείται και οργίζεται.
Και τελικά κλείνει αυτή η παραβολή με τον μικρό γιο να βρίσκεται μέσα στο γλέντι, δηλαδή μέσα στη Βασιλεία του Θεού, ενώ με το μεγάλο γιο, ο οποίος δεν απομακρύνθηκε ποτέ δίπλα από τον Πατέρα του, έστω και σωματικά, να βρίσκεται έξω.

Κατ’ επιλογή του, βέβαια, αυτό.
Με επιλογή του, ακριβώς. Δεν τον αφήνει και πάλι, δεν τον αφήνει ο εγωισμός. Ο εγωισμός, ο οποίος είδαμε να κατατρώει και να καταστρέφει τον Φαρισαίο της προηγούμενης Κυριακής, ο ίδιος εγωισμός καταστρέφει και το μεγάλο γιο.
Άρα βλέπουμε πώς έρχεται η δεύτερη Κυριακή να συμπληρώσει την πρώτη.
Είναι ο εγωισμός και το ενδόμυχο μίσος απέναντι στον άλλον.
Ας σκεφτούμε λίγο όλους αυτούς τους θρησκόληπτους ανθρώπους, οι οποίοι δυστυχώς μπορεί να είναι μέρα νύχτα στην Εκκλησία, από μικρά παιδιά στην Εκκλησία, αλλά ποτέ δεν αντιλήφθησαν ποιο είναι το πνεύμα της Εκκλησίας. Άνθρωποι οι οποίοι κατατρώγονται από τα πάθη τους, από την κακία τους, από τον εγωισμό τους. Άνθρωποι οι οποίοι θεωρούν ότι μόνον εκείνοι τηρούν τις εντολές του Θεού και καταδικάζουν όλους τους άλλους.

Μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι είναι σαν να γίνεται κάτι μηχανικά, να έχει χάσει όλη την ουσία και να γίνεται μηχανικά αυτό το πράγμα.
Ακριβώς. Όπως ακριβώς μηχανικά βρισκόταν ο μεγάλος γιος όλα αυτά τα χρόνια δίπλα στον Πατέρα. Μπορεί σωματικά να ήταν εκεί, αλλά πνευματικά δεν ήταν εκεί. Αντιθέτως, ο μικρός γιος μπορεί σωματικά να έλειπε, αλλά σκεφτόταν τον Πατέρα. Ο μικρός γιος, για να το πούμε έτσι πολύ απλά και κατανοητά, είχε κότσια. Είχε κότσια αρχικά να φύγει, να εγκαταλείψει τον Πατέρα του, αλλά είχε ακόμη μεγαλύτερο θάρρος να πει «θα ρίξω τα μούτρα μου και θα γυρίσω στον Πατέρα».
Για αυτό και η πνευματική ζωή σήμερα χρειάζεται κότσια. Αυτό που έλεγε ο όσιος Παΐσιος, ότι ο Θεός μας θέλει λεβέντες, μας θέλει άρχοντες, δεν μας θέλει κακομοίρηδες.
Ο μεγάλος γιος ήταν κακομοίρης. Ήταν δίπλα στον Πατέρα αλλά στην ουσία ποτέ δεν υπήρξε δίπλα στον Πατέρα. Αντιθέτως, ο μικρός έκανε την επανάστασή του απέναντι στον Πατέρα και μετά είχε το θάρρος να κάνει και την επανάστασή του απέναντι στην αμαρτία. Και τελικά δικαιώνεται. Ενώ ο μεγάλος, ο αναμάρτητος, δεν αμάρτησε ποτέ, πάντοτε, όμως, ενδόμυχα ήθελε να αμαρτήσει, για αυτό και ήταν πολύ χειρότερες από τον μικρό τον αμαρτωλό.
Για αυτό και πάρα πολλοί λένε ότι μπορούμε να μιλάμε όχι για την παραλαβή του Ασώτου Υιού, γιατί τελικά ποιος ήταν άσωτος από τους δύο, ο μικρός ή ο μεγάλος; Μάλλον ο μεγάλος.

Πάμε στην τρίτη Κυριακή.
Πάμε στην τρίτη Κυριακή. Την Κυριακή της Απόκρεω. Δηλαδή, την Κυριακή των Αποκρεών. Η Εκκλησία, θα πρέπει να πούμε, ότι η νηστεία δεν ξεκινάει την Καθαρά Δευτέρα, αλλά ξεκινάει μία εβδομάδα πριν, όπου κατ’ αυτήν την εβδομάδα την προ της Καθαρά Δευτέρας έχουμε κατάλυση σε γαλακτοκομικά, αυγά, κλπ., αλλά δεν έχουμε κατάλυση σε κρέας.

Εξ ου και το Απόκρεω. Είναι σύνθετη λέξη.
Ακριβώς, Απόκριες. Από αυτήν την Κυριακή, την τρίτη Κυριακή, ο Χριστιανός από την επομένη, δηλαδή την Δευτέρα, θα απέχει από το κρέας. Εξ ου και Κυριακή των Αποκρεών.
Τί εορτάζουμε την Κυριακή αυτή; Γιορτάζουμε, μάλλον θυμόμαστε, σκεφτόμαστε την Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου. Είδαμε ότι στην πρώτη και τη δεύτερη Κυριακή τού Τριωδίου η Εκκλησία μάς υπενθύμισε πόσο ελεήμων, πολυέλεος και φιλεύσπλαχνος είναι ο Θεός. Τώρα, όμως, έρχεται να μας πει ότι, ναι μεν, είναι όλα αυτά, αλλά συγχρόνως είναι και δίκαιος Κριτής, ο οποίος κατά την Δευτέρα Παρουσία θα μας κρίνει. Και πώς θα μας κρίνει; Το πώς θα μας κρίνει το διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο, το οποίο ακούμε στις Εκκλησίες εκείνη την ημέρα, το οποίο προέρχεται από τον Ματθαίο, ότι όταν, λέει, θα έρθει ο Χριστός μέσα στη δόξα του, τότε, λέει, θα τους μαζέψει όλους και θα τους κάνει τις εξής ερωτήσεις.
Επείνασα γαρ, και δώκατέ μοι φαγήν. Εδίψησα και εποτίσατέ με. Ξένος ήμην και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθαί με, εν φυλακή ήμην και ήλθατε προς με.
Με λίγα λόγια εσείς, λέει, θα μπείτε στη Βασιλεία μου γιατί πείνασα και με ταΐσατε, επειδή δίψασα και με ποτίσατε, γιατί ήμουν ξένος και με βάλατε στο σπίτι σας, γιατί ήμουν γυμνός και με ντύσατε, γιατί ήμουν άρρωστος και με επισκεφθήκατε, γιατί ήμουν στην φυλακή και ήρθατε να με δείτε. Ενώ αντίστοιχα, εκείνους τους οποίους θα τους οδηγήσει στην κόλαση, θα τους οδηγήσει στην κόλαση επειδή ακριβώς δεν έκαναν όλα τα παραπάνω.
Με πόση σοφία οι Πατέρες της Εκκλησίας ορίζουν την κάθε Κυριακή! Μας καλούν από την Κυριακή της Απόκρεω σε νηστεία. Μας καλούν σε μία πνευματική εγρήγορση, μας καλούν σε πνευματικούς αγώνες, αλλά συγχρόνως μας λένε ότι δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε και τον διπλανό μας. Η Τεσσαρακοστή δεν είναι μια περίοδος όπου είμαι μόνος εγώ, μόνος μόνο Θεό. Είναι μια περίοδος όπου είμαι εγώ με το Θεό και εγώ με τους συνανθρώπους μου, τους διπλανούς μου.

Συλλογική, δεν είναι ατομική.
Ακριβώς, η Εκκλησία δεν αφήνει κανένα απολύτως παραθυράκι. Συνήθως ο νόμος αφήνει παραθυράκια τα οποία εκμεταλλεύονται οι έξυπνοι δικηγόροι. Η Εκκλησία δεν αφήνει κανένα απολύτως παραθυράκι. Μόλις πας να ξεφύγεις από κάπου, θα σου βάλει αμέσως το φρένο, το όριο.
Δευτέρα Παρουσία, λοιπόν,