diax
Agioi1

Ἅγιος Μεθόδιος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Ὀλύμπου (20 Ιουνίου)

5ἶναι ἄγνωστο ἀπό ποῦ καταγόταν ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Μεθόδιος, ὁ ὁποῖος ἄθλησε κατά τούς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὑπῆρξε κατ’ ἀρχάς μέν Ἐπίσκοπος τοῦ ἐν Λυκίᾳ Ὀλύμπου, ἔπειτα δέ Ἐπίσκοπος Τύρου (τῆς Φοινίκης), κατ’ ἄλλους δέ Ἐπίσκοπος Φιλίππων τῆς Μακεδονίας. Τό ἀναφερόμενο ὅτι διετέλεσε Ἐπίσκοπος Πατάρων εἶναι ἀναληθές, προελθόν ἐκ τοῦ περί Ἀναστάσεως διαλόγου του, ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα στά Πάταρα. Διαπρεπής ἀρχιερεύς καί πλατωνικός φιλόσοφος, διακρινόταν γιά τήν ἐμμονή του στήν πίστη καί τήν παράδοση καί κατατάσσεται στούς κορυφαίους θεολόγους τῆς ἐποχῆς του, ἀγωνισθείς σφοδρῶς κατά τοῦ Ὠριγένους καί τῶν ὀπαδῶν αὐτοῦ. Κατά τόν ἐπί Διοκλητιανοῦ ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν κηρυχθέντα διωγμό, συνελήφθη καί ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο, τό 311 μ.Χ., στή «Χαλκίδα τῆς Ἑλλάδος καί οὐχί τῆς Συρίας», κατά νεώτερες ἐπιστημονικές ἔρευνες. Κατ’ ἄλλους, ἀσθενῶν, ἐφονεύθη διά μαχαίρας ὑπό ὑπηρέτου, τόν ὁποῖο οἱ Ὠριγενιστές εἶχαν δώσει σέ αὐτόν. Ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης στόν ἑορταστικό Κανόνα τῆς μνήμης τοῦ Ἁγίου (Ὠδή Γ’, τροπ. 1) ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς ἐπί τοῦ προκειμένου γιά τόν Μεθόδιο: «Ἐπιπολάζουσαν ἰδών, τήν Ὠριγένους ἀπάτην, ὡς ὑπάρχων ἄριστος ποιμήν, τῷ θείῳ πυρί συντόμῳ ἔφλεξας, πᾶσαν ἐκείνου τήν ἀχλύν, τήν ἀπαστράπτουσαν αἴγλην, ἅψας τῆς σοφίας σου, θεόληπτε». Γιά τό μαρτυρικό του θάνατο ἐκφράζεται (Ὠδή Α’, τροπ. 3) κατ’ αὐτόν τόν τρόπο: «Στέφει τοῦ μαρτυρίου, ἱερωσύνης τε μύρῳ, παμμάκαρ κοσμούμενος, δι’ ἀμφοτέρων ἤστραψας, ὅθεν τῆς ἀληθεστάτης, καί θεοειδοῦς κληρουχίας τετύχηκας».
Ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Πατάρων πού τιμᾶται ἀπό τήν Ἐκκλησία ἑορτάζεται τήν 20η Ἰουνίου, ὅταν τελεῖται «ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου ἱερομάρτυρος Μεθοδίου ἐπισκόπου Πατάρων», πρόκειται δέ γιά τόν Ἅγιο Μεθόδιο Ὀλύμπου.
Τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Μεθοδίου ὑπῆρξε πλουσιώτατο, τό σπουδαιότερο δέ ἔργο του, τό ὁποῖο ἀναδεικνύει καί ἀξιόλογο ποιητή, εἶναι τό ἀσκητικοῦ καί ἠθικοῦ περιεχομένου «Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων ἢ περί ἁγνείας».
Ἄλλα ἔργα εἶναι «Περί τοῦ αὐτεξουσίου», «Περί ἀναστάσεως» ἢ «Ἀγλαοφῶν». Ἀποσπάσματα ἀπό τά ἔργα του εἶναι: «Περί τῶν γενητῶν», «Ἑρμηνευτικαί πραγματεῖαι», «Περί βίου», «Ἐκ τῶν κατά Πορφυρίου» καί ἄλλα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν μέθοδον, τῆς εὐσεβείας, ἐθησαύρισας, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὡς Ἱεράρχης καί Μάρτυς Μεθόδιε· σύ γάρ σοφίας τόν πλοῦτον δρεψάμενος, ἀθλητικῶς τό σόν τάλαντον ηὔξησας· Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς πυρσόν κτησάμενος τήν θείαν γνῶσιν, ἐν ἀθλήσει ἔφανας, μυσταγωγέ τῶν ὑπέρ νοῦν, καταφαιδρύνων τούς ψάλλοντας· χαίροις ἐκφάντωρ τοῦ Λόγου Μεθόδιε.

Μεγαλυνάριον.
Εὔσημος κιθάρα καί μελουργός, θείων διδαγμάτων, ἀνεδείχθης Ἱερουργέ· ὅθεν καί τῷ ξίφει, τμηθείς σου τόν αὐχένα, ἀπέτεμες τήν πλάνην, Πάτερ Μεθόδιε.

Ἅγιος Κάλλιστος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (20 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Κάλλιστος ἐγεννήθηκε περί τά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνος μ.Χ. καί προγυμνάσθηκε στό μοναχικό βίο καί τή θεωρία τοῦ ἡσυχασμοῦ στή Σκήτη τοῦ Μαγουλᾶ. Ἐδῶ συναντήθηκε μέ τόν Ἅγιο Ἀθανάσιο τό Μετεωρίτη, τόν ὁποῖο ἐβοήθησε νά κτίσει τό μοναστήρι τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στά Μετέωρα. Ἐμφορούμενος ἀπό πνεῦμα συνέσεως, ὑπομονῆς καί ἀγάπης ὁ μοναχός Κάλλιστος, ἔγινε μαθητής τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτου, τό βίο τοῦ ὁποίου καί συνέγραψε.
Ἡ ἐμφύλια διαμάχη πού εἶχε ξεσπάσει στό Βυζάντιο μεταξύ αὐτοκρατόρων προξένησε μεγάλες συμφορές σέ ὅλη τήν ἐπικράτεια τῆς αὐτοκρατορίας. Ἡ ἐρήμωση τόσο τῶν νησιῶν ὅσο καί τῶν μικρῶν πόλεων ἐξαιτίας τῶν ληστρικῶν ἐπιδρομῶν καί τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων διόγκωσε τήν κοινωνική ἐξαθλίωση.

Τό 1342, ἡ Ἱερά Κοινότητα τοῦ Ἁγίου Ὄρους συγκροτεῖ ἐπιτροπή εἰρηνεύσεως καί συνδιαλλαγῆς, τήν ὁποία στέλνει στήν Κωνσταντινούπολη, προκειμένου νά συμφιλιώσει τούς αὐτοκράτορες τοῦ Βυζαντίου Ἰωάννη Καντακουζηνό (1347 – 1354) καί Ἰωάννη Παλαιολόγο (1341 – 1391). Ἡγετική φυσιογνωμία αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς ἦταν ὁ ἐνάρετος ἱερομόναχος Κάλλιστος, πού ἐντυπωσίασε, παρά τό ἀτελέσφορο τῆς εἰρηνευτικῆς προσπάθειας, τούς ἀντιμαχόμενους βασιλεῖς. Ἀργότερα ὁ ἱερομόναχος Κάλλιστος διορίζεται ἀπό τήν Ἱερά Κοινότητα μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀντιαιρετικοῦ κατά τῶν Βογομίλων ἀγώνα, τήν κακόδοξη διδασκαλία τῶν ὁποίων ἀνέκοψε στά πρῶτά της βήματα.
Μετά τήν παραίτηση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἰσιδώρου, τόν οἰκουμενικό θρόνο κόσμησε ὁ ἁγιορείτης ἱερομόναχος Κάλλιστος, ὕστερα ἀπό πρόταση τοῦ αὐτοκράτορος Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ. Στίς 10 Ἰουνίου τοῦ 1350 γίνεται ἡ ἐκλογή καί ἡ ἐνθρόνιση τοῦ Ἁγίου Καλλίστου Α’, πού ἐπατριάρχευσε ὥς τό 1353, ὁπότε, ἀπεκδύθηκε ἑκουσίως τό πατριαρχικό ἀξίωμα καί ἔζησε ἀρχικά στήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, στήν Κωνσταντινούπολη. Ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνός ἐζήτησε ἐπίσημα τήν ἐπιστροφή τοῦ Ἁγίου στόν πατριαρχικό θρόνο. Ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος ὅμως, θεματοφύλακας τῆς ὀρθῆς πίστεως καί νομιμότητος, ἀποποιήθηκε τήν ἡγεσία τῆς Ἐκκλησίας καί μετέβη στήν Τένεδο.

Ἀξιομνημόνευτη πατριαρχική πράξη κατά τό διάστημα τῆς πρώτης πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου Καλλίστου εἶναι ἡ ἔκδοση σιγιλίου, τό Δεκέμβριο τοῦ 1350, κατά τῶν προστρεχόντων στούς μάγους, γιά νά ἀντιμετωπίσει τήν ἐκφυλιστική πνευματική κατάσταση τοῦ λαοῦ, πού εἶχε τήν ἀρχή της στήν πνευματική ἔνδεια τοῦ κλήρου.
Τό Δεκέμβριο τοῦ 1351 ὁ Ἅγιος, προκειμένου νά προστατέψει τήν πνευματική ἑνότητα τῆς Ὀρθοδοξίας, συγκάλεσε τοπική Σύνοδο στήν Κωνσταντινούπολη, πού καταδίκασε τίς κακοδοξίες τῶν ἀντιησυχαστῶν Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου καθώς καί τούς πρεσβεύοντες τίς ἴδιες δοξασίες μητροπολίτες Ἐφέσου καί Γάνου. Τό 1352 δέν ἐδίστασε νά ἀφορίσει τό Σερβικό Πατριαρχεῖο, πού εἶχε παράνομα συσταθεῖ ἀπό τό Σέρβο ἡγεμόνα Στέφανο Δουσάν, προκειμένου νά κρατήσει ἑνωμένη τήν Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία.
Μετά τήν ἑκούσια ἀπομάκρυνση τοῦ Ἁγίου Καλλίστου ἀπό τόν οἰκουμενικό θρόνο, ὁ αὐτοκράτορας Ἰωάννης Καντακουζηνός συγκάλεσε Σύνοδο, πού ἐκήρυξε ἔκπτωτο τόν Κάλλιστο καί ἐξέλεξε στόν οἰκουμενικό θρόνο τόν Μητροπολίτη Ἡρακλείας Φιλόθεο Κόκκινο (1353 – 1354).
Ἡ εἴσοδος στήν πρωτεύουσα, τό Νοέμβριο τοῦ 1354, δυνάμεων φιλικά προσκείμενων στόν αὐτοκράτορα Ἰωάννη Ε’ Παλαιολόγο, ἐσήμανε οὐσιαστικά τό τέλος τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καί τήν ἄνοδο, τό χειμώνα τοῦ 1355, στόν οἰκουμενικό θρόνο, γιά δεύτερη φορά, τοῦ Ἁγίου Καλλίστου. Κατά τό χρονικό διάστημα τῆς δεύτερης πατριαρχείας του ἀξίζει νά ἀναφερθοῦν: α) ἡ ἔκδοση συνοδικοῦ τόμου, πού ἀπαγόρευε τά συνοικέσια ἀνάμεσα σέ μικρά παιδιά, καί β) ἡ μείζονος σημασίας πατριαρχική διδασκαλία πρός τούς Βουλγάρους ἱερεῖς καί μοναχούς, πού ἐβάπτιζαν κακῶς, μέ μία μόνο κατάδυση καί ραντισμό, ἐνῶ τό Ἅγιο Μύρο ἀντικαθιστοῦσαν μέ Μύρο ἀπό τά λείψανα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου καί τοῦ Ἁγίου Βαρβάρου.
Κατά τή διάρκεια τῆς δεύτερης πατριαρχείας τοῦ Ἁγίου, ἱδρύθηκαν τά μοναστήρια Παντοκράτορος καί Σίμωνος Πέτρας στό Ἅγιον Ὄρος.
Τό τέλος τοῦ ἐμφύλιου σπαραγμοῦ στή βυζαντινή αὐτοκρατορία δέν ἔφερε καί τήν εἰρήνη στήν ἐπικράτειά της. Ἡ ἡμισέληνος ὡς δρέπανο θανάτου ἐθέριζε τά στάχυα τῆς Ὀρθοδοξίας στά καλλίκαρπα μέρη τοῦ Ἕβρου. Οἱ Τοῦρκοι, πού ἦλθαν ὡς σύμμαχοι τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ στά Βαλκάνια, ἔφτιαξαν ἰσχυρά προγεφυρώματα στή Θράκη καί μέ ἕδρα τό Διδυμότειχο, τήν Ἀδριανούπολη καί τή Φιλιππούπολη κατέστρεφαν τήν ὕπαιθρο χώρα, ἐφαρμόζοντας συστηματικά μέτρα ἐποικισμοῦ. Ἡ ἀντιμετώπιση αὐτῆς τῆς καταστάσεως ἀπαιτοῦσε τή συνένωση τῶν χριστιανικῶν δυνάμεων τῆς Βαλκανικῆς. Ὁ Ἅγιος Κάλλιστος ἡγήθηκε μιᾶς αὐτοκρατορικῆς πρεσβείας πρός τήν ἡγεμόνα τῶν Σέρβων Ἐλισάβετ, μέ ἀντικειμενικό σκοπό τή συμμαχία τῶν Σερβικῶν καί τῶν Βυζαντινῶν δυνάμεων, γιά νά ἀναχαιτισθεῖ ὁ τουρκικός ἐπεκτατισμός στή Θράκη.
Ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης καί ἡ συνοδεία του, ἀφοῦ προσκύνησαν στό Ἅγιον Ὄρος, ἔφτασαν στήν πόλη τῶν Σερρῶν στίς ἀρχές Ἰουνίου τοῦ 1364, ὅπου τούς ὑποδέχθηκε φιλόφρονα ἡ ἡγεμονίδα τῶν Σέρβων Ἐλισάβετ. Ὅμως, ὁ Πατριάρχης Κάλλιστος Α’ ἀσθένησε ἀπό λοιμώδη νόσο καί ἐτελείωσε τό βίο του ἀπρόοπτα στήν πόλη τῶν Σερρῶν.
Ἡ θλιβερή εἴδηση τοῦ ἀπρόοπτου τέλους τῆς ζωῆς τοῦ Πατριάρχου διέτρεξε τά ὅρια τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐπιτροπές ἀπό τά σπουδαιότερα μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί μάλιστα τῆς Λαύρας, ἦρθαν στίς Σέρρες καί ἐζήτησαν ἀπό τήν Ἐλισάβετ τό σκήνωμα τοῦ Ἁγίου προκειμένου νά τό μεταφέρουν στή μητρόπολη τοῦ Ὀρθόδοξου μοναχισμοῦ, τό Ἅγιον Ὄρος. Ἡ ἡγεμονίδα τῶν Σέρβων δέν ἐκάμφθηκε ἀπό τίς παρακλήσεις τῶν μοναχῶν, λέγοντάς τους πώς θά κρατήσει τό ἅγιο λείψανό του, γιά νά ἔχει ἡ ἴδια καί ἡ πόλη τῶν Σερρῶν τήν ἁγία του προστασία.
Ἡ ἡγεμόνας Ἐλισάβετ ἐνταφίασε μέ μεγαλοπρέπεια τόν Πατριάρχη στή Μητρόπολη τῶν Σερρῶν.
Ἀσφαλεῖς ἐνδείξεις βεβαιώνουν πώς τό μεγαλοπρεπές παρεκκλήσι, ἀριστερά τῆς εἰσόδου τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, στεγάζει τόν τάφο τοῦ Ἁγίου Καλλίστου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ὅσιος Νικόλαος Καβάσιλας (20 Ιουνίου)

15 Ὅσιος Νικόλαος Καβάσιλας ἐγεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη κατά τό 1322 ἢ 1323 καί τό πατρικό ἐπώνυμό του ἦταν Χαμαετός. Ἡ ἐπιφανής οἰκογένειά του, προερχόμενη πιθανῶς ἀπό τήν Ἤπειρο, ἀνέδειξε πολλές ἀξιόλογες προσωπικότητες ἀπό τόν 14ο αἰώνα καί ἔπειτα.
Ἡ Θεσσαλονίκη ἦταν αὐτή τήν ἐποχή «μητρόπολις τῆς φιλοσοφίας», ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ὅσιος Νικόλαος στό Ἐγκώμιό του στόν Ἅγιο Δημήτριο, καί διακρινόταν γιά τίς ἀξιόλογες σχολές της. Τοῦτο ὅμως δέν ἀπέτρεψε τόν Νικόλαο ἀπό τό ν’ ἀναχωρήσει, ἔφηβος ἀκόμη, στήν Κωνσταντινούπολη γιά συνέχιση τῶν σπουδῶν του. Στίς σπουδές του συμπεριέλαβε τή ρητορική, τίς φυσικές ἐπιστῆμες καί τή θεολογία.

Κατά τήν ἔναρξη τοῦ ἐμφυλίου πολέμου φαίνεται ὅτι ὁ Ὅσιος, λόγῳ νεαρῆς ἡλικίας, δέν ἔλαβε ἐνεργό μέρος. Τό ἑπόμενο ὅμως ἔτος (1342) ἀπεφάσισε νά ἐπιστρέψει στή γενέτειρά του, ὅπου εὑρέθηκε σέ μία διάσπαση χειρότερη ἀπό αὐτή τῆς πρωτεύουσας. Οἱ ταραχές τῆς Κωνσταντινουπόλεως εἶχαν δώσει τήν ἀφορμή τῆς κινητοποιήσεως τῶν δυνάμεων στά μεγάλα ἀστικά κέντρα. Στή Θεσσαλονίκη οἱ εὐγενεῖς ἐτάχθηκαν στό πλευρό τοῦ Ἰωάννου Καντακουζηνοῦ, ἐνῶ ὁ λαός, συγκινούμενος πάντοτε ἀπό τό δράμα μιᾶς χήρας βασίλισσας καί ἑνός ἀνήλικου διαδόχου, τῶν ὁποίων κινδυνεύουν τά δίκαια, ἐτάχθηκε μέ τό μέρος τοῦ Ἰωάννου Παλαιολόγου. Τά αἰσθήματα αὐτά τοῦ λαοῦ ὑπέρ τοῦ νομίμου βασιλέως ἐκμεταλεύθηκαν μερικοί φιλόδοξοι δημοκόποι, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποίησαν τούς Ζηλωτές, γιά νά τόν ξεσηκώσουν σέ ἐπανάσταση.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Καντακουζηνός ἐζήτησε τή βοήθεια τοῦ ἀναποφάσιστου διοικητοῦ τῆς πόλεως Θεοδώρου Συναδηνοῦ, οἱ Ζηλωτές, μέ ὑψωμένο τό σύμβολο τοῦ σταυροῦ, ἐπαναστάτησαν καί μετά τρεῖς ἡμέρες σφαγῶν καί λεηλασιῶν κατέλαβαν τήν ἐξουσία τόν Ἰούλιο τοῦ 1342, ἐνῶ ὁ Συναδηνός μέ 1.000 εὐγενεῖς κατέφυγε στό Γυναικόκαστρο.
Ἡ ἀπομόνωση τῆς πόλεως ὁδήγησε τή μεγάλη πλειονότητα τῶν κατοίκων της νά ζητήσει συμβιβασμό μέ τόν Καντακουζηνό καί τό 1345 στάλθηκε στόν ἀντιπρόσωπό του στή Βέροια ἐπιτροπή ἀποτελούμενη ἀπό τόν Νικόλαο Καβάσιλα καί τόν Γεώργιο Φαρμάκη.
Μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ Καντακουζηνοῦ, τό 1347, ὁ Νικόλαος προσκλήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Δημήτριο Κυδώνη, προφανῶς κατ’ ἐντολή τοῦ αὐτοκράτορος, καί ἔκτοτε ἀρχίζει τό πολιτικό του στάδιο πού δέν φαίνεται νά κράτησε περισσότερο ἀπό ἑπτά χρόνια. Ὁ αὐτοκράτορας ἐξετίμησε τόσο πολύ τίς ἰκανότητες τοῦ νέου, ὥστε τόν κατέστησε μαζί μέ τόν Κυδώνη κύριο σύμβουλό του.
Ἐξ ἄλλου, ὑπῆρχε ἡ ἀγαθή συγκυρία ὅτι ὁ νέος Πατριάρχης Ἰσίδωρος (1347 – 1349) ἦταν ἕνας ἀπό τούς πρώτους διδασκάλους του στή Θεσσαλονίκη. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1347, μαζί μέ ἄλλους συνόδευσε τόν Ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ στό ταξίδι του πρός τή Θεσσαλονίκη γιά τήν ἐνθρόνιση, ἀλλά δέν ἔγινε δεκτός ἀπό τούς Ζηλωτές. Ἔτσι ἀπεχώρησαν μαζί στό Ἅγιον Ὄρος καί ἀπό ἐκεῖ ὁ Καβάσιλας ἐπέστρεψε στήν Κωνσταντινούπολη. Εἶναι πιθανόν ὅτι ἀργότερα συνόδευσε τόν Καντακουζηνό κατά τήν ἐκστρατεία του πού ἔθεσε τέρμα στήν ἀνταρσία τῶν Ζηλωτῶν (1350).
Μετά τό 1354, ὁ Καβάσιλας ἀσχολήθηκε μέ τά ἐκκλησιαστικά θέματα στό πλευρό τοῦ Πατριάρχου Φιλοθέου (1353 – 1355, 1364 – 1376). Τό 1362, ἐπέστρεψε στή Θεσσαλονίκη, ὅπου προσπάθησε νά θέσει ὑπό ἔλεγχο μέρος τῆς περιουσίας του, πού εἶχε ἀπομείνει μετά τίς ἁρπαγές τῶν Ζηλωτῶν καί τῶν Σέρβων. Μόλις ἔφθασε ἐκεῖ, ἐπληροφορήθηκε τόν πρόσφατο θάνατο τοῦ πατέρα του καί τό ἑπόμενο ἔτος ἔζησε τό γεγονός τοῦ θανάτου τοῦ θείου του Νείλου, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ἡ μητέρα του ἔπειτα εἰσῆλθε ως μοναχή στή μονή τῆς Ἁγίας Θεοδώρας.
Δέν εἶναι γνωστό ἂν ὁ Ὅσιος Νικόλαος εἶχε λάβει ἱερατική χειροτονία, ἂν καί οἱ γνώσεις του καί ὁ τρόπος ἐκφράσεως στά δύο κύρια συγγράμματά του προϋποθέτουν κληρική ἰδιότητα. Φυσικά στηρίζεται σέ σύγχυση ἡ παλαιά καί νέα ἄποψη ὅτι διετέλεσε Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ὀφειλόμενη κυρίως στό γεγονός ὅτι καί ὁ θεῖος του Νεῖλος ἔφερε ὡς κοσμικός τό ὄνομα Νικόλαος. Ἐκεῖνο πού πρέπει νά θεωρηθεῖ βέβαιο εἶναι ὅτι ἦταν μοναχός, πιθανῶς ἀπό τήν ἐποχή τῆς εἰσόδου τῆς μητέρας του στό μοναχικό βίο, πού συμπίπτει μέ τήν ἐπιστροφή του στήν Κωνσταντινούπολη καί τή δεύτερη ἄνοδο τοῦ Φιλοθέου στόν Πατριαρχικό θρόνο. Κατά τά τελευταῖα ἔτη τοῦ βίου του ἐζοῦσε στή μονή τῶν Μαγγάνων καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, περί τό 1392.
Ὁ Γεώργιος Σχολάριος παρατήρησε ὅτι τά ἔργα τοῦ Ὁσίου Νικολάου Καβάσιλα εἶναι ἕνα στολίδι: «κόσμος εἰσί τῇ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίᾳ». Διακρινόταν δέ γιά τή γνησιότητα τοῦ θρησκευτικοῦ φρονήματος τό ὁποῖο προβάλλουν, τή θέρμη καί τό βάθος τῆς πίστεως.
Τό πρῶτο ἀπό αὐτά φέρει τόν τίτλο Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἡ Θεία Λειτουργία γιά τόν Ὅσιο, ὅπως γιά ὅλη τήν Ἐκκλησία, ἡ θυσία τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὁ δέ Χριστός εἶναι συγχρόνως θύτης, θύμα, προσδεχόμενος. Ἀπό αὐτό ξεκινᾶ γιά νά τονίσει ὄτι ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ βασική ὁδός γιά τήν πνευματική μεταποίηση τοῦ κόσμου.
Στό ἔργο Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς προσφέρει μία ἀνατομία τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τήν ὁποία τοποθετεῖ στά πλαίσια τῆς Ἐνανθρωπήσεως, συνεχιζόμενης καί ἐπαναλαμβανόμενης στά τρία βασικά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Στό πρῶτο βιβλίο, ἡ πνευματική ζωή ὁρίζεται ὡς ζωή ἐν Χριστῷ καί δηλώνεται ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπό δύο παράγοντες, τόν θεῖο καί τόν ἀνθρώπινο. Ἡ προσφορά τοῦ θείου παράγοντος, πραγματοποιούμενη διά τῶν τριῶν μυστηρίων πού ἀποτελοῦν ἐπέκταση καί πολλαπλασιασμό τοῦ ἑνιαίου μυστηρίου τῆς Ἐνανθρωπήσεως, ἐξετάζεται στά τρία ἑπόμενα βιβλία, δεύτερο (βάπτισις, λουτρό), τρίτο (χρίσμα, μύρο) καί τέταρτο (θεία εὐχαριστία, τράπεζα). Στό πέμπτο βιβλίο, ὡς παράρτημα, ἀναπτύσσεται ὁ συμβολισμός τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ καί στό πρόσθετο τμῆμα του ἐξηγεῖται ἡ ἀρχή τῆς συνεργίας τῶν δύο παραγόντων. Ἡ προσφορά τοῦ ἀνθρώπου διά τῆς νοήσεως καί τῆς βουλήσεως ἐξετάζεται στά δύο τελευταῖα βιβλία, ἕκτο καί ἕβδομο.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας συνέγραψε καί ἄλλα φιλοσοφικά, ἑρμηνευτικά καί κοινωνικά κείμενα, πανηγυρικούς λόγους, ἐπιστολές καί ἐπιγράμματα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1

16 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
17 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
18 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
19 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
20 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
21 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
22 Ιουνίου 2019
Επιτρέπονται όλες οι τροφές

Την ανακήρυξη του προέδρου της δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου σε επίτιμο δημότη αποφάσισε το δημοτικό συμβούλιο Μονεμβασίας.Όπως αναφέρεται σε σχετικό ψήφισμα που εκδόθηκε, η απόφαση έρχεται σε ένδειξη αναγνώρισης της τιμητικής του παρουσίας στις εκδηλώσεις εορτασμού της 197ης επετείου απελευθέρωσης της ιστορικής πόλης της Μονεμβάσιας.

 140718

Στις αρχές Μαρτίου του 1821 οι Τούρκοι κάλεσαν τους Μοραΐτες αρχιερείς και προεστούς στην Τριπολιτσά προκειμένου να εξασφαλίσουν τις απαιτούμενες εγγυήσεις σε ενδεχόμενη εξέγερση των Ελλήνων. Ο μητροπολίτης Μονεμβασίας Χρύσανθος Παγώνης έδωσε το πρώτο παράδειγμα ηρωισμού και καθοδήγησε το ποίμνιό του αλλά και τους υπόλοιπους χριστιανούς να αγωνιστούν με ελπίδα και σθένος για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Μετά τη φυλάκιση των αρχιερέων και των προεστώτων του Μοριά στην Τριπολιτσά, ξέσπασε η επανάσταση για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Την 23η Μαρτίου τα ένοπλα σώματα Μανιατών από την Ανατολική Μάνη ξεχύθηκαν στην πεδιάδα του Έλους και της Λακεδαίμονος και στη συνέχεια κατευθύνθηκαν προς τη Μονεμβασία. Οι Τσάκωνες ύψωσαν την σημαία της επανάστασης την 25η Μαρτίου και ισχυρή δύναμη ενόπλων ενώθηκε την 27η Μαρτίου με τους Μανιάτες για να προχωρήσουν στην πολιορκία της Μονεμβασίας.
Η πολιορκία της Μονεμβασίας από τα ένοπλα σώματα Μανιατών και Τσακώνων άρχισε τη Δευτέρα της 28ης Μαρτίου του 1821. Στις πρώτες συγκρούσεις οι Μανιάτες υπό την ηγεσία του Τζανετάκη Γρηγοράκη ανάγκασαν τους Τούρκους που είχαν εξορμήσει από το κάστρο να τραπούν σε άτακτη υποχώρηση.
Ο ναυτικός αποκλεισμός της πόλης άρχισε την Κυριακή της 3ης Απριλίου, οπότε οι Σπετσιώτες ύψωσαν την σημαία της επανάστασης και ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα των Μοραϊτών αγωνιστών για την αποστολή πλοίων στην Πελοπόννησο. Το απόγευμα της 5ης Απριλίου δέκα σπετσιώτικα πλοία υπό την ηγεσία του Γεωργίου Πάνου πραγματοποίησαν την πρώτη μεγάλη επίθεση από την πλευρά της θάλασσας. Στις αρχές Μαΐου το πολιορκητικό μέτωπο ενισχύθηκε με δύο υδραίικα πλοία και με μανιάτικα ένοπλα σώματα.
Στις 22 Μαΐου εχθρικό πλοίο από το Ναύπλιο κατάφερε να προσεγγίσει το κάστρο της Μονεμβασίας μεταφέροντας ειδήσεις για τη νικηφόρα πορεία του κεχαγιάμπεη Μουσταφά στην Αργολίδα, καθώς επίσης για τα φιλόδοξα σχέδια του Τούρκου στρατηλάτη να επιχειρήσει τη διάσπαση των πολιορκητικών μετώπων στη Μονεμβασία και στο Ναύπλιο και να επιτρέψει τον εφοδιασμό των δύο κάστρων μέχρις ότου κατέφθανε βοήθεια από τον τουρκικό στόλο. Μετά από αυτές τις ενθαρρυντικές ειδήσεις οι Τούρκοι της Μονεμβασίας αποφάσισαν υπό την πίεση της έλλειψης τροφίμων να εξορμήσουν από το κάστρο. Στο πολιορκητικό στρατόπεδο καθημερινά έφθαναν φυγάδες από τη Μονεμβασία, οι οποίοι παρείχαν πληροφορίες για τη λιμοκτονία μέσα στην πόλη και για την σχεδιαζόμενη εξόρμηση των Τούρκων.
Τα ξημερώματα της 1ης Ιουνίου 168 Τούρκοι επιβιβάσθηκαν σε μια γολέτα και σε ένα τρεχαντήρι με σκοπό να αιφνιδιάσουν το στρατόπεδο των Ελλήνων από τα νώτα. Οι κινήσεις τους, όμως, έγιναν αντιληπτές από τα σπετσιώτικα πλοία, τα οποία άρχισαν να κανονιοβολούν τα εχθρικά κοντά στον κάβο Γέρακα. Η τουρκική γολέτα και το τρεχαντήρι πυρπολήθηκαν, αλλά οι Τούρκοι κατάφεραν τελικά να αποβιβασθούν σε κάποιο βαθύ όρμο στην περιοχή του Ζάρακος, ανάμεσα στο Λιμάνι του Γέρακα και στο Κυπαρίσσι. Ισχυρή δύναμη Τσακώνων και Σπετσιωτών άρχισε την καταδίωξη των εχθρών στα βουνά του Ζάρακος. Στην ορεινή θέση Κουπιά δόθηκε σκληρή μάχη κατά την οποία οι εναπομείναντες Τούρκοι αναγκάσθηκαν να παραδοθούν. Το γεγονός της αποτυχημένης εξόρμησης των Τούρκων της Μονεμβασίας διαδόθηκε γρήγορα ανάμεσα στους Έλληνες αγωνιστές και αναπτέρωσε το ηθικό τους.
Στα μέσα Ιουνίου οι Τούρκοι της Μονεμβασίας άρχισαν να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων, ενώ στα τέλη του μηνός διχόνοια ξέσπασε ανάμεσά τους. Οι αγάδες κλείστηκαν στην Πάνω Πόλη με όσα τρόφιμα είχαν απομείνει, ενώ οι Τούρκοι της Κάτω Πόλης ανέλαβαν την πρωτοβουλία να στείλουν πρεσβεία στο στρατόπεδο των Ελλήνων, η οποία πρότεινε την υπό όρους παράδοση της Μονεμβασίας.
Την 23η Ιουνίου ο Αλέξανδρος Καντακουζηνός, πληρεξούσιος του Δημητρίου Υψηλάντη, κατέφθασε από τα Βέρβαινα στη Μονεμβασία, προκειμένου να διαπραγματευθεί την παράδοση της πόλης. Επειδή, όμως, οι Τούρκοι κωλυσιεργούσαν και οι διαπραγματεύσεις καθυστερούσαν αποφάσισε να στενέψει τον πολιορκητικό κλοιό με την κυρίευση του πύργου της γέφυρας. Στις 10 ή 11 Ιουλίου ένοπλο σώμα Τσακώνων και Μανιατών κατέλαβε μετά από σκληρή μάχη τον πύργο της γέφυρας εξορμώντας μέχρι τα τείχη της Κάτω Πόλης. Μετά την εξέλιξη αυτή οι Τούρκοι έσπευσαν να αποδεχθούν τη συνθήκη της παράδοσης.
Το Σάββατο της 23ης Ιουλίου ο Τούρκος διοικητής Μουσταφάμπεης Χασάν Μπεηζανδές παρέδωσε τα κλειδιά της πόλης στον Αλέξανδρο Καντακουζηνό. Στη συνέχεια, οι Έλληνες οπλαρχηγοί κατευθύνθηκαν στον μητροπολιτικό ναό του Ελκομένου Χριστού, όπου τελέσθηκε θεία δοξολογία.
Η απελευθέρωση της Μονεμβασίας είχε καθοριστική σημασία για τον αγώνα της εθνικής ανεξαρτησίας, διότι γέμισε αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση τους Έλληνες αγωνιστές. Παράλληλα, τα πολεμοφόδια του κάστρου χρησίμευσαν στην κρητική επανάσταση, καθώς επίσης στην πολιορκία της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η Μονεμβασία πέρασε στην κυριαρχία των ελληνικών επαναστατικών δυνάμεων μετά από 358 χρόνια ξένης κατοχής, καθώς γνώρισε την μακρόχρονη εναλλαγή Βενετών (1463-1540 και 1690-1715) και Τούρκων (1540-1690 και 1715-1821). Το 1463 ήταν το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα της Πελοποννήσου που πέρασε σε ξένη κυριαρχία, ενώ το 1821 ήταν το πρώτο κάστρο που περιήλθε στην ελληνική κυριαρχία.