diax
Agioi1

Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Νικηφόρος, ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, τό 758 μ.Χ., ἀπό περιφανεῖς καί εὐσεβεῖς γονεῖς, τό βασιλικό γραμματέα καί νοτάριο Θεόδωρο καί τήν Εἰρήνη. Ὁ πατέρας του ἐξορίσθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τόν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στά Μύλασσα τῆς Καρίας καί μετά στή Νίκαια, ὅπου μετά ἑξαετία ἀπέθανε, διότι ἦταν ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
Ὁ Νικηφόρος εἶχε καλή ἐκπαίδευση καί ἐχρημάτισε βασιλικός γραμματέας, ἀλλά ἐπειδή εἶχε κλίση στή μοναχική πολιτεία, ἐκάρη μοναχός καί ἀποσύρθηκε σέ κάποιο λόφο ἀπέναντι τοῦ Θρακικοῦ Βοσπόρου, ὅπου μαζί μέ ἄλλους μοναχούς διήνυε τήν ὁδό τῆς ἀσκήσεως.
Γενόμενος γνωστός γιά τίς ἀρετές του στήν Κωνσταντινούπολη, προσκλήθηκε καί ἀνέλαβε τή διεύθυνση κάποιου πτωχοκομείου τῆς πόλεως. Ὅταν ἐκοιμήθηκε ὁ Ἅγιος Ταράσιος († 25 Φεβρουαρίου), ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Α’ τοῦ Λογοθέτου (803 – 811 μ.Χ.), μέ τήν ψῆφο τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ, ἐξελέγη, στίς 5 Ἀπριλίου 806 μ.Χ., Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί ἐχειροτονήθηκε στίς 12 τοῦ ἰδίου μηνός κατά τήν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πάσχα.

Ὅσο ζοῦσε ὁ βασιλεύς Νικηφόρος καί οἱ διάδοχοί του Σταυράκιος (811 μ.Χ.) καί Μιχαήλ Α’ ὁ Ραγκαβές (811 – 813 μ.Χ.), ἡ πατριαρχεία τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου ἦταν ὁμαλή καί ἀπερίσπαστη. Ὄταν ὅμως αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος, ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἦταν ἀντίπαλος καί ἀτρόμητος ἐπιτιμητής τῆς βασιλικῆς ἀσέβειας. Ὁ Πατριάρχης παρέλαβε τόν Ὅσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τόν Ἅγιο Αἰμιλιανό Κυζίκου, τόν Ἅγιο Εὐθύμιο Σαρδέων, τόν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τόν Ἅγιο Μιχαήλ Συνάδων καί τόν Ἅγιο Ἰωσήφ Θεσσαλονίκης, καί ἐπῆγε στό παλάτι, γιά νά ἐλέγξει τόν αὐτοκράτορα καί νά τόν βοηθήσει νά ἐπιστρέψει στήν ὀρθή πίστη. Ὁ αὐτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος καί τούς κατεδίκασε ὄλους σέ ἐξορία. Ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος ἐξορίσθηκε ἀρχικά στή Χρυσούπολη καί στή συνέχεια στή μονή τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου κοντά στόν Ἀκρίτα. Ἐκεῖ συνδέθηκε περισσότερο μέ τόν Ἅγιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, πού ἦταν καί αὐτός ἐξορισμένος.
Ὄταν μετά ἀπό λίγο, δολοφονηθέντος τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος, ἔγινε βασιλέας ὁ Μιχαήλ Β’ ὁ Τραυλός (820 – 829 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἐπανῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐζήτησε τήν ἀποκατάστασή του. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ ἐδέχθηκε τήν πρόταση αὐτή, ἀλλ’ ὑπό τόν ὅρο ὁ Ἅγιος νά ἀναγνωρίσει τήν ὑφιστάμενη ἐκκλησιαστική τάξη καί νά μήν κινήσει τό θέμα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁ Ἅγιος ἀπέκρουσε τόν ὅρο αὐτό καί ἐπροτίμησε τήν ἐξορία, ὅπου καί ἀπέθανε τό 829 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής εἶναι ἐπίσημος στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο διότι μέ ἐνθουσιασμό καί ἱερό ζῆλο ἐπολέμησε τούς εἰκονομάχους, ἀλλά καί γιά τή σπάνια αὐτοῦ συγγραφική ἱκανότητα. Ἐπισημότερα τῶν συγγραμμάτων του εἶναι ἡ «Σύντομος Ἱστορία», τό «Χρονολογικόν σύντομον», ἡ «Στιχομετρία», «Λόγοι ἀντιρρητικοί», «Ἐπιστολαί», καί διάφοροι ἐκκλησιαστικοί κανόνες.
Ἡ μεγάλη συμβολή τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου στήν ὑπερίσχυση καί ἐπικράτηση τῶν Ὀρθοδόξων ἀπόψεων ἔγκειται στήν ὑπ’ αὐτοῦ συστηματική ἀνασκευή καί ἀναίρεση τῶν εἰκονοκλαστικῶν θέσεων καί μάλιστα καί τῶν ἀναφερομένων στό Χριστολογικό δόγμα.
Οἱ εἰκονομάχοι, ἀθετήσαντες τήν τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀπέβαλαν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς καί τίς εἰκόνες τῶν Ἀγγέλων. Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἀπέδειξε μέ βάση τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι οἱ Ἀγγελικές δυνάμεις, ἂν καί ἀσώματοι, ἄυλοι καί (σχετικῶς) ἀπεριόριστοι, εἰκονίζονται καί οἱ εἰκόνες προσαγορεύονται διά τοῦ ὀνόματος τῶν ἀρχετύπων, διά τοῦ ὁποίου μεταβιβάζονται σέ αὐτές ἡ χάρη καί ἡ εὐλογία ἐκείνων, τῶν ὁποίων καί μεταλαμβάνουν οἱ ἀξίως τιμῶντες αὐτές. Ἔτσι, κατά τόν ἱερό Πατέρα, οἱ εἰκόνες τῶν Ἀγγέλων δέν εἶναι ἄψυχα, ἀναίσθητα, ἀπό ἄψυχη καί ἄλογη ὕλη, ἐπιτεύγματα ἀνθρωπίνων χειρῶν, δέν εἶναι εἴδωλα, ἀλλά τῶν ἐπουρανίων Δυνάμεων «ἀφομοιώματα τίμια καί ἅγια», «ἱερά ἀπεικάσματα καί ἀπεικονίσματα», τήν κατασκευή τῶν ὁποίων «Θεός ἐστιν ὁ προστάττων, Θεός ὁ κελεύων».
Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν ἀνακομιδή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου αὐτοῦ στίς 13 Μαρτίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκην ἤνεγκε, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ σή ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε· τήν γάρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορίᾳ ἀδίκως ὡμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τόν τήν νίκης στέφανον, ὦ Νικηφόρε, οὐρανόθεν ἔνδοξε, ὡς εἰληφώς παρά Θεοῦ, σῶζε τούς πίστει τιμῶντάς σε, ὡς Ἱεράρχην Χριστοῦ καί Διδάσκαλον.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας ἔμπνους εἰκών, καί Εἰκονομάχων, καθαιρέτης ὁ ἰσχυρός· χαίροις θεοσδότων, δογμάτων ὁ προστάτης, θεόφρον Νικηφόρε, πίστεως ἔρεισμα.

Ἅγιος Ἔρασμος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἔρασμος ἔζησε κατά τούς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καί Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καί καταγόταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας.
Ἀπό μικρή ἡλικία ἀγάπησε τήν ἄσκηση καί τή μοναχική πολιτεία καί ἀργότερα ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό ἀποστολικό ζῆλο κινούμενος περιερχόταν διάφορα μέρη καί ἐκήρυττε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ τελώντας πλῆθος θαυμάτων καί προσελκύοντας πολλούς εἰδωλολάτρες στήν ἀληθινή πίστη. Ἐκήρυξε στή Θράκη, τή Μακεδονία καί στήν πόλη τῶν Λυχνιδῶν τῆς Ἀχρίδος. Γιά τήν ἀποστολική δράση αὐτοῦ καταγγέλθηκε στόν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό, πού διέτριβε στήν Ἑρμούπολη τοῦ Ἰλλυρικοῦ, καί ἀρνηθείς νά θυσιάσει στά εἴδωλα ἐβασανίσθηκε καί ἐκλείσθηκε στή φυλακή. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἐκάλεσε καί πάλι τόν Ἅγιο Ἔρασμο ἐνώπιόν του, τόν ἐρώτησε ποιός εἶναι ὁ Θεός του καί γιατί Τόν προσκυνᾶ. Ἀλλά ἐπειδή ὁ Ἅγιος ἐσιωποῦσε, ὁ τύραννος ὀργίσθηκε καί διέταξε νά τόν κτυπήσουν. Ὁ Ἅγιος ἐρώτησε τό βασιλέα, γιατί τόν κτυποῦν. Ὁ τύραννος τοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι τόν ἐκτύπησε, γιατί δέν θυσιάζει στούς θεούς. Τότε ὁ Ἅγιος ἐζήτησε νά τοῦ δείξει ὁ βασιλέας ποιούς θεούς νά προσκυνήσει. Ἐκεῖνος τότε ἐνόμισε ὅτι ὁ Ἅγιος ἤθελε νά θυσιάσει στά εἴδωλα καί τόν ὁδήγησε στό ναό τοῦ Δία δείχνοντάς του τό εἴδωλό του, τό ὁποῖο ἦταν χάλκινο, δώδεκα μέτρα ὕψος καί ἕξι μέτρα πλάτος.

Τότε ὁ Ἅγιος ἔστρεψε πρός αὐτό βλοσυρό τό βλέμμα. Καί τό θαῦμα ἔγινε! Τό εἴδωλο ἀμέσως ἔπεσε καί ἔγινε κομμάτια. Ἀπό τό εἴδωλο, λέγει τό Συναξάρι, ἐξῆλθε ἕνας δράκοντας. Ὁ αὐτοκράτορας ἐφοβήθηκε καί τό πλῆθος προσέπεσε στά πόδια τοῦ Μάρτυρος καί πολλοί ἐπίστεψαν στόν Χριστό. Ἦσαν δέ οἱ βαπτισθέντες περί τούς 20.000. Οἱ στρατιῶτες συνέλαβαν καί πάλι τόν Ἅγιο καί τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος μαζί μέ τούς πιστούς πού ἐβαπτίσθηκαν. Ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολή οἱ 20.000 Χριστιανοί πού ἐπίστεψαν στόν Χριστό νά ἀποκεφαλισθοῦν καί ὁ Ἅγιος νά ἐνδυθεῖ μέ πυρακτωμένο χαλκό. Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μετέβαλε τό πυρακτωμένο χαλκό σέ ψυχρό μέταλλο. Μετά ἀπό αὐτά ὁ Ἅγιος ὁδηγήθηκε καί πάλι στή φυλακή, ἀπό τήν ὁποία ἐλυτρώθηκε, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπό τή φυλακή τοῦ Ἡρώδου. Ἄγγελος Κυρίου τόν ἐλευθέρωσε καί τόν ὁδήγησε στήν Καμπανία, στήν πόλη πού ὀνομαζόταν Φρυμός, γιά νά κηρύξει καί ἐκεῖ τό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Γι’ αὐτό καί θεωρεῖται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Φόρμι τῆς Ἰταλίας.
Λίγο πρίν τήν κοίμησή του ὁ Ἅγιος Ἔρασμος ἐπέστρεψε στή Χερμελία τῆς Ἀχρίδος. Προαισθανόμενος τό τέλος του, προσκύνησε τρεῖς φορές κατά ἀνατολάς καί παρεκάλεσε τόν Θεό νά χαρίζει ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνια σέ ἐκείνους πού θά ἐπικαλοῦνταν τό ὄνομά του καί θά ἐτελοῦσαν τή μνήμη του. Ὁ Ἅγιος Θεός ἄκουσε τήν παράκλησή του καί ἀμέσως ἀκούσθηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό πού ἔλεγε: «Ἔτσι, ὅπως προσευχήθηκες, θά γίνει». Μόλις ὁ Ἅγιος ἄκουσε αὐτό, ἡ ψυχή του ἐγέμισε χαρά. Κατόπιν ἔστρεψε τά μάτια του στόν οὐρανό, ὅπου εἶδε ὑπέρλαμπρο στεφάνι νά κατέρχεται ἐπ’ αὐτό καί τάγματα Ἀγγέλων, χορούς Προφητῶν καί Ἀποστόλων, πλῆθος Μαρτύρων καί τάξεις Δικαίων, πού ἔρχονταν νά τόν προϋπαντήσουν. Ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του ἀνεφώνησε: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τό πνεῦμά μου». Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἔρασμος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 303 μ.Χ., καί ἐκληρονόμησε τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Ἔρασμος θεωρεῖται προστάτης τῶν ἀσθενῶν πού πάσχουν ἀπό στομαχικές ἀσθένειες καί κολικό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Εὐγένιος Ἐπίσκοπος Ρώμης (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Εὐγένιος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, ἐγεννήθηκε στή Ρώμη καί ἦταν υἱός τοῦ Ρουφινιανοῦ. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀπό τόν κλῆρο καί τόν λαό στίς 10 Αὐγούστου 654 μ.Χ. καί διαδέχθηκε τόν Πάπα Μαρτίνο Α’, τόν ὁποῖο ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας Β’ (642 – 668 μ.Χ.), ἐπειδή δέν ὑπέγραψε κείμενο διά τοῦ ὁποίου ἀπαγορευόταν νά ὁμιλεῖ περί μιᾶς ἢ δύο ἐν Χριστῷ θελήσεων, τόν συνέλαβε, τό 653 μ.Χ., καί τόν ἐξόρισε ἀσθενή καί κλινήρη στή Χερσώνα, ὅπου καί ἀπέθανε. Ὅταν ἐστάλη ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὑπό τοῦ Πατριάρχου Πύρρου, ἔκθεσις πίστεως, στήν ὁποία συνιστᾶτο ἀντί μιᾶς ἢ δύο θελήσεων ἐν Χριστῷ, ἡ παραδοχή τριῶν θελήσεων, ὁ Εὐγένιος ἦταν ἕτοιμος νά ἀποδεχθεῖ αὐτήν, ἀλλ’ ὁ λαός καί ὁ κλῆρος τῆς Ρώμης ἀντιστάθηκε καί ἀπαγόρευσε σέ αὐτόν τή Θεία Λειτουργία. Ἔτσι δέν συμφώνησε μέ τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς καί ἐτήρησε σθεναρή στάση κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ μέ ἀποτέλεσμα ὁ αὐτοκράτορας νά ὀργισθεῖ ἐναντίον του. Αὐτό ὅμως δέν ἐπτόησε τόν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἀγωνίσθηκε ὑπέρ τῆς πατρώας εὐσέβειας καί τή διδασκαλία τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὁ Ἅγιος Εὐγένιος διακρίθηκε γιά τήν ὁσιότητα τοῦ βίου του, τήν εὐγένεια καί τή φιλανθρωπία καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 657 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Νέος ὁ Τραπεζούντιος (2 Ιουνίου)

7 μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Τραπεζουντίου ἑορτάζεται, ἐπίσης, στίς 12 Ἰουνίου. Σήμερα ἑορτάζεται ἡ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος τῆς διασώσεως τῆς πόλεως τῆς Σουτσεάβα τῆς Ρουμανίας, στήν ὁποία φυλάσσονται τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου, ἀπό τήν πολιορκία τῶν Τατάρων, κατά τό 1622.
Κατά τήν ἡμέρα αὐτή, ὅταν οἱ Τάταροι ἀπειλοῦσαν τή Σουτσεάβα, οἱ ἐφημέριοι τοῦ ναοῦ, στόν ὁποῖο ἐφυλάσσονταν τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἠθέλησαν, φοβούμενοι τήν ἐπιδρομή τῶν βαρβάρων, νά μεταφέρουν τή λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου στό κάστρο. Ὅμως δέν μποροῦσαν μέ κανένα τρόπο νά μετακινήσουν τήν λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου, πού ἔγινε ἀσήκωτη. Τότε κατάλαβαν ὅτι αὐτό ἦταν θέλημα τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος θά τούς ἐπροστάτευε. Ἀμέσως κληρικοί καί λαϊκοί ἄρχισαν νά προσεύχονται. Πράγματι! Μία καταρρακτώδης βροχή ἐμπόδισε τούς ἐπιδρομεῖς νά πολιορκήσουν τήν πόλη καί νά εἰσβάλουν σέ αὐτήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Δημήτριος ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐκ Φιλαδελφείας (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος καταγόταν ἀπό τή Φιλαδέλφεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἦταν υἱός κάποιου ἱερέως, πού ὀνομαζόταν Δούκας. Μετά τό θάνατο τοῦ πατρός του, σέ ἡλικία δέκα τριῶν ἐτῶν, παρασύρθηκε ἀπό τίς δελεαστικές ὑποσχέσεις τῶν Τούρκων, καί, ἀφοῦ ἀξόμωσε, ἀσπάσθηκε τό Μωαμεθανισμό. Ὑποστηριχθείς δέ ὑπό τῶν νέων ὁμόθρήσκων του, τόσο προόδευσε, ὥστε συγκαταλεγόταν μεταξύ τῶν πρώτων τῆς πόλεως, σέ πλοῦτο καί ἀνδρεία. Ὅταν ὅμως ἔφθασε σέ ἡλικία εἴκοσι πέντε ἐτῶν, ἄρχισαν νά γεννιοῦνται στήν καρδιά του τύψεις, πόθος δέ τόν κατέλαβε νά ἐπανέλθει στήν πατρώα Χριστιανική πίστη. Κατόπιν τούτου μετέβη στόν ἡγεμόνα τῆς Φιλαδελφείας καί μέ πνευματική ἀνδρεία ἐδήλωσε σέ αὐτόν ὅτι μετά βδελυγμίας ἀπεκήρυσσε τό Μωαμεθανισμό καί ὅτι ἐπανερχόταν στή Χριστιανική πίστη, τήν ὁποία, παρασυρθείς, εἶχε ἀπαρνηθεῖ. Ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ μάταια προσπάθησε νά μεταπείσει τόν Δημήτριο, διέταξε τή σκληρή μαστίγωση αὐτοῦ καί τόν ἐγκλεισμό του στή φυλακή. Κατά τή διάρκεια τῆς φυλακίσεως τοῦ Δημητρίου, κατεβλήθησαν μεγάλες προσπάθειες ἀπό σημαίνοντες Τούρκους, γιά νά συγκρατήσουν αὐτόν στή θρησκεία τους, πλήν ὅμως ὅλες προσέκρουσαν στήν κατηγορηματική ἄρνηση τοῦ Νεομάρτυρος, ὁ ὁποῖος παρέμενε ἀκλόνητος στήν ἀπόφασή του. Πρό τῆς ἐπιμονῆς του αὐτῆς, ὁ ἡγεμόνας διέταξε, τό 1657, τή θανάτωσή του. Παραλαβόντες τόν Δημήτριο οἱ δήμιοι καί ὁ ὄχλος τόν ὁδήγησαν στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, ὅπου, ἀφοῦ κατέσφαξαν καί κατατεμάχισαν αὐτόν διά μαχαιρῶν, τόν ἔριξαν ἐπί τῆς πυρᾶς. Περιεβλήθη ἔτσι τόν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Κωνσταντίνος ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυς Κωνσταντίνος ἐγεννήθηκε στό χωριό Ψιλομέτωπο τῆς Λέσβου ἀπό πατέρα Μωαμεθανό καί μητέρα Χριστιανή, ἡ ὁποία καί ἐγαλούχησε αὐτόν μέ τά νάματα τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἐγκατέλειψε τήν πατρίδα του καί ἀφοῦ μετέβη στή Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐβαπτίσθηκε καί ἔλαβε τό Χριστιανικό ὄνομα Κωνσταντίνος. Ἐπισκεφθείς κάποτε τή Σκήτη τοῦ Ἁγίου Προδρόμου καί ἀσπασθείς τά ἱερά λείψανα τῶν Νεομαρτύρων, πού ἐφυλάσσονταν ἐκεῖ, τόσο ἐπηρεάσθηκε, ὥστε ἀμέσως τοῦ ἐγεννήθηκε ὁ πόθος νά μαρτυρήσει ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ἐπέστρεψε στή Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων, ἐκμυστηρεύθηκε τόν πόθο του στόν πνευματικό του, ὁ ὁποῖος, εὐχαρίστως, ἀφοῦ ἄκουσε τήν ἀπόφαση τοῦ Κωνσταντίνου, ὑπέβαλε ἀμέσως αὐτόν στήν κατάλληλη προετοιμασία. Ὅταν αὐτή συντελέσθηκε, ὁ Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος ὑπό τῶν εὐχῶν τοῦ πνευματικοῦ του καί τῶν συνασκητῶν του, ἀπῆλθε στήν Ἀνατολή, πρός ἐκπλήρωση τοῦ διακαοῦς πόθου του. Ἀποβιβάσθηκε στίς Κυδωνίες, ὅπου, κατά τή διάρκεια τῆς ἀναμονῆς πλοίου γιά τή Σμύρνη, ἐθεώρησε καλό νά ἐργασθεῖ σέ κατάστημα τροφίμων. Ἐκεῖ ὅμως ἀναγνωρίσθηκε ἀπό κάποιον Τοῦρκο συμπολίτη του καί καταγγέλθηκε στόν ἀγᾶ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ συνέλαβε αὐτόν, τόν ἐρωτοῦσε περί τῆς ἀλήθειας ἢ μή τῶν καταγγελθέντων. Ὁ Κωνσταντίνος μέ θάρρος ὁμολόγησε ὅτι ναί μέν προηγουμένως ἦταν Μωαμεθανός, ἀλλά, ἐπειδή ἐφωτίσθηκε ἀπό τόν Θεό, ἔγινε Χριστιανός, διότι ἐπείσθηκε ὅτι ἡ πίστη αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή καί ἄμωμη. Ἐξοργισθείς ὁ ἀγᾶς, ἀφοῦ ὑπέβαλε τόν Κωνσταντίνο σέ παντοειδή βασανιστήρια, τόν ἀπέστειλε στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ληφθεῖ ἐκεῖ ἡ ὁριστική ἀπόφαση περί αὐτοῦ. Ἀλλά καί ἐκεῖ ὁ Κωνσταντίνος παρέμεινε ἀκλόνητος στή Χριστιανική ὁμολογία του καί ἀπέρριψε ὅλες τίς γενόμενες σέ αὐτόν δελεαστικές προτάσεις. Κατόπιν τούτου, τό 1819, διατάχθηκε ἡ δι’ ἀπαγχονισμοῦ θανάτωσή του. Τό τίμιο λείψανο τοῦ Μάρτυρος, γιά νά μήν παραληφθεῖ ἀπό τούς Χριστιανούς, ἐνταφιάσθηκε κρυφά στό Τουρκικό νεκροταφεῖο, μεταξύ τῶν ἐκεῖ ἐνταφιασμένων Μωαμεθανῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
1 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
2 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
3 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι και
ο οίνος
 
 
4 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
5 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
6 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 7 Ιουνίου 2020
   Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 

Κεφάλαιο 1

1.1 ῝Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· 1.2  - καὶ ἡ ζωὴ   ἐφανερώθη,   καὶ   ἑωράκαμεν   καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· - 1.3  ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾿ ἡμῶν καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. 1.4 καὶ ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρὰ ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη. 1.5 Καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία. 1.6 ἐὰν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καὶ οὐ ποιοῦμεν τὴν ἀλήθείαν· 1.7 ἐὰν δὲ ἐν τῷ φωτὶ περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καὶ τὸ αἷμα ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας. 1.8 ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. 1.9 ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν,  πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας. 1.10 ἐὰν εἴπωμεν ὅτι οὐχ ἡμαρτήκαμεν, ψεύστην ποιοῦμεν αὐτόν, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν.

Κεφάλαιο 2

2.1  Τεκνία μου, ταῦτα γράφω ὑμῖν ἵνα μὴ ἁμάρτητε·  καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν πατέρα, ᾿Ιησοῦν Χριστὸν δίκαιον· 2.2 καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου. 2.3 Καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐγνώκαμεν αὐτόν, ἐὰν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν. 2.4 ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς  αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν· 2.5 ὃς δ᾿ ἂν τηρῇ αὐτοῦ τὸν λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τετελείωται. ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ ἐσμεν. 2.6 ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει, καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησε, καὶ αὐτὸς   οὕτω περιπατεῖν. 2.7 ᾿Αδελφοί, οὐκ ἐντολὴν καινὴν γράφω ὑμῖν, ἀλλ᾿  ἐντολὴν παλαιάν, ἣν εἴχετε ἀπ᾿ ἀρχῆς· ἡ ἐντολὴ ἡ παλαιά ἐστιν ὁ λόγος ὃν ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς. 2.8 πάλιν ἐντολὴν καινὴν γράφω ὑμῖν, ὅ ἐστιν ἀληθὲς ἐν αὐτῷ καὶ ἐν ὑμῖν, ὅτι ἡ σκοτία παράγεται καὶ τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν ἤδη φαίνει. 2.9 ὁ λέγων ἐν τῷ φωτὶ εἶναι, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῶν, ἐν τῇ σκοτίᾳ ἐστὶν ἕως ἄρτι. 2.10 ὁ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῷ φωτὶ μένει, καὶ σκάνδαλον ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν· 2.11 ὁ δὲ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῇ σκοτίᾳ ἐστὶ καὶ ἐν τῇ σκοτίᾳ περιπατεῖ, καὶ οὐκ οἶδε ποῦ ὑπάγει, ὅτι ἡ σκοτία ἐτύφλωσε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ. 2.12 Γράφω ὑμῖν, τεκνία, ὅτι ἀφέωνται ὑμῖν αἱ ἁμαρτίαι διὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ. 2.13 γράφω ὑμῖν, πατέρες, ὅτι ἐγνώκατε τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς. γράφω ὑμῖν, νεανίσκοι, ὅτι νενικήκατε τὸν πονηρόν. ἔγραψα ὑμῖν, παιδία, ὅτι ἐγνώκατε τὸν πατέρα. 2.14 ἔγραψα ὑμῖν, πατέρες, ὅτι ἐγνώκατε τὸν ἀπ᾿ ἀρχῆς. ἔγραψα ὑμῖν, νεανίσκοι, ὅτι ἰσχυροί ἐστε καὶ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐν ὑμῖν μένει καὶ νενικήκατε τὸν πονηρόν. 2.15 μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κόσμῳ. ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ· 2.16 ὅτι πᾶν τὸ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ πατρός, ἀλλ᾿ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί. 2.17 καὶ ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ· ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. 2.18 Παιδία, ἐσχάτη ὥρα ἐστί, καὶ καθὼς ἠκούσατε ὅτι ὁ ἀντίχριστος ἔρχεται, καὶ νῦν ἀντίχριστοι πολλοὶ γεγόνασιν· ὅθεν γινώσκομεν ὅτι ἐσχάτη ὥρα ἐστίν 2.19 ἐξ ἡμῶν ἐξῆλθον, ἀλλ᾿ οὐκ ἦσαν ἐξ ἡμῶν· εἰ γὰρ ἦσαν ἐξ ἡμῶν, μεμενήκεισαν ἂν μεθ᾿ ἡμῶν· ἀλλ᾿ ἵνα φανερωθῶσιν ὅτι οὐκ εἰσὶ πάντες ἐξ ἡμῶν. 2.20 καὶ ὑμεῖς χρῖσμα ἔχετε ἀπὸ τοῦ ἁγίου, καὶ οἴδατε πάντα. 2.21 οὐκ ἔγραψα ὑμῖν ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ ὅτι οἴδατε αὐτήν, καὶ ὅτι πᾶν ψεῦδος ἐκ τῆς ἀληθείας οὐκ ἔστι. 2.22 τίς ἐστιν ὁ ψεύστης εἰ μὴ ὁ ἀρνούμενος ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐκ ἔστιν ὁ Χριστός; οὗτός ἐστιν ὁ ἀντίχριστος, ὁ ἀρνούμενος τὸν πατέρα καὶ τὸν υἱόν. 2.23 πᾶς ὁ ἀρνούμενος τὸν υἱὸν οὐδὲ   τὸν πατέρα ἔχει. 2.24 ῾Υμεῖς οὖν ὃ ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἐν ὑμῖν μενέτω. ἐὰν ἐν ὑμῖν μείνῃ ὃ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἠκούσατε, καὶ ὑμεῖς ἐν τῷ υἱῷ καὶ ἐν τῷ πατρὶ μενεῖτε. 2.25 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἣν αὐτὸς ἐπηγγείλατο ἡμῖν, τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον. 2.26 Ταῦτα ἔγραψα ὑμῖν περὶ τῶν πλανώντων ὑμᾶς. 2.27 καὶ ὑμεῖς, τὸ χρῖσμα ὃ ἐλάβετε ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἐν ὑμῖν μένει, καὶ οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα τις διδάσκῃ ὑμᾶς, ἀλλ᾿ ὡς τὸ αὐτὸ χρῖσμα διδάσκει ὑμᾶς περὶ πάντων, καὶ ἀληθές ἐστι καὶ οὐκ ἔστι ψεῦδος, καὶ καθὼς ἐδίδαξεν ὑμᾶς μενεῖτε ἐν αὐτῷ. 2.28 Καὶ νῦν, τεκνία, μένετε ἐν αὐτῷ, ἵνα ὅταν φανερωθῇ ἔχωμεν παρρησίαν  καὶ μὴ αἰσχυνθῶμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ. 2.29 ἐὰν εἰδῆτε ὅτι δίκαιός ἐστι, γινώσκετε ὅτι πᾶς ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην ἐξ αὐτοῦ γεγέννηται.

Κεφάλαιο 3

3.1 ῎Ιδετε ποταπὴν ἀγάπην δέδωκεν ἡμῖν ὁ πατὴρ ἵνα τέκνα Θεοῦ κληθῶμεν. διὰ τοῦτο ὁ κόσμος οὐ γινώσκει ὑμᾶς, ὅτι οὐκ ἔγνω αὐτόν. 3.2 ᾿Αγαπητοί, νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῇ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι. 3.3 καὶ πᾶς ὁ ἔχων τὴν ἐλπίδα ταύτην  ἐπ᾿ αὐτῷ ἁγνίζει ἑαυτόν, καθὼς ἐκεῖνος ἁγνός ἐστι. 3.4 Πᾶς ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν ἀνομίαν ποιεῖ, καὶ ἡ ἁμαρτία ἐστὶν ἡ ἀνομία. 3.5 καὶ οἴδατε ὅτι ἐκεῖνος ἐφανερώθη ἵνα τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἄρῃ, καὶ ἁμαρτία ἐν αὐτῷ  οὐκ ἔστι. 3.6 πᾶς ὁ ἐν αὐτῷ μένων οὐχ ἁμαρτάνει· πᾶς  ὁ ἁμαρτάνων οὐχ ἑώρακεν αὐτὸν οὐδὲ ἔγνωκεν αὐτόν. 3.7 Τεκνία, μηδεὶς πλανάτω ὑμᾶς· ὁ ποιῶν τὴν δικαιοσύνην δίκαιός ἐστι, καθὼς ἐκεῖνος δίκαιός ἐστιν· 3.8 ὁ ποιῶν τὴν ἁμαρτίαν ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστίν, ὅτι ἀπ᾿ ἀρχῆς ὁ διάβολος ἁμαρτάνει. εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου. 3.9 Πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει· καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται. 3.10 ἐν τούτῳ φανερά ἐστι τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ τέκνα τοῦ διαβόλου. πᾶς ὁ μὴ ποιῶν δικαιοσύνην οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ. 3.11 ὅτι αὕτη ἐστίν ἡ ἀγγελία ἣν ἠκούσατε ἀπ᾿ ἀρχῆς, ἵνα ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, 3.12 οὐ καθὼς Κάϊν ἐκ τοῦ πονηροῦ ἦν καὶ ἔσφαξε τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ· καὶ χάριν τίνος ἔσφαξεν αὐτόν; ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρὰ ἦν, τὰ δὲ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ δίκαια.  3.13 Μὴ θαυμάζετε, ἀδελφοί μου, εἰ μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. 3.14 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ. 3.15 πᾶς ὁ μισῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἀνθρωποκτόνος ἐστί, καὶ οἴδατε ὅτι πᾶς ἀνθρωποκτόνος οὐκ ἔχει ζωὴν αἰώνιον ἐν ἑαυτῷ μένουσαν. 3.16 ἐν τούτῳ ἐγνώκαμεν τὴν ἀγάπην, ὅτι ἐκεῖνος ὑπὲρ ἡμῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἔθηκε· καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν τὰς ψυχὰς τιθέναι. 3.17 ὃς δ᾿ ἂν ἔχῃ τὸν βίον τοῦ κόσμου καὶ θεωρῇ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ χρείαν ἔχοντα καὶ κλείσῃ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ ἀπ᾿ αὐτοῦ, πῶς ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μένει ἐν αὐτῷ; 3.18 Τεκνία μου, μὴ ἀγαπῶμεν λόγῳ μηδὲ τῇ γλώσσῃ, ἀλλ᾿ ἐν ἔργῳ καὶ ἀληθείᾳ. 3.19 καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐκ τῆς ἀληθείας ἐσμέν, καὶ ἔμπροσθεν αὐτοῦ πείσομεν τὰς καρδίας ἡμῶν, 3.20 ὅτι ἐὰν καταγινώσκῃ ἡμῶν ἡ καρδία, ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ Θεὸς τῆς καρδίας ἡμῶν καὶ γινώσκει πάντα. 3.21 ἀγαπητοί, ἐὰν ἡ καρδία ἡμῶν μὴ καταγινώσκῃ ἡμῶν, παρρησίαν ἔχομεν πρὸς τὸν Θεόν, 3.22 καὶ ὃ ἐὰν αἰτῶμεν λαμβάνομεν παρ᾿ αὐτοῦ, ὅτι τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηροῦμεν καὶ τὰ ἀρεστὰ ἐνώπιον αὐτοῦ ποιοῦμεν. 3.23 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ, ἵνα πιστεύσωμεν τῷ ὀνόματι τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ ἀγαπῶμεν ἀλλήλους καθὼς ἔδωκεν ἐντολήν. 3.24 καὶ ὁ τηρῶν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν αὐτῷ. καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι μένει ἐν ἡμῖν, ἐκ τοῦ Πνεύματος οὗ ἡμῖν ἔδωκεν.

Κεφάλαιο 4

4.1 ᾿Αγαπητοί, μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τὸν κόσμον. 4.2 ἐν τούτῳ γινώσκετε τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι· 4.3 καὶ πᾶν πνεῦμα ὃ μὴ ὁμολογεῖ τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔστι· καὶ τοῦτό ἐστι τὸ τοῦ ἀντιχρίστου ὃ ἀκηκόατε ὅτι ἔρχεται, καὶ νῦν ἐν τῷ κόσμῳ ἐστὶν ἤδη. 4.4 ῾Υμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστε, τεκνία, καὶ νενικήκατε αὐτούς, ὅτι μείζων ἐστὶν ὁ ἐν ὑμῖν ἢ ὁ ἐν τῷ κόσμῳ. 4.5 αὐτοὶ ἐκ τοῦ κόσμου εἰσί· διὰ τοῦτο ἐκ τοῦ κόσμου λαλοῦσι καὶ ὁ κόσμος αὐτῶν ἀκούει. 4.6 ἡμεῖς ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐσμεν· ὁ γινώσκων τὸν Θεὸν ἀκούει ἡμῶν· ὃς οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἀκούει ἡμῶν. ἐκ τούτου γινώσκομεν τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας καὶ τὸ πνεῦμα τῆς πλάνης. 4.7 ᾿Αγαπητοί, ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὅτι ἡ ἀγάπη ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται καὶ γινώσκει τὸν Θεόν. 4.8 ὁ μὴ ἀγαπῶν οὐκ ἔγνω τὸν Θεόν. ὅτι ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν. 4.9 ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾿ αὐτοῦ. 4.10 ἐν τούτῳ ἐστὶν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τὸν Θεόν, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ ἀπέστειλε τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἱλασμὸν περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν. 4.11 ᾿Αγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν. 4.12 Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται· ἐὰν ἀγαπῶμεν ἀλλήλους, ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν μένει καὶ ἡ ἀγάπη αὐτοῦ τετελειωμένη ἐστὶν ἐν ἡμῖν. 4.13 ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ μένομεν καὶ αὐτὸς ἐν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν. 4.14 Καὶ ἡμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν ὅτι ὁ πατὴρ ἀπέσταλκε τὸν υἱὸν σωτῆρα τοῦ κόσμου. 4.15 ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ. 4.16 καὶ ἡμεῖς ἐγνώκαμεν καὶ πεπιστεύκαμεν τὴν ἀγάπην ἣν ἔχει ὁ Θεὸς ἐν ἡμῖν.῾Ο Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ. 4.17 ᾿Εν τούτῳ τετελείωται ἡ ἀγάπη μεθ᾿ ἡμῶν, ἵνα παρρησίαν ἔχωμεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς κρίσεως, ὅτι καθὼς ἐκεῖνός ἐστι, καὶ ἡμεῖς ἐσμεν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ. 4.18 φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ᾿ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ. 4.19 ῾Ημεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς. 4.20 ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; 4.21 καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.

Κεφάλαιο 5

5.1 Πᾶς ὁ πιστεύων ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός, ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται, καὶ πᾶς ὁ ἀγαπῶν τὸν γεννήσαντα ἀγαπᾷ καὶ τὸν γεγεννημένον ἐξ αὐτοῦ. 5.2 ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἀγαπῶμεν τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ, ὅταν τὸν Θεὸν ἀγαπῶμεν καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν. 5.3 αὕτη γάρ ἐστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἵνα τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν· καὶ αἱ ἐντολαὶ αὐτοῦ βαρεῖαι οὐκ εἰσίν, 5.4 ὅτι πᾶν τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Θεοῦ νικᾷ τὸν κόσμον καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν. 5.5 τίς ἐστιν ὁ νικῶν τὸν κόσμον εἰ μὴ ὁ πιστεύων ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ; 5.6 Οὗτός ἐστιν ὁ ἐλθὼν δι᾿ ὕδατος καὶ αἵματος, ᾿Ιησοῦς Χριστός· οὐκ ἐν τῷ ὕδατι μόνον, ἀλλ᾿ ἐν τῷ ὕδατι καὶ τῷ αἵματι· καὶ τὸ Πνεῦμά ἐστι τὸ μαρτυροῦν, ὅτι τὸ Πνεῦμά ἐστιν ἡ ἀλήθεια. 5.7 ὅτι τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῷ οὐρανῷ, ὁ Πατήρ, ὁ Λὸγος καὶ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα, καὶ οὗτοι οἱ τρεῖς ἕν εἰσι· 5.8 καὶ τρεῖς εἰσιν οἱ μαρτυροῦντες ἐν τῇ  γῇ, τὸ Πνεῦμα καὶ τὸ ὕδωρ καὶ τὸ αἷμα καὶ οἱ τρεῖς εἰς τὸ ἕν εἰσιν. 5.9 εἰ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀνθρώπων λαμβάνομεν, ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ μείζων ἐστίν· ὅτι αὕτη ἐστίν ἡ μαρτυρία τοῦ Θεοῦ ἣν μεμαρτύρηκε περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ. 5.10 ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ ἔχει τὴν μαρτυρίαν ἐν αὐτῷ· ὁ μὴ πιστεύων τῷ Θεῷ ψεύστην πεποίηκεν αὐτόν, ὅτι οὐ πεπίστευκεν εἰς τὴν μαρτυρίαν ἣν μεμαρτύρηκεν ὁ Θεὸς περὶ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ. 5.11 καὶ αὕτη ἐστίν ἡ μαρτυρία, ὅτι ζωὴν αἰώνιον ἔδωκεν ἡμῖν ὁ Θεός, καὶ αὕτη ἡ ζωὴ ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ ἐστιν. 5.12 ὁ ἔχων τὸν υἱὸν ἔχει τὴν ζωήν· ὁ μὴ ἔχων τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ τὴν ζωὴν οὐκ ἔχει. 5.13 Ταῦτα ἔγραψα ὑμῖν τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῆτε ὅτι ζωὴν αἰώνιον ἔχετε, καὶ ἵνα πιστεύητε εἰς τὸ ὄνομα τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. 5.14 καὶ αὕτη ἐστὶν ἡ παρρησία ἣν ἔχομεν πρὸς αὐτόν, ὅτι ἐάν τι αἰτώμεθα κατὰ τὸ θέλημα αὐτοῦ, ἀκούει ἡμῶν. 5.15 καὶ ὰν οἴδαμεν ὅτι ἀκούει ἡμῶν ὃ ἂν αἰτώμεθα, οἴδαμεν ὅτι ἔχομεν τὰ αἰτήματα ἃ ᾐτήκαμεν παρ᾿ αὐτοῦ. 5.16 ᾿Εάν τις ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ. 5.17 πᾶσα ἀδικία ἁμαρτία ἐστίν· καὶ ἔστιν ἁμαρτία οὐ πρὸς θάνατον. 5.18 Οἴδαμεν ὅτι πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ οὐχ ἁμαρτάνει, ἀλλ᾿ ὁ γεννηθεὶς ἐκ τοῦ Θεοῦ τηρεῖ ἑαυτόν, καὶ ὁ πονηρὸς οὐχ ἅπτεται αὐτοῦ. 5.19 οἴδαμεν ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐσμεν, καὶ ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται. 5.20 οἴδαμεν δὲ ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἥκει καὶ δέδωκεν ἡμῖν τῷ ἀληθινῷ, ἐν τῷ υἱῷ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστῷ. οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος. 5.21 Τεκνία, φυλάξατε ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν εἰδώλων· ἀμήν.