diax
Agioi1

Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Νικηφόρος, ὁ Ὁμολογητής, γεννήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, τό 758 μ.Χ., ἀπό περιφανεῖς καί εὐσεβεῖς γονεῖς, τό βασιλικό γραμματέα καί νοτάριο Θεόδωρο καί τήν Εἰρήνη. Ὁ πατέρας του ἐξορίσθηκε ἀπό τόν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε’ τόν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στά Μύλασσα τῆς Καρίας καί μετά στή Νίκαια, ὅπου μετά ἑξαετία ἀπέθανε, διότι ἦταν ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶν εἰκόνων.
Ὁ Νικηφόρος εἶχε καλή ἐκπαίδευση καί ἐχρημάτισε βασιλικός γραμματέας, ἀλλά ἐπειδή εἶχε κλίση στή μοναχική πολιτεία, ἐκάρη μοναχός καί ἀποσύρθηκε σέ κάποιο λόφο ἀπέναντι τοῦ Θρακικοῦ Βοσπόρου, ὅπου μαζί μέ ἄλλους μοναχούς διήνυε τήν ὁδό τῆς ἀσκήσεως.
Γενόμενος γνωστός γιά τίς ἀρετές του στήν Κωνσταντινούπολη, προσκλήθηκε καί ἀνέλαβε τή διεύθυνση κάποιου πτωχοκομείου τῆς πόλεως. Ὅταν ἐκοιμήθηκε ὁ Ἅγιος Ταράσιος († 25 Φεβρουαρίου), ὑπό τοῦ αὐτοκράτορος Νικηφόρου Α’ τοῦ Λογοθέτου (803 – 811 μ.Χ.), μέ τήν ψῆφο τοῦ κλήρου καί τοῦ λαοῦ, ἐξελέγη, στίς 5 Ἀπριλίου 806 μ.Χ., Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καί ἐχειροτονήθηκε στίς 12 τοῦ ἰδίου μηνός κατά τήν ἡμέρα τοῦ Ἁγίου Πάσχα.

Ὅσο ζοῦσε ὁ βασιλεύς Νικηφόρος καί οἱ διάδοχοί του Σταυράκιος (811 μ.Χ.) καί Μιχαήλ Α’ ὁ Ραγκαβές (811 – 813 μ.Χ.), ἡ πατριαρχεία τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου ἦταν ὁμαλή καί ἀπερίσπαστη. Ὄταν ὅμως αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Λέων Ε’ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος, ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἦταν ἀντίπαλος καί ἀτρόμητος ἐπιτιμητής τῆς βασιλικῆς ἀσέβειας. Ὁ Πατριάρχης παρέλαβε τόν Ὅσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τόν Ἅγιο Αἰμιλιανό Κυζίκου, τόν Ἅγιο Εὐθύμιο Σαρδέων, τόν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τόν Ἅγιο Μιχαήλ Συνάδων καί τόν Ἅγιο Ἰωσήφ Θεσσαλονίκης, καί ἐπῆγε στό παλάτι, γιά νά ἐλέγξει τόν αὐτοκράτορα καί νά τόν βοηθήσει νά ἐπιστρέψει στήν ὀρθή πίστη. Ὁ αὐτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος καί τούς κατεδίκασε ὄλους σέ ἐξορία. Ὁ Πατριάρχης Νικηφόρος ἐξορίσθηκε ἀρχικά στή Χρυσούπολη καί στή συνέχεια στή μονή τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου κοντά στόν Ἀκρίτα. Ἐκεῖ συνδέθηκε περισσότερο μέ τόν Ἅγιο Θεόδωρο τόν Στουδίτη, πού ἦταν καί αὐτός ἐξορισμένος.
Ὄταν μετά ἀπό λίγο, δολοφονηθέντος τοῦ αὐτοκράτορος Λέοντος, ἔγινε βασιλέας ὁ Μιχαήλ Β’ ὁ Τραυλός (820 – 829 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἐπανῆλθε στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐζήτησε τήν ἀποκατάστασή του. Ὁ αὐτοκράτορας Μιχαήλ ἐδέχθηκε τήν πρόταση αὐτή, ἀλλ’ ὑπό τόν ὅρο ὁ Ἅγιος νά ἀναγνωρίσει τήν ὑφιστάμενη ἐκκλησιαστική τάξη καί νά μήν κινήσει τό θέμα τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ὁ Ἅγιος ἀπέκρουσε τόν ὅρο αὐτό καί ἐπροτίμησε τήν ἐξορία, ὅπου καί ἀπέθανε τό 829 μ.Χ.
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητής εἶναι ἐπίσημος στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο διότι μέ ἐνθουσιασμό καί ἱερό ζῆλο ἐπολέμησε τούς εἰκονομάχους, ἀλλά καί γιά τή σπάνια αὐτοῦ συγγραφική ἱκανότητα. Ἐπισημότερα τῶν συγγραμμάτων του εἶναι ἡ «Σύντομος Ἱστορία», τό «Χρονολογικόν σύντομον», ἡ «Στιχομετρία», «Λόγοι ἀντιρρητικοί», «Ἐπιστολαί», καί διάφοροι ἐκκλησιαστικοί κανόνες.
Ἡ μεγάλη συμβολή τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου στήν ὑπερίσχυση καί ἐπικράτηση τῶν Ὀρθοδόξων ἀπόψεων ἔγκειται στήν ὑπ’ αὐτοῦ συστηματική ἀνασκευή καί ἀναίρεση τῶν εἰκονοκλαστικῶν θέσεων καί μάλιστα καί τῶν ἀναφερομένων στό Χριστολογικό δόγμα.
Οἱ εἰκονομάχοι, ἀθετήσαντες τήν τιμή τῶν ἱερῶν εἰκόνων, ἀπέβαλαν εὐθύς ἐξ ἀρχῆς καί τίς εἰκόνες τῶν Ἀγγέλων. Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἀπέδειξε μέ βάση τήν Παλαιά Διαθήκη ὅτι οἱ Ἀγγελικές δυνάμεις, ἂν καί ἀσώματοι, ἄυλοι καί (σχετικῶς) ἀπεριόριστοι, εἰκονίζονται καί οἱ εἰκόνες προσαγορεύονται διά τοῦ ὀνόματος τῶν ἀρχετύπων, διά τοῦ ὁποίου μεταβιβάζονται σέ αὐτές ἡ χάρη καί ἡ εὐλογία ἐκείνων, τῶν ὁποίων καί μεταλαμβάνουν οἱ ἀξίως τιμῶντες αὐτές. Ἔτσι, κατά τόν ἱερό Πατέρα, οἱ εἰκόνες τῶν Ἀγγέλων δέν εἶναι ἄψυχα, ἀναίσθητα, ἀπό ἄψυχη καί ἄλογη ὕλη, ἐπιτεύγματα ἀνθρωπίνων χειρῶν, δέν εἶναι εἴδωλα, ἀλλά τῶν ἐπουρανίων Δυνάμεων «ἀφομοιώματα τίμια καί ἅγια», «ἱερά ἀπεικάσματα καί ἀπεικονίσματα», τήν κατασκευή τῶν ὁποίων «Θεός ἐστιν ὁ προστάττων, Θεός ὁ κελεύων».
Ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τήν ἀνακομιδή τοῦ ἱεροῦ λειψάνου αὐτοῦ στίς 13 Μαρτίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Νίκην ἤνεγκε, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἡ σή ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε· τήν γάρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορίᾳ ἀδίκως ὡμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Τόν τήν νίκης στέφανον, ὦ Νικηφόρε, οὐρανόθεν ἔνδοξε, ὡς εἰληφώς παρά Θεοῦ, σῶζε τούς πίστει τιμῶντάς σε, ὡς Ἱεράρχην Χριστοῦ καί Διδάσκαλον.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας ἔμπνους εἰκών, καί Εἰκονομάχων, καθαιρέτης ὁ ἰσχυρός· χαίροις θεοσδότων, δογμάτων ὁ προστάτης, θεόφρον Νικηφόρε, πίστεως ἔρεισμα.

Ἅγιος Ἔρασμος ὁ Ἱερομάρτυρας καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἔρασμος ἔζησε κατά τούς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καί Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.) καί καταγόταν ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας.
Ἀπό μικρή ἡλικία ἀγάπησε τήν ἄσκηση καί τή μοναχική πολιτεία καί ἀργότερα ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό ἀποστολικό ζῆλο κινούμενος περιερχόταν διάφορα μέρη καί ἐκήρυττε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ τελώντας πλῆθος θαυμάτων καί προσελκύοντας πολλούς εἰδωλολάτρες στήν ἀληθινή πίστη. Ἐκήρυξε στή Θράκη, τή Μακεδονία καί στήν πόλη τῶν Λυχνιδῶν τῆς Ἀχρίδος. Γιά τήν ἀποστολική δράση αὐτοῦ καταγγέλθηκε στόν αὐτοκράτορα Μαξιμιανό, πού διέτριβε στήν Ἑρμούπολη τοῦ Ἰλλυρικοῦ, καί ἀρνηθείς νά θυσιάσει στά εἴδωλα ἐβασανίσθηκε καί ἐκλείσθηκε στή φυλακή. Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας ἐκάλεσε καί πάλι τόν Ἅγιο Ἔρασμο ἐνώπιόν του, τόν ἐρώτησε ποιός εἶναι ὁ Θεός του καί γιατί Τόν προσκυνᾶ. Ἀλλά ἐπειδή ὁ Ἅγιος ἐσιωποῦσε, ὁ τύραννος ὀργίσθηκε καί διέταξε νά τόν κτυπήσουν. Ὁ Ἅγιος ἐρώτησε τό βασιλέα, γιατί τόν κτυποῦν. Ὁ τύραννος τοῦ ἀποκρίθηκε ὅτι τόν ἐκτύπησε, γιατί δέν θυσιάζει στούς θεούς. Τότε ὁ Ἅγιος ἐζήτησε νά τοῦ δείξει ὁ βασιλέας ποιούς θεούς νά προσκυνήσει. Ἐκεῖνος τότε ἐνόμισε ὅτι ὁ Ἅγιος ἤθελε νά θυσιάσει στά εἴδωλα καί τόν ὁδήγησε στό ναό τοῦ Δία δείχνοντάς του τό εἴδωλό του, τό ὁποῖο ἦταν χάλκινο, δώδεκα μέτρα ὕψος καί ἕξι μέτρα πλάτος.

Τότε ὁ Ἅγιος ἔστρεψε πρός αὐτό βλοσυρό τό βλέμμα. Καί τό θαῦμα ἔγινε! Τό εἴδωλο ἀμέσως ἔπεσε καί ἔγινε κομμάτια. Ἀπό τό εἴδωλο, λέγει τό Συναξάρι, ἐξῆλθε ἕνας δράκοντας. Ὁ αὐτοκράτορας ἐφοβήθηκε καί τό πλῆθος προσέπεσε στά πόδια τοῦ Μάρτυρος καί πολλοί ἐπίστεψαν στόν Χριστό. Ἦσαν δέ οἱ βαπτισθέντες περί τούς 20.000. Οἱ στρατιῶτες συνέλαβαν καί πάλι τόν Ἅγιο καί τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος μαζί μέ τούς πιστούς πού ἐβαπτίσθηκαν. Ὁ ἡγεμόνας ἔδωσε ἐντολή οἱ 20.000 Χριστιανοί πού ἐπίστεψαν στόν Χριστό νά ἀποκεφαλισθοῦν καί ὁ Ἅγιος νά ἐνδυθεῖ μέ πυρακτωμένο χαλκό. Ὅμως ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ μετέβαλε τό πυρακτωμένο χαλκό σέ ψυχρό μέταλλο. Μετά ἀπό αὐτά ὁ Ἅγιος ὁδηγήθηκε καί πάλι στή φυλακή, ἀπό τήν ὁποία ἐλυτρώθηκε, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀπό τή φυλακή τοῦ Ἡρώδου. Ἄγγελος Κυρίου τόν ἐλευθέρωσε καί τόν ὁδήγησε στήν Καμπανία, στήν πόλη πού ὀνομαζόταν Φρυμός, γιά νά κηρύξει καί ἐκεῖ τό λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Γι’ αὐτό καί θεωρεῖται Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Φόρμι τῆς Ἰταλίας.
Λίγο πρίν τήν κοίμησή του ὁ Ἅγιος Ἔρασμος ἐπέστρεψε στή Χερμελία τῆς Ἀχρίδος. Προαισθανόμενος τό τέλος του, προσκύνησε τρεῖς φορές κατά ἀνατολάς καί παρεκάλεσε τόν Θεό νά χαρίζει ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ζωήν αἰώνια σέ ἐκείνους πού θά ἐπικαλοῦνταν τό ὄνομά του καί θά ἐτελοῦσαν τή μνήμη του. Ὁ Ἅγιος Θεός ἄκουσε τήν παράκλησή του καί ἀμέσως ἀκούσθηκε φωνή ἀπό τόν οὐρανό πού ἔλεγε: «Ἔτσι, ὅπως προσευχήθηκες, θά γίνει». Μόλις ὁ Ἅγιος ἄκουσε αὐτό, ἡ ψυχή του ἐγέμισε χαρά. Κατόπιν ἔστρεψε τά μάτια του στόν οὐρανό, ὅπου εἶδε ὑπέρλαμπρο στεφάνι νά κατέρχεται ἐπ’ αὐτό καί τάγματα Ἀγγέλων, χορούς Προφητῶν καί Ἀποστόλων, πλῆθος Μαρτύρων καί τάξεις Δικαίων, πού ἔρχονταν νά τόν προϋπαντήσουν. Ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του ἀνεφώνησε: «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τό πνεῦμά μου». Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἔρασμος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 303 μ.Χ., καί ἐκληρονόμησε τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἅγιος Ἔρασμος θεωρεῖται προστάτης τῶν ἀσθενῶν πού πάσχουν ἀπό στομαχικές ἀσθένειες καί κολικό.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Εὐγένιος Ἐπίσκοπος Ρώμης (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Εὐγένιος, Ἐπίσκοπος Ρώμης, ἐγεννήθηκε στή Ρώμη καί ἦταν υἱός τοῦ Ρουφινιανοῦ. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Ρώμης ἀπό τόν κλῆρο καί τόν λαό στίς 10 Αὐγούστου 654 μ.Χ. καί διαδέχθηκε τόν Πάπα Μαρτίνο Α’, τόν ὁποῖο ὁ αὐτοκράτορας Κώνστας Β’ (642 – 668 μ.Χ.), ἐπειδή δέν ὑπέγραψε κείμενο διά τοῦ ὁποίου ἀπαγορευόταν νά ὁμιλεῖ περί μιᾶς ἢ δύο ἐν Χριστῷ θελήσεων, τόν συνέλαβε, τό 653 μ.Χ., καί τόν ἐξόρισε ἀσθενή καί κλινήρη στή Χερσώνα, ὅπου καί ἀπέθανε. Ὅταν ἐστάλη ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη, ὑπό τοῦ Πατριάρχου Πύρρου, ἔκθεσις πίστεως, στήν ὁποία συνιστᾶτο ἀντί μιᾶς ἢ δύο θελήσεων ἐν Χριστῷ, ἡ παραδοχή τριῶν θελήσεων, ὁ Εὐγένιος ἦταν ἕτοιμος νά ἀποδεχθεῖ αὐτήν, ἀλλ’ ὁ λαός καί ὁ κλῆρος τῆς Ρώμης ἀντιστάθηκε καί ἀπαγόρευσε σέ αὐτόν τή Θεία Λειτουργία. Ἔτσι δέν συμφώνησε μέ τό κείμενο τῆς ἐπιστολῆς καί ἐτήρησε σθεναρή στάση κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ μέ ἀποτέλεσμα ὁ αὐτοκράτορας νά ὀργισθεῖ ἐναντίον του. Αὐτό ὅμως δέν ἐπτόησε τόν Ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἀγωνίσθηκε ὑπέρ τῆς πατρώας εὐσέβειας καί τή διδασκαλία τῆς Δ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ὁ Ἅγιος Εὐγένιος διακρίθηκε γιά τήν ὁσιότητα τοῦ βίου του, τήν εὐγένεια καί τή φιλανθρωπία καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 657 μ.Χ.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μεγαλομάρτυρας ὁ Νέος ὁ Τραπεζούντιος (2 Ιουνίου)

7 μνήμη τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Τραπεζουντίου ἑορτάζεται, ἐπίσης, στίς 12 Ἰουνίου. Σήμερα ἑορτάζεται ἡ ἀνάμνηση τοῦ θαύματος τῆς διασώσεως τῆς πόλεως τῆς Σουτσεάβα τῆς Ρουμανίας, στήν ὁποία φυλάσσονται τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου, ἀπό τήν πολιορκία τῶν Τατάρων, κατά τό 1622.
Κατά τήν ἡμέρα αὐτή, ὅταν οἱ Τάταροι ἀπειλοῦσαν τή Σουτσεάβα, οἱ ἐφημέριοι τοῦ ναοῦ, στόν ὁποῖο ἐφυλάσσονταν τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἠθέλησαν, φοβούμενοι τήν ἐπιδρομή τῶν βαρβάρων, νά μεταφέρουν τή λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου στό κάστρο. Ὅμως δέν μποροῦσαν μέ κανένα τρόπο νά μετακινήσουν τήν λειψανοθήκη τοῦ Ἁγίου, πού ἔγινε ἀσήκωτη. Τότε κατάλαβαν ὅτι αὐτό ἦταν θέλημα τοῦ Ἁγίου, ὁ ὁποῖος θά τούς ἐπροστάτευε. Ἀμέσως κληρικοί καί λαϊκοί ἄρχισαν νά προσεύχονται. Πράγματι! Μία καταρρακτώδης βροχή ἐμπόδισε τούς ἐπιδρομεῖς νά πολιορκήσουν τήν πόλη καί νά εἰσβάλουν σέ αὐτήν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Δημήτριος ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐκ Φιλαδελφείας (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυς Δημήτριος καταγόταν ἀπό τή Φιλαδέλφεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί ἦταν υἱός κάποιου ἱερέως, πού ὀνομαζόταν Δούκας. Μετά τό θάνατο τοῦ πατρός του, σέ ἡλικία δέκα τριῶν ἐτῶν, παρασύρθηκε ἀπό τίς δελεαστικές ὑποσχέσεις τῶν Τούρκων, καί, ἀφοῦ ἀξόμωσε, ἀσπάσθηκε τό Μωαμεθανισμό. Ὑποστηριχθείς δέ ὑπό τῶν νέων ὁμόθρήσκων του, τόσο προόδευσε, ὥστε συγκαταλεγόταν μεταξύ τῶν πρώτων τῆς πόλεως, σέ πλοῦτο καί ἀνδρεία. Ὅταν ὅμως ἔφθασε σέ ἡλικία εἴκοσι πέντε ἐτῶν, ἄρχισαν νά γεννιοῦνται στήν καρδιά του τύψεις, πόθος δέ τόν κατέλαβε νά ἐπανέλθει στήν πατρώα Χριστιανική πίστη. Κατόπιν τούτου μετέβη στόν ἡγεμόνα τῆς Φιλαδελφείας καί μέ πνευματική ἀνδρεία ἐδήλωσε σέ αὐτόν ὅτι μετά βδελυγμίας ἀπεκήρυσσε τό Μωαμεθανισμό καί ὅτι ἐπανερχόταν στή Χριστιανική πίστη, τήν ὁποία, παρασυρθείς, εἶχε ἀπαρνηθεῖ. Ὁ ἡγεμόνας, ἀφοῦ μάταια προσπάθησε νά μεταπείσει τόν Δημήτριο, διέταξε τή σκληρή μαστίγωση αὐτοῦ καί τόν ἐγκλεισμό του στή φυλακή. Κατά τή διάρκεια τῆς φυλακίσεως τοῦ Δημητρίου, κατεβλήθησαν μεγάλες προσπάθειες ἀπό σημαίνοντες Τούρκους, γιά νά συγκρατήσουν αὐτόν στή θρησκεία τους, πλήν ὅμως ὅλες προσέκρουσαν στήν κατηγορηματική ἄρνηση τοῦ Νεομάρτυρος, ὁ ὁποῖος παρέμενε ἀκλόνητος στήν ἀπόφασή του. Πρό τῆς ἐπιμονῆς του αὐτῆς, ὁ ἡγεμόνας διέταξε, τό 1657, τή θανάτωσή του. Παραλαβόντες τόν Δημήτριο οἱ δήμιοι καί ὁ ὄχλος τόν ὁδήγησαν στόν τόπο τῆς ἐκτελέσεως, ὅπου, ἀφοῦ κατέσφαξαν καί κατατεμάχισαν αὐτόν διά μαχαιρῶν, τόν ἔριξαν ἐπί τῆς πυρᾶς. Περιεβλήθη ἔτσι τόν ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Κωνσταντίνος ὁ Νεομάρτυρας ὁ ἐξ Ἀγαρηνῶν (2 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Νεομάρτυς Κωνσταντίνος ἐγεννήθηκε στό χωριό Ψιλομέτωπο τῆς Λέσβου ἀπό πατέρα Μωαμεθανό καί μητέρα Χριστιανή, ἡ ὁποία καί ἐγαλούχησε αὐτόν μέ τά νάματα τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Μετά τόν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἐγκατέλειψε τήν πατρίδα του καί ἀφοῦ μετέβη στή Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἐβαπτίσθηκε καί ἔλαβε τό Χριστιανικό ὄνομα Κωνσταντίνος. Ἐπισκεφθείς κάποτε τή Σκήτη τοῦ Ἁγίου Προδρόμου καί ἀσπασθείς τά ἱερά λείψανα τῶν Νεομαρτύρων, πού ἐφυλάσσονταν ἐκεῖ, τόσο ἐπηρεάσθηκε, ὥστε ἀμέσως τοῦ ἐγεννήθηκε ὁ πόθος νά μαρτυρήσει ὑπέρ τοῦ Χριστοῦ.

Ὅταν ἐπέστρεψε στή Σκήτη τῶν Καυσοκαλυβίων, ἐκμυστηρεύθηκε τόν πόθο του στόν πνευματικό του, ὁ ὁποῖος, εὐχαρίστως, ἀφοῦ ἄκουσε τήν ἀπόφαση τοῦ Κωνσταντίνου, ὑπέβαλε ἀμέσως αὐτόν στήν κατάλληλη προετοιμασία. Ὅταν αὐτή συντελέσθηκε, ὁ Κωνσταντίνος, συνοδευόμενος ὑπό τῶν εὐχῶν τοῦ πνευματικοῦ του καί τῶν συνασκητῶν του, ἀπῆλθε στήν Ἀνατολή, πρός ἐκπλήρωση τοῦ διακαοῦς πόθου του. Ἀποβιβάσθηκε στίς Κυδωνίες, ὅπου, κατά τή διάρκεια τῆς ἀναμονῆς πλοίου γιά τή Σμύρνη, ἐθεώρησε καλό νά ἐργασθεῖ σέ κατάστημα τροφίμων. Ἐκεῖ ὅμως ἀναγνωρίσθηκε ἀπό κάποιον Τοῦρκο συμπολίτη του καί καταγγέλθηκε στόν ἀγᾶ, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ συνέλαβε αὐτόν, τόν ἐρωτοῦσε περί τῆς ἀλήθειας ἢ μή τῶν καταγγελθέντων. Ὁ Κωνσταντίνος μέ θάρρος ὁμολόγησε ὅτι ναί μέν προηγουμένως ἦταν Μωαμεθανός, ἀλλά, ἐπειδή ἐφωτίσθηκε ἀπό τόν Θεό, ἔγινε Χριστιανός, διότι ἐπείσθηκε ὅτι ἡ πίστη αὐτή εἶναι ἡ μόνη ἀληθινή καί ἄμωμη. Ἐξοργισθείς ὁ ἀγᾶς, ἀφοῦ ὑπέβαλε τόν Κωνσταντίνο σέ παντοειδή βασανιστήρια, τόν ἀπέστειλε στήν Κωνσταντινούπολη, γιά νά ληφθεῖ ἐκεῖ ἡ ὁριστική ἀπόφαση περί αὐτοῦ. Ἀλλά καί ἐκεῖ ὁ Κωνσταντίνος παρέμεινε ἀκλόνητος στή Χριστιανική ὁμολογία του καί ἀπέρριψε ὅλες τίς γενόμενες σέ αὐτόν δελεαστικές προτάσεις. Κατόπιν τούτου, τό 1819, διατάχθηκε ἡ δι’ ἀπαγχονισμοῦ θανάτωσή του. Τό τίμιο λείψανο τοῦ Μάρτυρος, γιά νά μήν παραληφθεῖ ἀπό τούς Χριστιανούς, ἐνταφιάσθηκε κρυφά στό Τουρκικό νεκροταφεῖο, μεταξύ τῶν ἐκεῖ ἐνταφιασμένων Μωαμεθανῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
1 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
2 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
3 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι και
ο οίνος
 
 
4 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
5 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
6 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 7 Ιουνίου 2020
   Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 

Κεφάλαιο 1

1.1 ᾿Ιάκωβος, Θεοῦ καὶ Κυρίου ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ δοῦλος, ταῖς δώδεκα φυλαῖς ταῖς ἐν τῇ διασπορᾷ χαίρειν. 1.2 Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις, 1.3 γινώσκοντες ὅτι τὸ δοκίμιον ὑμῶν τῆς πίστεως κατεργάζεται ὑπομονήν· 1.4 ἡ  δὲ ὑπομονὴ ἔργον τέλειον ἐχέτω, ἵνα ἦτε τέλειοι καὶ ὁλόκληροι, ἐν μηδενὶ λειπόμενοι. 1.5 Εἰ δέ τις ὑμῶν λείπεται σοφίας, αἰτείτω παρὰ τοῦ διδόντος Θεοῦ πᾶσιν ἁπλῶς καὶ οὐκ ὀνειδίζοντος, καὶ δοθήσεται αὐτῷ· 1.6 αἰτείτω δὲ ἐν πίστει, μηδὲν διακρινόμενος· ὁ γὰρ διακρινόμενος ἔοικε κλύδωνι θαλάσσης ἀνεμιζομένῳ καὶ ῥιπιζομένῳ. 1.7 μὴ γὰρ οἰέσθω ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὅτι λήψεταί τι παρὰ τοῦ Κυρίου. 1.8 ἀνὴρ δίψυχος ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ 1.9 καυχάσθω δὲ ὁ ἀδελφὸς ὁ ταπεινὸς ἐν τῷ ὕψει αὐτοῦ, 1.10 ὁ δὲ πλούσιος ἐν τῇ ταπεινώσει αὐτοῦ, ὅτι ὡς ἄνθος χόρτου παρελεύσεται. 1.11 ἀνέτειλε γὰρ ὁ ἥλιος σὺν τῷ καύσωνι καὶ ἐξήρανε τὸν χόρτον, καὶ τὸ ἄνθος αὐτοῦ ἐξέπεσε, καὶ ἡ εὐπρέπεια τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἀπώλετο. οὕτω καὶ ὁ πλούσιος ἐν ταῖς πορείαις αὐτοῦ μαρανθήσεται. 1.12 Μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν· ὅτι δόκιμος γενόμενος λήψεται τὸν στέφανον τῆς ζωῆς, ὃν ἐπηγγείλατο ὁ Κύριος τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν. 1.13 Μηδεὶς πειραζόμενος λεγέτω ὅτι ἀπὸ Θεοῦ πειράζομαι· ὁ γὰρ Θεὸς ἀπείραστός ἐστι κακῶν, πειράζει δὲ αὐτὸς οὐδένα. 1.14 ἕκαστος δὲ πειράζεται ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιθυμίας ἐξελκόμενος καὶ δελεαζόμενος· 1.15 εἶτα ἡ ἐπιθυμία συλλαβοῦσα τίκτει ἁμαρτίαν, ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον. 1.16 Μὴ πλανᾶσθε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί· 1.17 πᾶσα δόσις ἀγαθὴ καὶ πᾶν δώρημα τέλειον ἄνωθέν ἐστι καταβαῖνον ἀπὸ τοῦ πατρὸς τῶν φώτων, παρ᾿ ᾧ οὐκ ἔνι παραλλαγὴ ἢ τροπῆς ἀποσκίασμα. 1.18 βουληθεὶς ἀπεκύησεν ἡμᾶς λόγῳ ἀληθείας εἰς τὸ εἶναι ἡμᾶς ἀπαρχήν τινα τῶν αὐτοῦ κτισμάτων. 1.19 ῞Ωστε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί, ἔστω πᾶς ἄνθρωπος ταχὺς εἰς τὸ ἀκοῦσαι, βραδὺς εἰς τὸ λαλῆσαι, βραδὺς εἰς ὀργήν· 1.20 ὀργὴ γὰρ ἀνδρὸς δικαιοσύνην Θεοῦ οὐ  κατεργάζεται. 1.21 διὸ ἀποθέμενοι πᾶσαν ῥυπαρίαν καὶ περισσείαν κακίας ἐν πραΰτητι δέξασθε τὸν ἔμφυτον λόγον τὸν δυνάμενον σῶσαι τὰς ψυχὰς ὑμῶν. 1.22 Γίνεσθε δὲ ποιηταὶ λόγου καὶ μὴ μόνον ἀκροαταί, παραλογιζόμενοι ἑαυτούς. 1.23 ὅτι εἴ τις ἀκροατὴς λόγου ἐστὶ καὶ οὐ ποιητής, οὗτος ἔοικεν ἀνδρὶ κατανοοῦντι τὸ πρόσωπον τῆς γενέσεως αὐτοῦ ἐν ἐσόπτρῳ· 1.24 κατενόησε γὰρ ἑαυτὸν  καὶ ἀπελήλυθε, καὶ εὐθέως ἐπελάθετο ὁποῖος ἦν. 1.25 ὁ δὲ παρακύψας εἰς νόμον τέλειον τὸν τῆς ἐλευθερίας καὶ παραμείνας, οὗτος οὐκ ἀκροατὴς ἐπιλησμονῆς γενόμενος, ἀλλὰ ποιητὴς ἔργου, οὗτος μακάριος ἐν τῇ ποιήσει αὐτοῦ ἔσται. 1.26 Εἴ τις δοκεῖ θρῆσκος εἶναι ἐν ὑμῖν μὴ  χαλιναγωγῶν Γλῶσσαν αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ἀπατῶν καρδίαν αὐτοῦ, τούτου μάταιος ἡ θρησκεία. 1.27 θρησκεία καθαρὰ καὶ ἀμίαντος παρὰ τῷ Θεῷ καὶ πατρὶ αὕτη ἐστίν, ἐπισκέπτεσθαι ὀρφανοὺς καὶ χήρας ἐν τῇ θλίψει αὐτῶν, ἄσπιλον ἑαυτὸν τηρεῖν ἀπὸ τοῦ κόσμου.

Κεφάλαιο 2

2.1 ᾿Αδελφοί μου, μὴ ἐν προσωποληψίαις ἔχετε τὴν πίστιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῆς δόξης. 2.2 ἐὰν γὰρ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συναγωγὴν ὑμῶν ἀνὴρ χρυσοδακτύλιος ἐν αἰσθῆτι λαμπρᾷ, εἰσέλθῃ δὲ καὶ πτωχὸς ἐν ῥυπαρᾷ ἐσθῆτι, 2.3 καὶ ἐπιβλέψητε ἐπὶ τὸν φοροῦντα τὴν ἐσθῆτα τὴν λαμπρὰν καὶ εἴπητε αὐτῷ, σὺ κάθου ὧδε καλῶς, καὶ τῷ πτωχῷ εἴπητε, σὺ στῆθι ἐκεῖ ἢ κάθου ὧδε ὑπὸ τὸ ὑποπόδιόν μου, 2.4 καὶ οὐ διεκρίθητε ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐγένεσθε κριταὶ διαλογισμῶν πονηρῶν; 2.5 ᾿Ακούσατε, ἀδελφοί μου ἀγαπητοί. οὐχ ὁ Θεὸς ἐξελέξατο τοὺς πτωχοὺς τοῦ κόσμου πλουσίους ἐν πίστει καὶ κληρονόμους τῆς βασιλείας ἧς ἐπηγγείλατο τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν; 2.6 ὑμεῖς δὲ ἠτιμάσατε τὸν πτωχόν. οὐχ οἱ πλούσιοι καταδυναστεύουσιν ὑμῶν, καὶ αὐτοὶ ἕλκουσιν ὑμᾶς εἰς κριτήρια; 2.7 οὐκ αὐτοὶ βλασφημοῦσι τὸ καλὸν ὄνομα τὸ ἐπικληθὲν ἐφ᾿ ὑμᾶς; 2.8 εἰ μέντοι νόμον τελεῖτε βασιλικὸν κατὰ τὴν γραφήν, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν, καλῶς ποιεῖτε· 2.9 εἰ δὲ προσωποληπτεῖτε, ἁμαρτίαν ἐργάζεσθε, ἐλεγχόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς παραβάται. 2.10 ὅστις γὰρ ὅλον τὸν νόμον τηρήσῃ, πταίσῃ δὲ ἐν ἑνί, γέγονε πάντων ἔνοχος. 2.11 ὁ γὰρ εἰπὼν μὴ μοιχεύσῃς, εἶπε καὶ μὴ φονεύσῃς· εἰ δὲ οὐ μοιχεύσεις, φονεύσεις δέ, γέγονας παραβάτης νόμου. 2.12 οὕτω λαλεῖτε καὶ οὕτω ποιεῖτε, ὡς διὰ νόμου ἐλευθερίας μέλλοντες κρίνεσθαι· 2.13 ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος· κατακαυχᾶται ἔλεος κρίσεως. 2.14 Τί τὸ ὄφελος, ἀδελφοί μου, ἐὰν πίστιν λέγῃ τις ἔχειν, ἔργα δὲ μὴ ἔχῃ; μὴ δύναται ἡ πίστις σῶσαι αὐτόν; 2.15 ἐὰν δὲ ἀδελφὸς ἢ ἀδελφὴ γυμνοὶ ὑπάρχωσι καὶ λειπόμενοι ὦσι τῆς ἐφημέρου τροφῆς, 2.16 εἴπῃ δέ τις αὐτοῖς ἐξ ὑμῶν, ὑπάγετε ἐν εἰρήνῃ, θερμαίνεσθε καὶ χορτάζεσθε, μὴ δῶτε δὲ αὐτοῖς τὰ ἐπιτήδεια τοῦ σώματος, τί τὸ ὄφελος; 2.17 οὕτω καὶ ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι καθ᾿ ἑαυτήν. 2.18 ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· σὺ πίστιν ἔχεις, κἀγὼ ἔργα ἔχω· δεῖξόν μοι τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, κἀγὼ δείξω σοι ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου. 2.19 σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι. 2.20 θέλεις δὲ γνῶναι, ὦ ἄνθρωπε κενέ, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν; 2.21 ᾿Αβραὰμ ὁ πατὴρ ἡμῶν οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ἀνενέγκας ᾿Ισαὰκ τὸν υἱὸν αὐτοῦ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον; 2.22 βλέπεις ὅτι ἡ πίστις συνήργει τοῖς ἔργοις αὐτοῦ, καὶ ἐκ τῶν ἔργων ἡ πίστις ἐτελειώθη, 2.23 καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα·  ἐπίστευσε δὲ ᾿Αβραὰμ τῷ Θεῷ, καὶ ἐλογίσθη αὐτῷ εἰς δικαιοσύνην, καὶ φίλος  Θεοῦ ἐκλήθη. 2.24 ὁρᾶτε τοίνυν ὅτι ἐξ ἔργων δικαιοῦται ἄνθρωπος καὶ οὐκ ἐκ πίστεως μόνον. 2.25 ὁμοίως δὲ καὶ ῾Ραὰβ ἡ πόρνη οὐκ ἐξ ἔργων ἐδικαιώθη, ὑποδεξαμένη τοὺς ἀγγέλους καὶ ἑτέρᾳ ὁδῷ ἐκβαλοῦσα; 2.26 ὥσπερ γὰρ τὸ σῶμα χωρὶς πνεύματος νεκρόν ἐστιν, οὕτω καὶ ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι.

Κεφάλαιο 3

3.1 Μὴ πολλοὶ διδάσκαλοι γίνεσθε, ἀδελφοί μου, εἰδότες ὅτι μεῖζον κρῖμα ληψόμεθα· 3.2 πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες. εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ, δυνατὸς χαλιναγωγῆσαι καὶ ὅλον τὸ σῶμα. 3.3 ἴδε τῶν ἵππων τοὺς χαλινοὺς εἰς τὰ στόματα βάλλομεν πρὸς τὸ πείθεσθαι αὐτοὺς ἡμῖν, καὶ ὅλον τὸ σῶμα αὐτῶν μετάγομεν. 3.4 ᾿Ιδοὺ καὶ τὰ πλοῖα, τηλικαῦτα ὄντα καὶ ὑπὸ σκληρῶν ἀνέμων ἐλαυνόμενα, μετάγεται ὑπὸ ἐλαχίστου πηδαλίου ὅπου ἂν ἡ ὁρμὴ τοῦ εὐθύνοντος βούληται. 3.5 οὕτω καὶ ἡ Γλῶσσα μικρὸν μέλος ἐστὶ καὶ μεγαλαυχεῖ. ἰδοὺ ὀλίγον πῦρ ἡλίκην ὕλην ἀνάπτει! 3.6 καὶ ἡ Γλῶσσα πῦρ, ὁ κόσμος τῆς ἀδικίας. οὕτως ἡ Γλῶσσα καθίσταται ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν ἡ σπιλοῦσα ὅλον τὸ σῶμα καὶ Φλογίζουσα τὸν τροχὸν τῆς γενέσεως καὶ Φλογιζομένη ὑπὸ τῆς γεέννης. 3.7 πᾶσα γὰρ φύσις θηρίων τε καὶ πετεινῶν ἑρπετῶν τε καὶ ἐναλίων δαμάζεται καὶ δεδάμασται τῇ φύσει τῇ ἀνθρωπίνῃ, 3.8  τὴν δὲ Γλῶσσαν οὐδεὶς δύναται ἀνθρώπων δαμάσαι· ἀκατάσχετον κακόν, μεστὴ ἰοῦ θανατηφόρου. 3.9 ἐν αὐτῇ εὐλογοῦμεν τὸν Θεὸν καὶ πατέρα, καὶ ἐν αὐτῇ καταρώμεθα τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθ᾿ ὁμοίωσιν Θεοῦ γεγονότας· 3.10 ἐκ τοῦ αὐτοῦ στόματος ἐξέρχεται εὐλογία καὶ κατάρα. οὐ χρή, ἀδελφοί μου, ταῦτα οὕτω γίνεσθαι. 3.11 μήτι ἡ πηγὴ ἐκ τῆς αὐτῆς ὀπῆς βρύει τὸ Γλυκὺ καὶ τὸ πικρόν; 3.12 μὴ δύναται, ἀδελφοί μου, συκῆ ἐλαίας ποιῆσαι ἢ ἄμπελος σῦκα; οὕτως οὐδεμία πηγὴ ἁλυκὸν καὶ Γλυκὺ ποιῆσαι ὕδωρ. 3.13 Τίς σοφὸς καὶ ἐπιστήμων ἐν ὑμῖν; δειξάτω ἐκ τῆς καλῆς ἀναστροφῆς τὰ ἔργα αὐτοῦ ἐν πραΰτητι σοφίας. 3.14 εἰ δὲ ζῆλον πικρὸν ἔχετε καὶ ἐριθείαν ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν, μὴ κατακαυχᾶσθε καὶ ψεύδεσθε κατὰ τῆς ἀληθείας. 3.15 οὐκ ἔστιν αὕτη ἡ σοφία ἄνωθεν κατερχομένη,  ἀλλ᾿ ἐπίγειος, ψυχική, δαιμονιώδης. 3.16 ὅπου γὰρ ζῆλος καὶ ἐριθεία, ἐκεῖ ἀκαταστασία καὶ πᾶν φαῦλον πρᾶγμα. 3.17 ἡ δὲ ἄνωθεν σοφία πρῶτον μὲν ἁγνή ἐστιν, ἔπειτα εἰρηνική, ἐπιεικής, εὐπειθής, μεστὴ ἐλέους καὶ καρπῶν ἀγαθῶν, ἀδιάκριτος καὶ ἀνυπόκριτος. 3.18 καρπὸς δὲ τῆς δικαιοσύνης ἐν εἰρήνῃ σπείρεται τοῖς ποιοῦσιν εἰρήνην.

Κεφάλαιο 4

4.1 Πόθεν πόλεμοι καὶ μάχαι ἐν ὑμῖν; οὐκ ἐντεῦθεν, ἐκ τῶν ἡδονῶν ὑμῶν τῶν στρατευομένων ἐν τοῖς μέλεσιν ὑμῶν; 4.2 ἐπιθυμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε· φονεύετε καὶ ζηλοῦτε, καὶ οὐ δύνασθε ἐπιτυχεῖν· μάχεσθαι καὶ πολεμεῖτε, καὶ οὐκ ἔχετε, διὰ τὸ μὴ αἰτεῖσθαι ὑμᾶς· 4.3 αἰτεῖτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτεῖσθε, ἵνα ἐν ταῖς ἡδοναῖς ὑμῶν δαπανήσητε. 4.4 μοιχοὶ καὶ μοιχαλίδες! οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν; ὃς ἂν οὖν βουληθῇ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρὸς τοῦ Θεοῦ καθίσταται. 4.5 ἢ δοκεῖτε ὅτι κενῶς ἡ γραφὴ λέγει, πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ πνεῦμα ὃ κατῴκησεν ἐν ἡμῖν; 4.6 μείζονα δὲ δίδωσι χάριν· διὸ λέγει· ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν. 4.7 ῾Υποτάγητε οὖν τῷ Θεῶ. ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν· 4.8 ἐγγίσατε τῷ Θεῷ, καὶ ἐγγιεῖ ὑμῖν. καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοὶ καὶ ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι. 4.9 ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καὶ ἡ χαρὰ εἰς κατήφειαν. 4.10 ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ ὑψώσει ὑμᾶς. 4.11 Μὴ καταλαλεῖτε ἀλλήλων, ἀδελφοί. ὁ καταλαλῶν ἀδελφοῦ καὶ κρίνων τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καταλαλεῖ νόμου καὶ κρίνει νόμον· εἰ δὲ νόμον κρίνεις, οὐκ εἶ ποιητὴς νόμου, ἀλλὰ κριτὴς. 4.12 εἷς ἐστιν ὁ νομοθέτης καὶ κριτής, ὁ δυνάμενος σῶσαι καὶ ἀπολέσαι· σὺ δὲ τίς εἶ ὃς κρίνεις τὸν ἕτερον; 4.13 ῎Αγε νῦν οἱ λέγοντες· σήμερον καὶ αὔριον πορευσόμεθα εἰς τήνδε τὴν πόλιν καὶ ποιήσομεν ἐκεῖ ἐνιαυτὸν ἕνα καὶ ἐμπορευσόμεθα καὶ κερδήσομεν· 4.14 οἵτινες οὐκ ἐπίστασθε τὸ τῆς αὔριον· ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη· 4.15 ἀντὶ τοῦ λέγειν ὑμᾶς, ἐὰν ὁ Κύριος θελήσῃ, καὶ ζήσομεν καὶ ποιήσομεν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. 4.16 νῦν δὲ καυχᾶσθε ἐν ταῖς ἀλαζονείαις ὑμῶν· πᾶσα καύχησις τοιαύτη πονηρά ἐστιν. 4.17 εἰδότι οὖν καλὸν ποιεῖν καὶ μὴ ποιοῦντι, ἁμαρτία αὐτῷ ἐστιν.

Κεφάλαιο 5

5.1 ῎Αγε νῦν οἱ πλούσιοι, κλαύσατε ὀλολύζοντες ἐπὶ ταῖς ταλαιπωρίαις ὑμῶν ταῖς ἐπερχομέναις. 5.2 ὁ πλοῦτος ὑμῶν σέσηπε καὶ τὰ ἱμάτια ὑμῶν σητόβρωτα γέγονεν, 5.3 ὁ χρυσὸς ὑμῶν καὶ ὁ ἄργυρος κατίωται, καὶ ὁ ἰὸς αὐτῶν εἰς μαρτύριον ὑμῖν ἔσται καὶ φάγεται τὰς σάρκας ὑμῶν. ὡς πῦρ ἐθησαυρίσατε ἐν ἐσχάταις ἡμέραις. 5.4 ἰδοὺ ὁ μισθὸς τῶν ἐργατῶν τῶν ἀμησάντων τὰς χώρας ὑμῶν ὁ ἀπεστερημένος ἀφ᾿ ὑμῶν κράζει, καὶ αἱ βοαὶ τῶν θερισάντων εἰς τὰ ὦτα Κυρίου Σαβαὼθ εἰσεληλύθασιν. 5.5 ἐτρυφήσατε ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐσπαταλήσατε, ἐθρέψατε τὰς καρδίας ὑμῶν ὡς ἐν ἡμέρᾳ σφαγῆς. 5.6 κατεδικάσατε, ἐφονεύσατε τὸν δίκαιον· οὐκ ἀντιτάσσεται ὑμῖν. 5.7 Μακροθυμήσατε οὖν, ἀδελφοί, ἕως τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου. ἰδοὺ ὁ γεωργὸς ἐκδέχεται τὸν τίμιον καρπὸν τῆς γῆς, μακροθυμῶν ἐπ᾿ αὐτῷ ἕως λάβῃ ὑετὸν πρώῑμον καὶ ὄψιμον. 5.8 μακροθυμήσατε καὶ ὑμεῖς, στηρίξατε τὰς καρδίας ὑμῶν, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου ἤγγικε. 5.9 μὴ στενάζετε κατ᾿ ἀλλήλων, ἀδελφοί, ἵνα μὴ κριθῆτε· ἰδοὺ ὁ κριτὴς πρὸ τῶν θυρῶν ἕστηκεν. 5.10 ὑπόδειγμα λάβετε, ἀδελφοί μου, τῆς κακοπαθείας καὶ τῆς μακροθυμίας τοὺς προφήτας, οἳ ἐλάλησαν τῷ ὀνόματι Κυρίου. 5.11 ἰδοὺ μακαρίζομεν τοὺς ὑπομένοντας· τὴν ὑπομονὴν ᾿Ιὼβ ἠκούσατε, καὶ τὸ τέλος Κυρίου εἴδετε, ὅτι πολύσπλαγχνός ἐστιν ὁ Κύριος καὶ οἰκτίρμων. 5.12 Πρὸ πάντων δέ, ἀδελφοί μου, μὴ ὀμνύετε μήτε τὸν οὐρανὸν μήτε τὴν γῆν μήτε ἄλλον τινὰ ὅρκον· ἤτω δὲ ὑμῶν τὸ ναὶ ναί, καὶ τὸ οὒ οὔ, ἵνα μὴ εἰς ὑπόκρισιν πέσητε. 5.13 Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις· ψαλλέτω. 5.14 ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· 5.15 καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ. 5.16 ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη. 5.17 ᾿Ηλίας ἄνθρωπος ἦν ὁμοιοπαθὴς ἡμῖν, καὶ προσευχῇ προσηύξατο τοῦ μὴ βρέξαι, καὶ οὐκ ἔβρεξεν ἐπὶ τῆς γῆς ἐνιαυτοὺς τρεῖς καὶ μῆνας ἕξ· 5.18 καὶ πάλιν προσηύξατο, καὶ ὁ οὐρανὸς ὑετὸν ἔδωκε καὶ ἡ γῆ ἐβλάστησε τὸν καρπὸν αὐτῆς. 5.19 ᾿Αδελφοί, ἐάν τις ἐν ὑμῖν πλανηθῇ ἀπὸ τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπιστρέψῃ τις αὐτόν, 5.20 γινωσκέτω ὅτι ὁ ἐπιστρέψας ἁμαρτωλὸν ἐκ πλάνης ὁδοῦ αὐτοῦ σώσει ψυχὴν ἐκ θανάτου καὶ καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν.