diax
Agioi1

Ἅγιος Ἀναστάσιος ὁ Ὁσιομάρτυρας ὁ Πέρσης (22 Ιανουαρίου)

15 Ἅγιος Ἀναστάσιος γεννήθηκε στό χωριό Ραχήζ τῆς Περσίας, τῆς ἐπαρχίας Ρασνουνί. Ὀνομαζόταν Μαγουνδάτ, ἦταν υἱός τοῦ μάγου Μάβ καί ὑπηρέτησε στό στρατό ἐπί τῶν ἡμερῶν τοῦ βασιλέως Χοσρόη τοῦ Β’ (590 – 628 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος κατέλαβε τά Ἱεροσόλυμα καί μετέφερε στή χώρα του τόν Τίμιο Σταυρό (614 μ.Χ.). Τότε ὁ Μαγουνδάτ θέλησε νά μάθει, ἀφοῦ ἄκουσε περί αὐτοῦ καί τῶν ἐπιτελουμένων θαυμάτων, γιατί οἱ Χριστιανοί τιμοῦσαν αὐτόν. Ἔτσι, ἀφοῦ διδάχθηκε ἀπό κάποιον πιστό ὅτι μέ τόν σταυρικό θάνατο τοῦ Κυρίου λυτρώθηκε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, πίστεψε στόν Χριστό. Ἔπειτα, συμμετέχοντας στήν ἐκστρατεία τῶν Περσῶν κατά τῆς Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκε στή Χαλκηδόνα. Κατά τήν διαμονή του ἐκεῖ, ἀφοῦ πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Ἡράκλειος κατατρόπωσε τούς Πέρσες, πῆγε στήν Ἱεράπολη καί ἀπό ἐκεῖ στά Ἱεροσόλυμα ὅπου βαπτίσθηκε ὑπό τοῦ Πατριάρχη Μοδέστου, πρός τόν ὁποῖο τόν ὁδήγησε ὁ ἱερεύς τοῦ πανίερου Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως καί ἔλαβε τό ὄνομα Ἀναστάσιος.

Στήν συνέχεια ἐκάρη μοναχός στή μονή τοῦ Ἀββᾶ Ἰουστίνου ἢ κατ’ ἄλλους στή μονή τοῦ Ἁγίου Σάββα. Μετά ἀπό ἑπταετή ἄσκηση καί διαβάζοντας καθημερινά τούς βίους τῶν Ἁγίων καί τά μαρτύριά τους, τούς ζήλεψε καί προσευχόταν νά ἀξιωθεῖ τό μαρτυρικό τέλος αὐτῶν. Ἔτσι, ὅταν κατά τήν παραχώρηση τοῦ Κυρίου, εἶδε σέ ὄνειρο ὅτι ἀνέβηκε στό ὄρος Κυρίου καί στάθηκε στόν ἅγιο τόπο Αὐτοῦ καί ἐκεῖ ἤπιε ἕνα χρυσό ποτήρι γεμάτο κρασί, θεώρησε ὅτι σκιαγραφόταν τό μέλλον καί τό μαρτύριό του. Γι’ αὐτό, γονυπετής καί ἔνδακρυς, ζήτησε τήν εὐχή τοῦ προεστῶτος ἱερέως τῆς μονῆς γιά τή μακάρια ἀποδημία του, δηλαδή τήν πορεία του πρός τό μαρτύριο.
Ἀφοῦ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, κατευθύνθηκε πρός τήν Διόσπολη γιά νά προσευχηθεῖ στόν Ἅγιο Μεγαλομάρτυρα Γεώργιο καί ἔφθασε στήν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης.
Ἐκεῖ, ὅταν εἶδε κάποιους μάγους ὁμοεθνεῖς του, ἔλεγξε καί χλεύασε τά σοφίσματα καί τήν ἀσέβειά τους. Τότε ἐκεῖνοι τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν στόν ἄρχοντα Μαρζαβανά.
Ὁ ἄρχοντας διέταξε νά ἀφεθεῖ ἐλεύθερος, ἀρκεῖ νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό ἐνώπιον ἑνός μόνο προσώπου. Ὅμως ὁ Ἀναστάσιος μέ πνευματική ἀνδρεία ἀπάντησε: «Μή δῴη μοι ὁ Θεός τῆς ἀγαπήσεως ἐκπεσεῖν τοῦ Χριστοῦ μου». Ὁ Μαρζαβανάς θύμωσε καί ἔδωσε ἐντολή νά μεταφέρει βαριές πέτρες χωρίς καμιά ἀνάπαυλα. Τά βασανιστήρια συνεχίστηκαν μέχρι πού ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ βασιλέως τῶν Περσῶν Χοσρόη. Ἀλλά καί μπροστά στόν βασιλιά δέν φοβήθηκε. Τόν κτύπησαν ἀλύπητα, μέχρι θανάτου, μέ ραβδιά. Τό μαρτύριο ἦταν καθημερινό. Στό τέλος τόν κρέμασαν ἀπό τό ἕνα χέρι καί διά βρόχου τόν ἔπνιξαν καί ἀπέκοψαν τήν κεφαλή αὐτοῦ. Τό μαρτύριό του ἔγινε τό 628 μ.Χ. μέ ἄλλους 70 Χριστιανούς Μάρτυρες. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό του, πού βρισκόταν ἐντός τοῦ Ἁγίου Φιλήμονος, στό Στρατήγιο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τήν πλάνην ἀφέμενος, τήν τῶν Περσῶν νουνεχῶς, τῇ πίστει προσέδραμες, τῇ τοῦ Χριστοῦ εὐσεβῶς, σοφέ Ἀναστάσιε· ὅθεν καί ἐν ἀσκήσει, διαπρέψας ἐνθέως, ἤθλησας ὑπέρ φύσιν, καί τόν ὄφιν καθεῖλες· διό διπλῷ στεφάνῳ, θεόθεν ἐστεφάνωσαι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει πρότερον, ἐνδιαπρέψας, καρτερῶς διήνυσας, τοῦ μαρτυρίου τήν ὁδόν· ὅθεν ἀξίως δεδόξασαι, Ὁσιομάρτυς Χριστοῦ Ἀναστάσιε.

Μεγαλυνάριον.
Τόν Ὁσιομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, τόν ἐκ τῆς Περσίας, ἀπαστράψαντα μυστικῶς, ἀρετῶν ἀσκήσει, καί ἄθλοις μαρτυρίου, τόν θεῖον Ἀναστάσιον μακαρίσωμεν.

Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ἡγιασμένος ὁ ἐν Κρήτῃ (22 Ιανουαρίου)

15 Ὅσιος Ἰωσήφ, ὁ ἐπονομαζόμενος Σαμάκος, γεννήθηκε στήν πόλη τῶν Κεράμων, τό σημερινό Ἀζωκέραμο Σητείας τῆς Κρήτης λίγο πρίν τήν ἅλωση (1440). Ὑπῆρξε πνευματικό γέννημα καί θρέμμα τῆς μονῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, γνωστῆς ὡς Δερματάνου, πλησίον τοῦ Χάνδακος (Ἡρακλείου), ὅπου ἔζησε καί ἔδρασε ἀπό τήν παιδική του ἡλικία μέχρι τήν κοίμησή του. Ἔζησε σέ μία πολύ κρίσιμη ἱστορική περίοδο γιά τό Γένος. Ἡ Βυζαντινή αὐτοκρατορία ἔπεφτε στά χέρια τῶν Ὀθωμανῶν καί ἡ πατρίδα του Κρήτη βρισκόταν ὑπό τήν κυριαρχία τῶν Ἐνετῶν.
Ὁ Ὅσιος μετά τό θάνατο τῶν γονέων του, διένειμε τήν περιουσία του στούς φτωχούς καί ἐκάρη μοναχός στή μονή Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου Δερματάνου. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καί μετά τήν κοίμηση τοῦ ἡγουμένου ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς μονῆς. Διακρίθηκε γιά τήν ἀρετή τῆς φιλανθρωπίας καί θά μποροῦσε δικαιολογημένα νά τοῦ ἀποδοθεῖ ὁ χαρακτηρισμός τοῦ ἐλεήμονος. Ἀναγνωρίσθηκε ἐπίσης, ὡς θαυματουργός, ἀφοῦ ἀναφέρονται πολλά θαύματά του.

Μετά ἀπό ἑβδομήντα χρόνια ἀδιάλειπτης ὁσιακῆς καί φιλανθρωπικῆς δράσεως, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1511 καί ἐνταφιάσθηκε στήν μονή του. Μέ τήν ἀνακομιδή τῶν λειψάνων του διαπιστώθηκε ἡ ἁγιότητά του, διότι τό ἱερό λείψανο βρέθηκε ἀκέραιο καί ἐξέπεμπε εὐωδία. Τό ἱερό σκήνωμά του κατατέθηκε στό καθολικό της μονῆς. Ἡ συνεχής θεραπεία πλήθους ἀσθενῶν, τυφλῶν καί δαιμονισμένων καί μετά τήν κοίμησή του, καθιέρωσε εὐρύτατα τήν φήμη του ὡς θαυματουργοῦ.
Τό 1669 οἱ Ὀθωμανοί κυρίευσαν τό Χάνδακα (Ἡράκλειο) καί ὁ εὐλαβής κληρικός Ἀντώνιος Ἀρμάκης, μετέφερε τό ἱερό λείψανο στή Ζάκυνθο, ὅπου στίς 29 Αὐγούστου 1669 τό κατέθεσε στή μονή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Μαντινειοῦ στά Ξεροβούνια. Ἐκεῖ παρέμεινε ὡς τό 1915, ὁπότε τοποθετήθηκε στόν ἐνοριακό ναό τοῦ Παντοκράτορος Γαϊτανίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Τῶν Κρητῶν τε τόν γόνον καί Ζακύνθου τό καύχημα, τῶν πατέρων κλέος καί δόξα Ἰωσήφ τόν ἀοίδημον τιμήσωμεν ἐν ὕμνοις οἱ πιστοί οὐ δόξῃ ἀρρήτῳ ἡ Τριάς ἐτιμήσατο τό σκῆνος διασώσασα ἄφθορον. Δόξα τῷ ἁγιάσαντι αὐτόν, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἀναδείξαντι φρουρόν καί ἄμισθον πιστοῖς ἰατρόν τοῖς κάμνουσι.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’.
Τῶν πιστῶν προΐστασαι καί ἁπαλλάττεις, ἀπό πάσης θλίψεως ταῖς σαῖς πρεσβεῖες πρός Θεόν, ὦ Ἰωσήφ παναοίδιμε, κλέος καί δόξα ὁσίων καύχημα.

Ἅγιος Τιμόθεος ὁ Ἀπόστολος (22 Ιανουαρίου)

18ύμφωνα μέ τίς πληροφορίες πού μας παρέχουν οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καί οἱ Ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ Τιμόθεος ἦταν ὁ πιό ἀγαπητός μαθητής του καί ἕνας ἀπό τούς πιό στενούς συνεργάτες τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Τό ὄνομά του εἶναι ἑλληνικό καί σημαίνει αὐτός πού τιμᾶ τόν Θεό, ἀλλά καί αὐτόν πού τιμᾶ ὁ Θεός.
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Τιμόθεος γεννήθηκε μᾶλλον στά Λύστρα τῆς Λυκαονίας ἢ πιθανόν στή Δέρβη, ἀπό πατέρα Ἕλληνα Ἐθνικό καί μητέρα πιστή Ἰουδαία, προφανῶς ἐκ γενετῆς καί πιθανόν προσήλυτη, πού ὀνομαζόταν Εὐνίκη. Κατά τήν μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἦταν εὐσεβής, ὅπως καί ἡ μάμμη του, ἐκ μητρός, Λωΐς. Ὁ Τιμόθεος δέχθηκε ἀπό τίς εὐσεβεῖς αὐτές γυναῖκες τήν πρώτη θρησκευτική ἀγωγή καί διδάχθηκε ἀπό βρέφος τά ἱερά γράμματα. Μέ τόν τρόπο αὐτό προετοιμάσθηκε κατάλληλα νά ἀποδεχθεῖ στή συνέχεια τήν Χριστιανική πίστη.
Ἡ ὁριστική μεταστροφή του στόν Χριστιανισμό φαίνεται νά ἔγινε κατά τήν Α’ Ἀποστολική περιοδεία, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μαζί μέ τόν Βαρνάβα ἐπισκέφθηκαν τά Λύστρα τῆς Λυκαονίας καί πιθανόν φιλοξενήθηκαν ἀπό τήν οἰκογένεια τοῦ Τιμοθέου.
Ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος κήρυττε τό Εὐαγγέλιο στά Λύστρα, εἶναι ἐπίσης βέβαιο ὅτι ὁ Τιμόθεος παρακολούθησε τό κήρυγμά του καί ἔγινε μάρτυρας τῶν διωγμῶν καί τῶν παθημάτων πού ὑπέστη ὁ Ἀπόστολος ἐκεῖ. Ἡ ἐμπειρία τῶν γεγονότων αὐτῶν φαίνεται ὅτι ἐπηρέασε ἔντονα τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο καί τόν προετοίμασε ἐσωτερικά νά δεχθεῖ τήν διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά πιστέψει σέ Αὐτόν.

Μετά τά γεγονότα στή Δέρβη καί στά Λύστρα τῆς Λυκίας, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος παρέλαβε μαζί του τόν πιστό καί ἀχώριστο συνοδό του τόν Τιμόθεο. Ἔκτοτε ὁ Τιμόθεος ἔγινε ὁ πιό προσφιλής καί ἀφοσιωμένος μαθητής καί συνεργός τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στό ἔργο τῆς ἱδρύσεως τῶν Ἐκκλησιῶν στίς διάφορες περιοχές τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τῆς Ἑλλάδος ἀργότερα καί τῆς στηρίξεως τῆς πίστεως τῶν διωκομένων Χριστιανῶν. Ἀνέλαβε πολλές σημαντικές καί ἐμπιστευτικές ἀποστολές γιά σπουδαία Ἐκκλησιαστικά ζητήματα, παρά τό νεαρό της ἡλικίας καί τήν ἀπειρία του.
Συγκεκριμένα, συνεχίζοντας τήν Β’ Ἀποστολική περιοδεία διελθόντες διά μέσου τῆς Φρυγίας καί τῆς Γαλατίας, ἔφθασαν στήν Μοισία καί Τρωάδα καί διαπλεύσαντες τή Σαμοθράκη ἦλθαν στή Νεάπολη καί ἀπό ἐκεῖ στούς Φιλίππους τῆς Μακεδονίας. Ἀπό ἐκεῖ, ὁδοιποροῦντες, πέρασαν ἀπό τήν Ἀμφίπολη καί Ἀπολλωνία καί κατέληξαν στή Θεσσαλονίκη. Στή Θεσσαλονίκη ὁ Τιμόθεος ἐργάσθηκε ἀθόρυβα καί ἀποδοτικά, συνέβαλε οὐσιαστικά στό ἔργο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου τόσο γιά τήν ἵδρυση τῆς Χριστιανικῆς Κοινότητας, ὅσο καί γιά τήν στήριξη τῆς πίστεως τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης.
Ὅμως τό ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν Θεσσαλονικέων ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τούς συνεργάτες του, Τιμόθεο καί Σίλα, διεκόπη ἀπό τήν ἀντίδραση φθονερῶν Ἰουδαίων, πού δέν πίστεψαν στό κήρυγμά τους καί τούς ἐξανάγκασαν νά ἐγκαταλείψουν τήν Θεσσαλονίκη καί νά καταφύγουν στήν Βέροια.
Ἀπό τήν Ἀθήνα, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀγωνιώντας γιά τήν κατάσταση τῶν Χριστιανῶν τῆς Θεσσαλονίκης, ἀπέστειλε τόν Τιμόθεο, προκειμένου νά στηρίξει τούς χειμαζόμενους πιστούς της ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας τῆς Θεσσαλονίκης καί νά τούς παρηγορήσει στίς θλίψεις τους.
Ἀργότερα, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος ἀκολούθησε τό Παῦλο στήν Κόρινθο, παρέμεινε κοντά του, ἀγωνιζόμενος μαζί του.
Κοντά στήν Γ’ Ἀποστολική περιοδεία, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πέρασε ἀπό τά μέρη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί κατέληξε στήν Ἔφεσο, παρέμεινε ἐκεῖ γιά μία τριετία ἔχοντας μαζί του τόν Τιμόθεο, τόν ὁποῖο ἀπέστειλε σέ εἰδικές ἐμπιστευτικές ἀποστολές στή Μακεδονία μαζί μέ τόν Ἔραστο καί ἴσως μέ ἄλλους ἀδελφούς στήν Κόρινθο. Λίγο ἀργότερα, ὁ Τιμόθεος μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο ἐπέστρεψαν ἀπό τήν Κόρινθο στή Μακεδονία καί στή συνέχεια ἀποβιβάσθηκαν στήν Τρωάδα καί διαπλέοντες τό ἀνατολικό Αἰγαῖο, πέρασαν ἀπό τήν Μίλητο. Ἀπό τήν Μίλητο διῆλθαν ἀπό τά νησιά Κῶ, Ρόδο, ἔφθασαν στά Πάταρα καί ἀπό ἐκεῖ στήν Τύρο, τήν Πτολεμαΐδα καί τήν Καισάρεια καί κατέληξαν στά Ἱεροσόλυμα.
Στά Ἱεροσόλυμα ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος παρέμεινε κοντά στόν Ἀπόστολο Παῦλο κατά τήν ἐκεῖ φυλάκισή του καί κατόπιν τόν συνόδευσε στή φυλακή στή Ρώμη. Εἶναι βέβαιο, ὅτι κατά τήν τελευταία μετάβαση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στά Ἱεροσόλυμα, μετά τήν πρώτη ἀποφυλάκισή του ἀπό τή Ρώμη, συνοδευόταν ἀπό τόν Ἀπόστολο Τιμόθεο, τόν ὁποῖο μάλιστα ἄφησε στήν Ἔφεσο ὡς Ἐπίσκοπο μέχρι καί τοῦ ἐπισυμβάντος μαρτυρικοῦ θανάτου του. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπέστειλε πρός τόν Ἅγιο Τιμόθεο, ὡς Ἐπίσκοπο Ἐφέσου, δύο Ἐπιστολές, πού ἐμπεριέχονται στόν κανόνα τῶν βιβλίων τῆς Καινῆς Διαθήκης, καί οἱ ὁποῖες λόγω τοῦ ποιμαντικοῦ περιεχομένου αὐτῶν καλοῦνται ποιμαντικές.
Κατά παλαιά παράδοση ὁ Ἀπόστολος Τιμόθεος μαρτύρησε στήν Ἔφεσο ἐπί Δομετιανοῦ ἢ Νερούα, ὅταν πῆγε στά καταγώγια τῶν εἰδωλολατρῶν, γιά νά τούς ἀποτρέψει ἀπό ἀπάνθρωπες τελετές καί θυσίες καί γεμάτος ἀπό Θεῖο ζῆλο, ἐπειδή δέν ἀνεχόταν νά βλέπει αὐτά τά ἀτοπήματα, τούς συνέστησε νά μήν συνεχίσουν τίς αἰσχρές τους πράξεις. Τότε ἐκεῖνοι ἐξοργίσθηκαν καί ὅρμησαν ἐναντίον τοῦ Ἁγίου, τόν ὁποῖο φόνευσαν μέ ρόπαλα.
Τό τίμιο λείψανο αὐτοῦ μετακομίσθηκε τό ἔτος 356 μ.Χ. ἐπί Κωνσταντίου στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐναποτέθηκε ἐντός τῆς Ἁγίας Τραπέζης τοῦ ναοῦ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ἐτελεῖτο καί ἡ Σύναξή του. Στήν ἴδια Ἁγία Τράπεζα εἶχαν ἐναποτεθεῖ τά ἱερά λείψανα τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Ἀνδρέου καί Λουκᾶ. Ὅταν ὁ Ἰουστινιανός ἀνοικοδόμησε καί μετασκεύασε τό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, πού εἶχε ἀνεγείρει ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἄφησε τήν Ἁγία Τράπεζα ὡς εἶχε, ἀδιασάλευτη, περιορισθεῖς μόνο στήν κατασκευή ἀργυροῦ καλύμματος.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἀποστόλου Τιμοθέου ἐτελεῖτο τόν 6ο αἰώνα μ.Χ. στήν Ὀρμίσδα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Χρηστότητα ἐκδιδαχθείς, καί νήφων ἐν πᾶσιν, ἀγαθήν συνείδησιν ἱεροπρεπῶς ἐνδυσάμενος, ἤντλησας ἐκ τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς τά ἀπόρρητα· καί τήν πίστιν τηρήσας, τόν ἴσον δρόμον τετέλεκας, Ἱερομάρτυς Ἀπόστολε Τιμόθεε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Τέκνον γνήσιον, τοῦ Παύλου ὤφθης, ὡς παρίστησι, καί συνεργάτης, ἀγαπητός κατά πάντα Τιμόθεε· καί διαπρέψας τῷ λόγῳ τῆς χάριτος, ἀθλητικῶς ἐδοξάσθης Ἀπόστολε. Ὅθεν πρέσβευε, Κυρίῳ τῷ σέ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορός Ἀγγελικός.
Τιμόθεον πιστοί, τόν συνέκδημον Παύλου, καί θεῖον μαθητήν, καί πιστόν συνεργάτην, ἐνθέως τιμήσωμεν, πρός αὐτόν ἀνακράζοντες· Ἀεί πρέσβευε, τῷ Βασιλεῖ τῶν ἁπάντων, δοῦναι ἄφεσιν, ἁμαρτιῶν ἡμῖν πᾶσιν, ὡς θεῖος Ἀπόστολος.

Ἕτερον Κοντάκιον (μετά τοῦ Ὁσιομάρτυορος Ἀναστασίου). Ἦχος α’. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Τόν θεῖον Μαθητήν, καί συνέκδημον Παύλου, Τιμόθεον πιστοί, εὐφημήσωμεν ὕμνοις, σύν τούτῳ γεραίροντες, τόν σοφόν Ἀναστάσιον, τόν ἐκλάμψαντα, ἐκ τῆς Περσίδος ὡς ἄστρον, καί ἐλαύνοντα, τά ψυχικά ἡμῶν πάθη, καί νόσους τοῦ σώματος.

Μεγαλυνάριον.
Χερσί ταῖς τοῦ Παύλου ὁλοσχερῶς, Χριστῷ ἀνετέθης, τῷ τῶν ὅλων δημιουργῷ, καί τῆς ἐν Ἐφέσῳ, Ἁγίας Ἐκκλησίας, ποιμήν σοφός ἐδείχθης, μάκαρ Τιμόθεε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον (μετά τοῦ Ὁσιομάρτυρος Ἀναστασίου)
Παύλου ἐχρημάτισας Μαθητής, Τιμόθεε μάκαρ, ὡς Ἀπόστολος εὐκλεής· θείων δέ χαρίτων, ἐπλήσθης ἐναθλήσας, Χριστοῦ Ὁσιομάρτυς, ὦ Ἀναστάσιε.

Ἡ προσκύνησις τῆς Τιμίας ἁλύσεως τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἀποστόλου Πέτρου (16 Ιανουαρίου)

19ήν ἡμέρα αὐτή τελοῦμε τήν προσκύνηση τῆς ἁλυσίδας μέ τήν ὁποία ἔδεσε τόν Ἁγιο Ἀπόστολο Πέτρο, καί τόν ἔριξε στήν φυλακή ὁ τετράρχης Ἡρώδης, σύμφωνα μέ τήν ἐξιστόρηση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (ιβ΄ 1-19).
Ὁ Ἡρώδης ἔβαλε τούς Ἰουδαίους καί συνέλαβαν τόν Ἀπόστολο Πέτρο κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων. Καί ὅταν τόν ἔπιασε, τόν ἔβαλε στήν φυλακή. Τή νύκτα, πρίν τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ὁ Ἡρώδης ἔμελλε νά τόν παρουσιάσει στόν λαό, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος κοιμόταν μεταξύ δύο στρατιωτῶν καί φρουροί φύλαγαν μπροστά στό κελί του. Ξαφνικά, ἦλθε Ἄγγελος Κυρίου καί ἔλαμψε φῶς στό κελί. Ἀφοῦ κτύπησε τήν πλευρά τοῦ Πέτρου, τόν ξύπνησε καί τοῦ εἶπε: «Σήκω γρήγορα», ἐνώ ταυτόχρονα ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια του.
Κάποιοι εὐσεβεῖς Χριστιανοί διαφύλαξαν αὐτή τήν ἁλυσίδα διαδοχικά ἀπό γενεά σέ γενεά, μέχρι πού τήν μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν ἐναπέθεσαν στό ναό τοῦ Ἁγίου Πέτρου, πού βρίσκεται μέσα στή μεγάλη Ἐκκλησία, ὅπου ἐτελεῖτο καί ἡ Σύναξη τοῦ Ἀποστόλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τήν Ῥώμην μή λιπών, πρός ἡμᾶς ἐπεδήμησας, δι’ ὧν ἐφόρεσας τιμίων Ἁλύσεων, τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονε· ἃς ἐν πίστει προσκυνοῦντες δεόμεθα, ταῖς πρός Θεόν πρεσβείαις σου, δώρησαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ἡ πέτρα Χριστός, τήν πέτραν τῆς πίστεως, δοξάζει φαιδρῶς, τῶν Μαθητῶν τόν πρωτόθρονον· συγκαλεῖ γάρ ἅπαντας, ἑορτάσαι Πέτρου τά θαύματα, τῆς τιμίας Ἁλύσεως, καί νέμει πταισμάτων τήν συγχώρησιν.

Μεγαλυνάριον.
Σύνδησον ἀγάπῃ εἰλικρινεῖ, Πέτρε κορυφαῖε, ὁ φιλήσας Χριστόν θερμῶς, τούς τήν Ἅλυσίν σου σεμνῶς ἀσπαζομένους, Ἀπόστολε θεόπτα, καί σέ δοξάζοντας.

Πράξεις Αποστόλων (ιβ΄ 1-19)

Κατ’ ἐκεῖνον τόν καιρόν, ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεύς τάς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπό τῆς ἐκκλησίας. Ἀνεῖλε δέ Ἰάκωβον τόν ἀδελφόν Ἰωάννου μαχαίρᾳ. Καί ἰδών ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς Ἰουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καί Πέτρον· ἦσαν δέ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καί πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδούς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετά τό πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτόν τῷ λαῷ.
Ὁ μέν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχή δέ ἦν ἐκτενής γινομένη ὑπό τῆς ἐκκλησίας πρός τόν Θεόν ὑπέρ αὐτοῦ. Ὅτε δέ ἔμελλεν αὐτόν προάγειν ὁ Ἡρῴδης, τῇ νυκτί ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξύ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρό τῆς θύρας ἐτήρουν τήν φυλακήν.
Καί ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καί φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δέ τήν πλευράν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτόν λέγων. Ἀνάστα ἐν τάχει· καί ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. Εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρός αὐτόν· περίζωσαι καί ὑπόδησαι τά σανδάλιά σου. Ἐποίησε δέ οὕτω. Καί λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τό ἱμάτιόν σου καί ἀκολούθει μοι. Καί ἐξελθών ἠκολούθει αὐτῷ, καί οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τό γινόμενον διά τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δέ ὅραμα βλέπειν.
Διελθόντες δέ πρώτην φυλακήν καί δευτέραν ἦλθον ἐπί τήν πύλην τήν σιδηρᾶν τήν φέρουσαν εἰς τήν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καί ἐξελθόντες προῆλθον ρύμην μίαν, καί εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Καί ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῶ εἶπε· νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τόν ἄγγελον αὐτοῦ καί ἐξείλετό με ἐκ χειρός Ἡρῴδου καί πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων. Συνιδών τε ἦλθεν ἐπί τήν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρός Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοί συνηθροισμένοι καί προσευχόμενοι. Κρούσαντος δέ αὐτοῦ τήν θύραν τοῦ πυλῶνος προσῆλθε παιδίσκη ὑπακοῦσαι ὀνόματι Ρόδη, καί ἐπιγνοῦσα τήν φωνήν τοῦ Πέτρου, ἀπό τῆς χαρᾶς οὐκ ἤνοιξε τόν πυλῶνα, εἰσδραμοῦσα δέ ἀπήγγειλεν ἑστάναι τόν Πέτρον πρό τοῦ πυλῶνος. Οἱ δέ πρός αὐτήν εἶπον· μαίνῃ. Ἡ δέ διισχυρίζετο οὕτως ἔχειν. Οἱ δέ ἔλεγον· ὁ ἄγγελος αὐτοῦ ἐστιν.
Ὁ δέ Πέτρος ἐπέμενε κρούων. ἀνοίξαντες δέ εἶδον αὐτόν καί ἐξέστησαν. Κατασείσας δέ αὐτοῖς τῇ χειρί σιγᾶν διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ὁ Κύριος ἐξήγαγεν αὐτόν ἐκ τῆς φυλακῆς, εἶπε δέ· ἀπαγγείλατε Ἰακώβῳ καί τοῖς ἀδελφοῖς ταῦτα. Καί ἐξελθών ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον.
Γενομένης δέ ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς στρατιώταις, τί ἄρα ὁ Πέτρος ἐγένετο. Ἡρῴδης δέ ἐπιζητήσας αὐτόν καί μή εὑρών, ἀνακρίνας τούς φύλακας ἐκέλευσεν ἀπαχθῆναι, καί κατελθών ἀπό τῆς Ἰουδαίας εἰς τήν Καισάρειαν διέτριβεν.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Κατ’ ἐκεῖνον τόν καιρόν, ὁ Ἡρώδης ὁ βασιλεύς ἔβαλε τά χέρια του σέ μερικούς πού ἀνῆκαν εἰς τήν ἐκκλησίαν διά νά τούς κακοποιήσῃ. Ἐφόνευσε μέ μάχαιραν τόν Ἰάκωβον, τόν ἀδελφόν τοῦ Ἰωάννου. Καί ὅταν εἶδε ὅτι αὐτό ἐπροξένησε εὐχαρίστησιν εἰς τούς Ἰουδαίους, ἐπροχώρησε νά συλλάβῃ καί τόν Πέτρον· ἦσαν δέ τότε αἱ ἡμέραι τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων. Καί ὅταν τόν ἔπιασε, τόν ἔβαλε εἰς τήν φυλακήν καί τόν παρέδωκε σέ τέσσερις τετράδες στρατιωτῶν, διά νά τόν φυλάττουν, διότι ἤθελε νά τόν παρουσίασῃ εἰς τόν λαόν μετά τό Πάσχα.
Καί ἔτσι ὁ Πέτρος ἐκρατεῖτο εἰς τήν φυλακήν ἀλλ’ ἐγίνετο ἀπό τήν ἐκκλησίαν ἔνθερμη προσευχή γι’ αὐτόν εἰς τόν Θεόν. Τήν νύχτα πρό τῆς ἡμέρας, κατά τήν ὁποίαν ἔμελλε ὁ Ἡρώδης νά τόν παρουσιάσῃ, ὁ Πέτρος, δεμένος μέ δύο ἁλυσίδες, ἐκοιμότανε μεταξύ δύο στρατιωτῶν, καί φρουροί ἐμπρός στήν πόρτα ἐφύλατταν τήν φυλακήν.
Αἴφνης ἦλθε ἄγγελος Κυρίου καί ἔλαμψε φῶς εἰς τό κελλί. Ἀφοῦ ἐκτύπησε τήν πλευράν τοῦ Πέτρου, τόν ἐξύπνησε καί τοῦ εἶπε, «Σήκω γρήγορα». Καί ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια του. Καί ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε, «Ζώσου καί φόρεσε τά σανδάλια σου». Καί τό ἔκανε. Ὕστερα τοῦ εἶπε, «Φόρεσε τόν μανδύα σου καί ἀκολούθησέ με». Καί ἐβγῆκε ἔξω καί τόν ἀκολούθησε καί δέν εἶχε συνείδησιν ὅτι εἶναι ἀληθινόν ἐκεῖνο πού ἐγίνετο διά τοῦ ἀγγέλου, ἀλλ’ ἐνόμισε ὅτι βλέπει ὅραμα. Ἐπέρασαν τό πρῶτον φυλάκιον καί τό δεύτερον, καί ἐφθασαν εἰς τήν πύλην τήν σιδηρᾶν πού ὡδηγοῦσε εἰς τήν πόλιν καί ἡ ὁποία μόνη της ἄνοιξε διά νά περάσουν. Ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἐπροχώρησαν σ’ ἕνα στενό δρόμο, καί ἀμέσως ὁ ἄγγελος τόν ἄφησε.
Ὅταν συνῆλθε ὁ Πέτρος εἶπε, «Τώρα καταλαβαίνω ὅτι ἀληθινά ἔστειλε ὁ Κύριος τόν ἄγγελόν του καί μέ ἔσωσε ἀπό τό χέρι τοῦ Ἡρώδη καί ἀπό κάθε τι πού ἐπερίμενε ὁ Ἰουδαϊκός λαός». Καί ὅταν ἀνεγνώρισε αὐτό, ἐπῆγε εἰς τό σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται καί Μᾶρκος, ὅπου ἦσαν ἀρκετοί μαζεμένοι καί προσηύχοντο. Ὅταν ἐκτύπησε τήν ἐξωτερική πόρτα, ἦλθε μιά ὑπηρέτρια, ὅπου ὠνομάζετο Ρὀδη, διά νά ἰδῇ ποιός ἦτο, καί ὅταν ἀνεγνώρισε τήν φωνήν τοῦ Πέτρου, ἀπό τήν χαράν της δέν ἄνοιξε τήν πόρτα, ἀλλά ἔτρεξε μέσα καί τούς εἶπε ὅτι ὁ Πέτρος ἦτο ἔξω εἰς τήν πόρτα. Αὐτοί τῆς εἶπαν, «Εἶσαι τρελλή». Ἀλλ’ ἐκείνη ἐπέμενε ὅτι ἔτσι ἔχουν τά πράγματα. Τότε αὐτοί εἶπαν, «Θά εἶναι ὁ ἄγγελός του».
Ὁ Πέτρος ἐξακολουθοῦσε νά κτυπᾷ. Ὅταν δέ ἄνοιξαν, τόν εἶδαν καί ἐξεπλάγησαν. Αφοῦ τούς ἔκανε μέ τό χέρι νεῦμα νά σιγήσουν, τούς διηγήθηκε πῶς ὁ Κύριος τόν ἔβγαλε ἀπό τήν φυλακήν καί εἶπε, «Ἀναγγείλατε αὐτό εἰς τόν Ἰάκωβον καί εἰς τούς ἀδελφούς». Ὕστερα ἔφυγε καί ἐπῆγε εἰς ἄλλον τόπον.
Ὅταν ἐξημέρωσε, ἐθορυβήθησαν πολύ οἱ στρατιῶται περί τοῦ τί ἆραγε νά ἔγινε ὁ Πέτρος. Ὁ δέ Ἡρώδης ἀφοῦ τόν ἐζήτησε καί δέν τόν εὑρῆκε, ἀνέκρινε τούς φρουρούς καί διέταξε νά ὁδηγηθοῦν πρός ἐκτέλεσιν, αὐτός δέ κατέβηκε ἀπό τήν Ἰουδαίαν καί παρέμενε εἰς τήν Καισάρειαν.

Ὅσιος Ὀνωρᾶτος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀρελάτης (16 Ιανουαρίου)

15 Ὅσιος Ὀνωρᾶτος γεννήθηκε στή Λωραίνη καί οἱ ὁμοεθνεῖς του τόν ὀνόμαζαν Ληρώνη ἢ Πλανασία. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἐθνικοί. Σέ νεαρή ἡλικία ἀσπάσθηκε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἦλθε στήν Ἀνατολή, γιά νά διδαχθεῖ τά πράγματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ἀργότερα ἦλθε στά νησιά τῶν Λερίνων τῆς Γαλλίας, ὅπου ἔκτισε τό 375 μ.Χ., τήν μονή τῶν Λερίνων, ἡ ὁποία συνέβαλε τά μέγιστα στόν ἐκχριστιανισμό τῆς Προβηγγίας καί ἄλλων τμημάτων τῆς Γαλατίας. Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἂρλ (Ἀρελάτης ἢ Ἀρελάτου), πού βρίσκεται κοντά στή Μασσαλία τῆς Γαλλίας καί ἦταν ἐπισκοπική ἕδρα ἀπό τά μέσα τοῦ τρίτου αἰῶνος, ἀρχιεπισκοπή δέ, ἀπό τό 400 μέχρι τό 1801.
Ὁ Ὅσιος Ὀνωράτος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 429 μ.Χ., τή χρονιά πού ὁ Ἀέτιος ἀπέκρουσε στήν πόλη τῆς Ἀρελάτης τούς Βησιγότθους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
 
18 Ιανουαρίου 2021 
 Επιτρέπoνται όλες οι τροφές
 
 19 Ιανουαρίου 2021 
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
  
20 Ιανουαρίου 2021 
 Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
21 Ιανουαρίου 2021
 Επιτρέπoνται όλες οι τροφές
 
  
22 Ιανουαρίου 2021
Νηστεία - Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος

  
 23 Ιανουαρίου 2021
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
24 Ιανουαρίου 2021
 Επιτρέπονται  όλες οι τροφές

Πρόεδρος Ιερέας Κωνσταντίνος Κρυπωτός
Αντιπρόεδρος Χρυσάνθη Γεώργα
Ταμειας Ευαγγελία Χαραμή
Γραμματέας πρεσβυτέρα Αμαλία Κορίνη
Μέλος Βασίλειος Δελαστίκ