diax
Agioi1

Ἁγίες Μάρθα καὶ Μαρία ἀδελφὲς τοῦ Ἁγίου Λαζάρου (4 Ιουνίου)

15ἱ Ἁγίες Μάρθα καί Μαρία, μετά τοῦ ἀδελφοῦ τους Λαζάρου, ἀποτελοῦσαν τήν πλέον ἀγαπητή στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό οἰκογένεια τῆς Βηθανίας. Στήν οἰκία τους φιλοξενούμενος ὁ Χριστός εἶπε τό διδακτικώτατο: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καί τυρβάζῃ περί πολλά, ἑνός δέ ἔστι χρεία· Μαρία δέ τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς», ὅταν ἡ Μάρθα, ὡς μεγαλύτερη, ἠσχολεῖτο μέ τήν περιποίηση Αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ ἀδελφή της Μαρία ἦταν ἀφοσιωμένη στή διδασκαλία Του καί δέν τήν ἐβοηθοῦσε στίς ἐργασίες. Γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἀφοσίωσή τους πρός Αὐτόν, ὁ Κύριος τίς ἀντάμειψε διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ προσφιλοῦς τους ἀδελφοῦ Λαζάρου. Ἡ Μαρία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἄλειψε τούς πόδες τοῦ Ἰησοῦ μέ πολύτιμο μύρο καί τούς ἐσπόγγισε διά τῆς παρθενικῆς της κόμης. Ἀπετέλεσαν εὐσεβή καί διακεκριμένα μέλη τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καί ἐκοιμήθησαν μέ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς εὐτυχήσας ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκληρίας μετέσχες, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Εὐτυχές· σύ γάρ τῷ Θεῷ ἡμῶν, καθαρῶς ὑπουργήσας, αἵμασιν ἐφοίνιξας, τήν ἁγίαν στολήν σου· μεθ’ ἧς Χριστῷ καί νῦν ἱερουργῶν, ἀεί δυσώπει, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τῷ Σωτῆρι ἀμέμπτως διακονήσασαι, αἱ τοῦ ἁγίου Λαζάρου θεῖαι αὐτάδελφοι, σύν τῇ Μάρθᾳ τῇ κλεινῇ Μαρία πάνσεμνε· καί τήν Ἀνάστασιν αὐτοῦ, σύν Μυροφόροις Γυναιξί, μαθοῦσαι ἐκ τοῦ Ἀγγέλου, φωτός ἐπλήσθητε θείου, ἡμῖν αἰτοῦσαι τά σωτήρια.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἀδελφῶν τήν δυάδα τήν πάντιμον, τάς τοῦ Λαζάρου συγγόνους τιμήσωμεν, Μαρίαν καί Μάρθαν ἐν ᾄσμασιν, ὡς ἂν αὐτῶν ἱκεσίαις πρός Κύριον, πταισμάτων συγχώρησιν λάβωμεν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε αὐτάδελφοι ἱεραί, Μάρθα καί Μαρία, σεμναί ἤθεσι καί ζωῇ· χαίρετε Λαζάρου, αἱ σύγγονοι αἱ θεῖαι, μεθ’ ὧν ἡμῖν αἰτεῖσθαι, τό θεῖον ἔλεος.

Ἅγιος Μητροφάνης Α’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Μητροφάνης ἦταν υἱός τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Πρόβου Δομετίου (276 – 282 μ.Χ.) καί ἤκμασε κατά τούς χρόνους τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Προσῆλθε στό Χριστιανισμό καί ἐπατριάρχευσε κατά τά ἔτη 306 – 314 μ.Χ. Ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέστησε τήν Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα τοῦ Ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ὁ Ἅγιος ἦταν ἐπίσκοπος αὐτῆς. Ἐπί τῆς ἀρχιερατείας του, ἡ Ἐκκλησία, διά τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καθησύχασε ἀπό τούς διωγμούς καί ἔτυχε πάσης προστασίας. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἐθεμελιώθησαν, ἐπίσης, πολλές μεγάλες οἰκοδομές τῆς πρωτεύουσας, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ περίφημοι ναοί τῆς Ἁγίας Σοφίας καί τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Κατά τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συνῆλθε στή Νίκαια, τό 325 μ.Χ., δέν ἐμπόρεσε νά παραστεῖ αὐτοπροσώπως, λόγῳ γήρατος, ἀπέστειλε ὅμως σέ αὐτή τόν πρωτοπρεσβύτερο καί μετέπειτα διάδοχό του Ἅγιο Ἀλέξανδρο († 30 Αὐγούστου), ἄνδρα ἀναγνωρισμένο γιά τίς ἀρετές καί τόν ἔνθερμο Χριστιανικό ζῆλό του.

Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης ἔζησε ἑκατόν δεκαεπτά ἔτη καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη περί τό 325 μ.Χ., ἐκηδεύθηκε δέ ὑπό τοῦ ἐπιστρέφοντος ἀπό τή Σύνοδο τῆς Νικαίας Ἐπισκόπου Νισίβιδος τῆς Μεσοποταμίας Ἰακώβου. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, τιμῶν τή μνήμη τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους, ἀνήγειρε πρός τιμήν του ναό, στόν ὁποῖο μετακόμισε τά ἱερά λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία καί στό σεβάσμιο ναό αὐτοῦ κοντά στό ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀνερχομένης τῆς Λιτῆς στό Φόρο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι καταλαμπόμενος, Πατριαρχῶν ἀνεδείχθης γέρας καί θεία κρηπίς, ὡς Χριστοῦ μυσταγωγός, Πάτερ Μητροφάνες, ἀπό δέ θρόνου ὑψηλοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ δαδουχεῖς, τό φέγγος τῆς εὐσεβείας. Καί νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τήν πίστιν Χριστοῦ, τρανῶς σύ ἐδογμάτισας, καί ταύτην τηρῶν, εἰς πλῆθος ὄντως ηὔξησας, τό πιστόν σου ποιμνίον· σύν Ἀγγέλοις ὅθεν Μητροφάνες, συναγάλλῃ νῦν, καί Χριστῷ πρεσβεύεις, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων ἡ καλλονή· χαίροις τῶν Ὁσίων, κανών θεῖος ἐν ἀρετῇ· χαίροις Ἐκκλησίας, ὡράϊσμα καί κλέος, βάθρον Πατριαρχείας, Πάτερ Μητροφάνες.

Ὅσιος Πετρόκιος ἐξ Οὐαλίας (4 Ιουνίου)

15 Ὅσιος Πετρόκιος, προστάτης τῆς Κορνουάλης, ἐγεννήθηκε τό 468 μ.Χ. στή νότια Οὐαλία καί ἦταν νεώτερος υἱός ἢ, κατ’ ἄλλους, ἀνεψιός τοῦ Ἁγίου Κλαυδίου Κέρνιβ († 3 Μαΐου), βασιλέως τοῦ Γκλιούϊσινγκ τῆς Οὐαλίας. Γιά ἀρκετά χρόνια ἐγκαταστάθηκε στήν Ἰρλανδία καί ἀργότερα ἐπέστρεψε στή Μεγάλη Βρετανία, ὅπου ἵδρυσε ἱεραποστολικό κλιμάκιο στή πόλη Χάϊλεσμουθ καί ἕνα μοναστήρι στήν περιοχή τοῦ Λανβέτινοκ, πού ἔλαβε ἀργότερα τό ὄνομα Πέτροκστον καί σήμερα εἶναι γνωστή ὡς πόλη τοῦ Πάντστοου, ὅπου ἀσκήτεψε ἐπί τριάντα χρόνια. Ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε γιά προσκύνημα τή Ρώμη καί τούς Ἁγίους Τόπους καί τελικά ἔφθασε μέχρι τήν Ἰνδία, γιά νά ζήσει ὡς ἐρημίτης σέ νησί τοῦ Ἰνδικοῦ ὠκεανοῦ. Ἐπιστρέφοντας στήν Κορνουάλη, ἵδρυσε ἕνα ἄλλο μοναστήρι στό Πέτερικ καί ἕνα ἐρημητήριο στό Μπόντμιν, ὅπου ἐκεῖ συναντήθηκε μέ τόν Ὅσιο Γορανό († 7 Ἀπριλίου).
Ὁ Ὅσιος Πετρόκιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 564 μ.Χ., καί τό ἱερό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στήν πόλη Πάντστοου καί μετακομίσθηκε στό ναό τοῦ Μπόντμιν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Ἀνδρόνικος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Περμίας (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, κατά κόσμον Βλαδίμηρος Νικόλσκϊυ, ἐγεννήθηκε τήν 1η Αὐγούστου 1870 στό χωριό Ποβοντνέβο τῆς Ἐπισκοπῆς Γιαροσλάβλ τῆς Ρωσίας καί ὁ πατέρας του ἦταν διάκονος. Ἐσπούδασε στή σχολή τοῦ Γιαροσλάβλ καί τό 1891 συνέχισε τίς σπουδές του στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Τήν 1η Αὐγούστου 1893, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἐκάρη μοναχός καί στί 6 Αὐγούστου ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Τό 1895 ἐτελείωσε τή θεολογική ἀκαδημία καί στίς 22 Ἰουλίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Ὁ νέος ἱερέας Ἀνδρόνικος ἐξεκίνησε τή διακονία του ἀπό τόν Καύκασο, ὅπου διορίσθηκε βοηθητικός ἐπιθεωρητής τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς τοῦ Κουτάϊσι. Τό 1897 ἀπεστάλη στό Ρώσικο Ὀρθόδοξο ἱεραποστολικό κλιμάκιο τῆς Ἰαπωνίας. Ἀναχώρησε γιά τή νέα του θέση περίλυπος ἀπό τήν Ἁγία Πετρούπολη, στίς 21 Σεπτεμβρίου 1897. Ἔφθασε στήν Ὀδησσό καί ἀπό ἐκεῖ ἀνεχώρησε μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Σέργιο (Στραγκορόντσκϊυ) γιά τήν Ἰαπωνία, ὅπου ἔφθασε στίς 26 Δεκεμβρίου. Ἔγραφε γιά τό ταξίδι αὐτό τά ἀκόλουθα: «Ὁ διορισμός μου αὐτός μέ κατέστησε τόσο περίλυπο πού ἔκλαψα. Θά ἤμουν εὐτυχής νά μήν εἶχε συμβεῖ. Δέν πρέπει ὅμως νά ζήσω, ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅπως ὁ Θεός κελεύει».

Μετά δύο ἔτη ἐπέστρεψε στή Ρωσία, στήν πόλη Ἄρντον, καί ἀνέλαβε, μετά ἀπό παράκληση τοῦ Ἐπισκόπου καί φίλου του, τή διεύθυνση ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, τό 1906, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Κιότο καί ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Ἰαπωνίας.
Τό 1907, ἐκλέγεται ἀναπληρωτής τοῦ Ἐπισκόπου Εὐλογίου τοῦ Χόλμ καί, τό 1908, ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Ἐπίσκοπος μίας περιφέρειας τοῦ Νόβγκοροντ. Τό κήρυγμά του εἶναι δυναμικό καί ἀνδρεῖο.
Στίς 30 Ἰουλίου 1914, ἡ Ἐκκλησία τόν τοποθετεῖ ὡς Ἐπίσκοπο Περμίας καί Σολικάμσκ. Ὁ Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ἀρχίζει. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος διαβλέπει τή βαριά δοκιμασία καί τό φοβερό τοῦ πολέμου, πού χαρακτηρίζει πλήρη βαρβαρότητα, ἠθική πτώχευση καί πνευματική διαστροφή.
Ἀμέσως μετά τόν πόλεμο ξεσπᾶ ἡ ἐσωτερική δοκιμασία τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ. Τό τσάρικο καθεστώς πέφτει μέ τήν ἐπανάσταση τῶν Μπολσεβίκων. Ἔτσι, ὅταν, τό 1918, ἐδημοσιεύθηκε στήν Περμία τό διάταγμα γιά τήν «ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως» καί τό χωρισμό Ἐκκλησίας καί κράτους, ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀντιστέκεται καί θεωρεῖ τούς ἐπαναστάτες ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Τύχων τόν ἀνυψώνει στή θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος γράφει πρός αὐτόν: «Εἶμαι, πρός τό παρόν, ἐλεύθερος, ἀλλά γνωρίζω, ὅτι σύντομα θά μέ συλλάβουν».
Πράγματι! Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος συνελήφθη ἀπό τούς ἐπαναστάτες, στίς 4 Ἰουνίου 1918, στίς τρεῖς μετά τά μεσάνυχτα. Ὁ ἐπαναστάτης Μυασνίκωφ ἔγραψε στά ἀπομνημονεύματά του: «Ἐπήγαμε γιά πέντε βέρστια κατά μῆκος τῆς Σιβηρικῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ. Ὁδηγηθήκαμε σέ ἕνα δάσος καί ἐκεῖ ἐσταματήσαμε τά ἄλογα. Ἔδωσα στόν Ἀνδρόνικο ἕνα φτυάρι καί τόν διέταξα νά σκάψει ἕνα τάφο. Ὅταν τελείωσε, προσευχήθηκε πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις καί μετά εἶπε ὅτι περιμένει. Εἶπα ὅτι δέν θά τόν ἐπυροβολοῦσα, ἀλλά θά τόν ἔθαβα ζωντανό, ἂν ἀκύρωνε ὅλα ὅσα εἶχε γράψει καί πεῖ ἐναντίον μας. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. Τόν ἐσκεπάσαμε μέ λίγο χῶμα καί τόν πυροβολίσαμε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βασίλειος (Μπογκογιαβλένσϊυ) ἐγεννήθηκε τήν 1η Φεβρουαρίου 1867 στό Ταμπώφ. Ἦταν γόνος ἱερατικῆς οἰκογένειας καί ἀνατράφηκε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Τό 1888 ἐτελείωσε τή σχολή τοῦ Ταμπώφ καί σέ νεαρή ἡλικία, τί ἴδιο ἔτος, ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Δύο ἔτη ἀργότερα, στίς 11 Μαρτίου 1890, ἐχειροτονήθηκε ἱερέας, γιά νά καλύψει τίς λειτουργικές ἀνάγκες τοῦ χωριοῦ Ὀβσυάνκι τῆς ἐπαρχίας Ταμπώφ.
Ὅμως τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τό νεαρό ἱερέα ἦταν ἄλλο. Μετά ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια, ἡ πρεσβυτέρα του ἐκοιμήθηκε. Ἔτσι ὁ πρεσβύτερος Βασίλειος ἐγκαταβιώνει στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκϊυ καί στίς 14 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1908 κείρεται μοναχός.

Στίς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους διορίζεται διευθυντής τῆς θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Τσέρνιγκωφ καί χειροθετεῖται ἀρχιμανδρίτης. Τόν ἑπόμενο χρόνο, στίς 26 Ἰουλίου, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος Σούμσκ τῆς ἐπαρχίας Χάρκωβ καί, τό 1911, μετατίθεται στό Νόβγκοροντ – Σεβέρσκ τῆς ἐπισκοπῆς Τσέρνιγκωφ. Ἐδῶ ἐργάζεται ὡς ἀληθινός ποιμένας καί διακρίνεται γιά τά ἔργα φιλανθρωπίας καί εὐποιίας. Στίς 5 Ὀκτωβρίου 1916, σέ ἀναγνώριση τῆς θεοφιλοῦς διακονίας του, ἀνυψώνεται σέ Ἀρχιεπίσκοπο Τσέρνιγκωφ καί Νεζχίν. Παραιτεῖται, ὅμως, τό 1917, καί ἀποσύρεται στή μονή Ζαϊκονοσπασσκϊυ τῆς Μόσχας.
Ὅταν, τό 1918, δολοφονεῖται ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, Ἀρχιεπίσκοπος Περμίας, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καλεῖται νά ἐρευνήσει ἀπό τό Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν τῆς Μόσχας τά γεγονότα τῆς δολοφονίας. Ἀλλά ἡ δραστηριότητα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐξόργισε τούς ἔνοχους, πού προσπαθοῦσαν νά κρυφθοῦν, γιά νά μήν ἀνακαλυφθοῦν.
Ἔτσι, τό 1919, μεταξύ τῶν πόλεων Περμίας καί Βιάτκα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βασίλειος, ὁ ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος, διευθυντής τῆς σχολῆς τῆς Περμίας, καί ἕνας λαϊκός ἐδολοφονήθησαν ἀπό Μπολσεβίκους καί τά σώματά τους ἐρρίφθησαν στό νερό τῆς γέφυρας Κάμα. Οἱ Χριστιανοί ἐπῆραν τά τίμια λείψανά τους καί κρυφά τά ἐνταφίασαν. Σύντομα ὁ τόπος τοῦ ἐνταφιασμοῦ τους ἔγινε προσκύνημα καί τόπος ἁγιασμοῦ καί θαυμάτων. Γιά τό λόγο αὐτό οἱ ἐπαναστάτες κατέστρεψαν τό μνημεῖο τοῦ ἐνταφιασμοῦ καί ἔκαψαν τά ἱερά λείψανα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
1 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
2 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
3 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι και
ο οίνος
 
 
4 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
5 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
6 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 7 Ιουνίου 2020
   Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 

Ἱστορικό

01042012Ὁ (+) Θεόφιλος Σιμόπουλος εἰς τὸ ἔργον του Ὁ τίτλος Παναγιώτατος (1964), ποεῖται λόγον περὶ τῶν προνομίων, ἅτινα ἐχορήγησε φιλοφρόνως καὶ δαψιλῶς ὁ ἀοίδιμος Αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος Β´ ὁ Παλαιολόγος πρὸς τὸν ὄντως ὅσιον βίον ἔχοντα ἀοίδιμον Μητροπολίτην Μονεμβασίας Νικόλαον. Εἶναι τὰ ἐξῆς: α) θέσις τοῦ Σίδης, β) φορεῖν σάκκον, γ) φέρειν (καίειν) διβάμπουλον, δ) εἶναι Ἔξαρχον πάσης Πελοποννήσου, ε) προσηγορίαν Παναγιωτάτου καὶ στ) ὑποφαίνειν Ἰνδικτιῶνα, γράφων πρὸς τὴν ἐπαρχίαν του. Ἐκ τούτων τῶν προνομίων, ὁ Αὐτοκράτωρ ἔδωκε α) τὴν θέσιν τοῦ Σίδης καὶ β) τὴν ἐξαρχίαν πάσης Πελοποννήσου διὰ τοῦ χρυσοβούλλου τοῦ 1301. Τὰ δὲ τοῦ σάκκου, Διβαμπούλου, Παναγιωτάτου, καὶ τῆς Ἰνδικτιῶνος, διὰ τοῦ Χρυσοβούλλου τοῦ 1314, ὡς ἀκριβῶς καὶ τὰ ὅρια τῆς Μητροπόλεως.

Συγκεκριμένα στὸ ἄρθρο α´ τοῦ χρυσοβούλλου περιέχονται τὰ ἐξῆς: «Καὶ τοίνυν τὸν παρόντα χρυσόβουλλον λόγον αὐτῆς ἀπολύει, δι᾿ οὗ καὶ βούλεται σὺν Θεῷ καὶ εὐδοκεῖ καὶ θεσπίζει, τόν τε, ὡς εἴρηται, νῦν προϊστάμενον ἀρχιερατικῶς τῆς τοιαύτης Ἁγιωτάτης μητροπόλεως Μονεμβασίας καὶ τοὺς καθεξῆς τὸν αὐτῆς διαδεξομένους θρόνον ἐπαπολαύειν τῆς ἀνηκούσης τῷ τοῦ Σίδης θρόνῳ τιμῆς ἐν ἅπασι, καθέδραις τε δηλαδὴ καὶ προσελεύσεσί τε καὶ στάσεσι, γραφαῖς τε, καὶ ὅλως τοῖς ἐθίμοις ἔργοις ἀρχιερατικοῖς καὶ λειτουργήμασιν ἅπασι· φορεῖν δε καὶ σάκκον ἐν ταῖς θείαις ἱεροτελεστίαις, ὁμοίως δὲ καὶ διβάμπουλον, καὶ ἁπλῶς πάντα τὰ ἐκείνης προνόμιά τε καὶ δίκαια ἔχειν· ἔξαρχον τοῦτον μόνον εἶναί τε καὶ λέγεσθαι πάσης δὴ τῆς Πελοποννήσου τὸν τῆς τοιαύτης ἁγιωτάτης ἀρχιερατικῶς ἐκκλησίας προϊστάμενον, καὶ τῆς ἐντεῦθεν τιμῆς ἀπολαύοντα, ᾗ δὴ καὶ τοῖς ἄλλοις εἴθισται τῶν ἱερωτάτων ἁρχιερέων τοῖς ἠξιωμένοις διαφόρων ἐξαρχεύειν θεμάτων τε καὶ χωρῶν. Ὡσαύτως δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο θεσπίζει καὶ παρακελεύεται, πάντας δηλαδὴ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν ἐπισκόπους ἔν τε φήμαις καὶ γραφαῖς παναγιώτατον προσαγορεύειν καὶ ὀνομάζεσθαι, αὐτὸν δὲ πάλιν ἐν τοῖς σημειώμασι καὶ γράμμασι ἰνδικτιῶνα ἐμφαίνειν πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς πᾶσαν τὴν αὐτοῦ ἐπαρχίαν ἀνθ᾿ ἑτέρας ὑποσημάνσεως. ...»

Ἐκ τῶν εἰρημένων τούτων προνομίων συναπολεσθέντων τῇ φθορᾷ τῶν καιρικῶν μεταλλαγῶν καὶ συστροφῶν τῶν ἀνθρωπίνων, δισώθη ἕν, ἐκείνο τοῦ τίτλου τοῦ «Παναγιωτάτου». Μετὰ τὸν ἐπανενεγκότα ἀείμνηστον κυρὸ Κυπριανόν, καλῶς ποιήσαντα, ὁ διάδοχος αὐτοῦ Μητροπολίτης κυρὸς Ἱερόθεος, διέκοψεν αύτό. Σήμερον, ὡσαύτως καλῶς ποιῶν διατηρεῖ τὸ ἰσχυρὸν προνόμιον τοῦ τίτλου «Παναγιώτατος», ὁ σημερινὸς Παναγιώτατος Μητροπολίτης κ. Εὐστάθιος Σπηλιώτης, μὴ ὑπερισχύοντος τοῦ περὶ ἀντιθέτου λόγου. Συνωδᾷ καὶ ὁ πολὺς ἐν παιδείᾳ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κυρὸς Ἰεζεκιήλ, ὁ Βελανιδιώτης, περὶ τοῦ τίτλου «Παναγιώτατος», γράφων: «...ὁ Μονεμβασίας ὑπαγόμενος εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος οὺδὲν ἐκ τούτων διέσωσεν. Ἤδη ὅμως ὅτε ἐπῆλθεν διοικητικὴ ἀφομοίωσις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πρέπον εἶναι δι᾿ ἀμφοτέρας τὰς Ἱστορικὰς Μητροπόλεις νὰ κρατήσουν τὸν τίτλον».

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Χρυσόβουλλον παρὰ τοῦ γαληνοτάτου ἐν βασιλεῦσι καὶ ἀηττήτου Ἀνδρονίκου αὐτοκράτορος Ῥωμαίων πρὸς τὸν Ἁγιώτατον μητροπολίτην Μονεμβασίας καὶ τοὺς αὐτοῦ διαδόχους. 1292 ἢ 1314
  • + Ἀρχιμανδρίτης Θεόφιλος Σιμόπουλος (1964), Ὁ τίτλος Παναγιώτατος, ἀρ.σελ. 63
  • + Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ (1948), Ὁ τίτλος Παναγιώτατος, ἐν Ἔργα καὶ Ἡμέραι, τ. Β´, σ. 241, Καρδίτσα.
  • Νέα Ἔκδοσις (2005), Ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος Παλαιολόγος καὶ Μονεμβασία, Βασιλικὴ καὶ Ἱερὰ Καστροπολιτεία, σελ. 179-180, 184, Ἐκδόσεις Ἔλυτρον, Ἀθήνα-Καλαμάτα