diax
Agioi1

Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας (17 Ιανουαρίου)

15 Μέγας Ἀντώνιος γεννήθηκε περί τό 251 μ.Χ. στήν πόλη Κομά τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντά στή Μέμφιδα, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς καί εὔπορους. Ἔζησε στά χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καί Μαξιμιανού (285 – 305 μ.Χ.) μέχρι καί τήν ἐποχή τοῦ εὐσεβοῦς αὐτοκράτορα Κωνσταντίνου καί τῶν παιδιῶν του.
Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἦταν ὀλιγαρκής καί αὐτάρκης, «μόνοις δέ οἷς εὕρισκεν ἠρκεῖτο καί πλέον οὐδέν ἐζήτει». Σέ νεαρή ἡλικία, περίπου 20 ἐτῶν, ἔχασε τούς γονεῖς του. Ἕξι μῆνες μετά τήν κοίμηση τῶν γονέων του, ἄκουσε στήν ἐκκλησία τήν Εὐαγγελική περικοπή τοῦ πλουσίου νεανίσκου, στήν ὁποία ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Χριστός εἶπε στόν πλούσιο νέο: «πώλησον τά ὑπάρχοντά σου καί δός πτωχοῖς». Τόση μεγάλη ἐντύπωση προξένησε ἡ Εὐαγγελική αὐτή προτροπή στήν ψυχή τοῦ Ἀντωνίου, ὥστε ἀμέσως διένειμε τά ὑπάρχοντά του στούς πτωχούς καί ἐνδεεῖς, ἀφοῦ φύλαξε τά ἀπολύτως ἀναγκαῖα γιά τήν συντήρηση αὐτοῦ καί τῆς μικρῆς του ἀδελφῆς, τήν ὁποία φρόντισε νά παραδώσει σέ Χριστιανές νέες παρθένους πού εἶχαν ἀφιερωθεῖ στή χριστιανική ἀρετή, βέβαιος ὅτι κοντά τους θά εἶναι κατά πάντα ἀσφαλής.
Ἀπό τότε ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ἄρχισε νά ζεῖ ἀσκητικό βίο, ἐργαζόμενος ἀδιάκοπα καί ὑποβαλλόμενος σέ αὐστηρή νηστεία, γιά νά κατανικήσει τούς πειρασμούς τῆς σάρκας, ἀγρυπνώντας ὁλόκληρη τή νύχτα καί τρώγοντας ἐλάχιστα.
Στή συνέχεια ἀπῆλθε σέ τόπο ἔρημο καί μακρινό ὅπου ὑπῆρχαν μνήματα καί ἀφοῦ εἰσῆλθε σέ ἕνα ἀπό αὐτά ἔκλεισε τή θύρα. Ἡ τροφή του ἦταν ἐλάχιστη καί τοῦ τήν πήγαινε σέ καθορισμένες ἡμέρες ἕνας συνασκητής του. Ἐκεῖ ὑπερνίκησε, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, νέους πειρασμούς. Ἀργότερα πῆγε κοντά στά ἐρείπια ἐνός φρουρίου καί κατοίκησε σέ σπήλαιο χωρίς νά τόν βλέπει κανένας καί χωρίς νά δέχεται κανένα παρά μόνο ἕναν γνωστό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔφερνε κάθε ἕξι μῆνες ψωμί γιά ὁλόκληρο τό ἑξάμηνο.
Μετά ἀπό εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια ἀσκήσεως καί ἀφοῦ ἔφθασε σέ ὕψη πνευματικῆς τελειώσεως, ἐμφανίσθηκε στόν κόσμο καί τότε ἄρχισαν νά συρρέουν περί αὐτόν πολλοί πού τόν θαύμαζαν ὡς ἀσκητή καί θαυματουργό. Μαρτυρεῖται ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἅγιος βρισκόταν ἀκόμα στή ζωή, ἔβλεπε τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων πού ἐξέρχονταν ἀπό τό σῶμα τους, καθώς καί τούς δαίμονες πού τίς ὁδηγοῦσαν. Τό γεγονός αὐτό εἶναι πολύ θαυμαστό, ἀφοῦ μία τέτοια δυνατότητα εἶναι γνώρισμα μόνο νοερής καί ἀσώματης φύσεως.

Τὸ ἔτος 311 μ.Χ., κατὰ τὸν διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαξιμίνου (307 – 313 μ.Χ.), κατῆλθε στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ νὰ βοηθήσει τοὺς πιστούς, τοὺς Ὁμολογητὲς καὶ τοὺς Μάρτυρες. Ὅταν ἔπαυσε ὁ διωγμός, ὁ Ὅσιος ἐπανῆλθε στὴν ἔρημο, ἀλλὰ ἐπειδὴ αἰσθανόταν ἐνοχλημένος ἀπὸ τὴν παρουσία πολλῶν, ποὺ πήγαιναν γιὰ νὰ τὸν συναντήσουν, ἔφυγε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἦλθε σὲ τόπο ἔρημο, ὁ ὁποῖος βρισκόταν σὲ ὄρος ψηλό, κοντὰ στὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα. Καὶ ἐκεῖ ὅμως προσέρχονταν πολλοὶ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία του, νὰ διδαχθοῦν καὶ νὰ θεραπευθοῦν. Και ἐκείνος, θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς «οὐ προστάζων, ἀλλ’ εὐχόμενος καὶ τὸν Χριστὸν ὀνομάζων».
Ἡ φήμη τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἔφθασε μέχρι τοὺς βασιλεῖς, τόσο ὥστε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος καὶ οἱ υἱοί του, Κωνστάντιος καὶ Κώνστας, ἔγραφαν σὲ αὐτόν, σὰν νὰ ἦταν πατέρας τους καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀπαντήσει.
Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἀσκητικοῦ του βίου ποτὲ δὲν ἄλλαξε ἔνδυμα καὶ ποτὲ δὲν ἔνιψε τὸ σῶμα ἢ τὰ πόδια του μὲ νερό. Ὁ Ὅσιος, ἂν καὶ ἀγράμματος στὴν ἀνθρώπινη σοφία, ἦταν σοφὸς κατὰ Θεόν. Εἶχε λόγο «ἠρτυμένον τῷ θείῳ ἅλατι καὶ χαρίεντα». Δίδασκε στοὺς μαθητές του νὰ μὴν θεωροῦν τίποτε ἀνώτερο ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μὴ νομίζουν ὅτι, ἐπειδὴ ἀπέχουν ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀγαθά, στεροῦνται κάτι ἀξιόλογο. Τὸ νὰ ἀφήνει κανεὶς τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ εἶναι σὰν νὰ καταφρονεῖ μία δραχμὴ ἀπὸ χαλκό, γιὰ νὰ κερδίσει ἑκατὸ χρυσές. Δὲν πρέπει, ἔλεγε, νὰ λησμονᾶμε ὅτι ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πρόσκαιρος, συγκρινόμενος πρὸς τὸ μέλλοντα αἰώνα. Γι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ κοπιάζουμε γιὰ τὴν ἀπόκτηση πρόσκαιρων ἀγαθῶν, τὰ ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε μαζί μας, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀπόκτηση αἰώνιων ἀγαθῶν, δηλαδὴ τῆς φρονήσεως, τῆς δικαιοσύνης, τῆς σωφροσύνης, τῆς ἀνδρείας, τῆς συνέσεως, τῆς ἀγάπης.
Ὁ Μέγας Ἀντώνιος, ἀφοῦ ἔζησε ἑκατὸν πέντε ἔτη, κοιμήθηκε ὁσίως τὸ 356 μ.Χ. Ἂν καί, ὅπως λέγει ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἐπιθυμίες τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου ἦταν νὰ μείνει κρυφὸς ὁ τόπος τῆς ταφῆς του, οἱ μοναχοὶ ποὺ μόναζαν κοντά του ἔλεγαν ὅτι κατεῖχαν τὸ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Ἰουστινιανοὺ (561 μ.Χ.), κατατέθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀργότερα, τὸ 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ'.
Τὸν ζηλωτὴν Ἠλίαν τοῖς τρόποις μιμούμενος, τῷ Βαπτιστῇ εὐθείαις ταῖς τρίβοις ἑπόμενος, Πάτερ Ἀντώνιε, τῆς ἐρήμου γέγονας οἰκιστής, καὶ τὴν οἰκουμένην ἐστήριξας εὐχαῖς σου. Διὸ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τοὺς βιωτικοὺς, θορύβους ἀπωσάμενος, ἡσυχαστικῶς, τὸν βίον ἐξετέλεσας, τὸν Βαπτιστὴν μιμούμενος, κατὰ πάντα τρόπον Ὁσιώτατε. Σὺν αὐτῷ οὖν σε γεραίρομεν, Ἀντώνιε Πάτερ, τῶν Πατέρων κρηπίς.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ ἀρχηγός, καὶ τῆς ἰσαγγέλου, πολιτείας καθηγητής· χαίροις τῆς ἐρήμου, στυλοειδὴς νεφέλη, Ἀντώνιε παμμάκαρ, Πατέρων καύχημα.

Διαβάστε επίσης:

Συμβουλὲς γιὰ τὸ ἦθος τῶν ἀνθρώπων καὶ τὴν ἐνάρετη ζωή, σὲ 170 κεφάλαια

Ἅγιος Θεοδόσιος ὁ Μέγας ὁ βασιλεύς (17 Ιανουαρίου)

15 Μέγας Θεοδόσιος καταγόταν ἀπό τήν Ἰβηρία καί γεννήθηκε τό 346 μ.Χ. Ἦταν υἱός τοῦ στρατηγοῦ Θεοδοσίου, Κόμητος τῆς Ἀφρικῆς, ὁ ὁποῖος εἶχε διαπρέψει ἐπί τοῦ αὐτοκράτορα Οὐαλεντιανοῦ (364 – 378 μ.Χ.) καί θανατώθηκε ἄδικα μετά ἀπό συκοφαντίες. Τότε ὁ υἱός του, ὁ ὁποῖος, ἐπίσης, εἶχε διακριθεῖ γιά τήν εὐσέβειά του καί τά στρατηγικά προτερήματά του, ἀποτραβήχτηκε στά πατρογονικά του κτήματα στήν Ἱσπανία καί ἀπεῖχε ἀπό κάθε ὑπηρεσία.
Ὅταν ὁ νέος αὐτοκράτορας τῆς Δύσεως Γρατιανός κληρονόμησε καί τό Ἀνατολικό τμῆμα τῆς αὐτοκρατορίας, τόν πῆρε κοντά του ὡς συνεργάτη. Μόλις ἔφθασε στήν αὐλή ὁ Θεοδόσιος προήχθη σέ «στρατηλάτη τῆς ἵππου» καί μέ αὐτό τό βαθμό, κατόρθωσε νά κερδίσει μία ἀρκετά ἐντυπωσιακή νίκη κατά τῶν Σαρματῶν, πού ἐπωφελούμενοι τῆς γενικῆς ἀναταραχῆς εἶχαν στό μεταξύ εἰσβάλει στό ρωμαϊκό ἔδαφος. Ἡ ἀνταμοιβή γιά τή νίκη ἦταν ἡ προαγωγή στό ὕπατο ἀξίωμα: ὁ Γρατιανός τόν ἔστεψε Αὔγουστο τῆς Ἀνατολῆς στήν πόλη Σίρμιον πού βρισκόταν στό κέντρο τῆς Ρωμαϊκῆς Εὐρώπης. Ἡ στέψη ἔγινε στίς 19 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. Ὁ Θεοδόσιος ἦταν τότε τριάντα τριῶν ἐτῶν.
Πρῶτο ἔργο τοῦ νέου Αὐγούστου ἦταν νά καταπολεμήσει τούς Γότθους στήν Ἰλλυρία. Ἀλλά πρίν συντελεσθεῖ τό ἔργο αὐτό, ὁ Θεοδόσιος κέρδισε ἄλλο τρόπαιο ἐπί τοῦ ἐδάφους τῆς πίστεως καί τῆς Ὀρθοδοξίας. Μέ διάταγμα, τό ὁποῖο ἐξέδωσε στίς 27 Φεβρουαρίου τοῦ 380 μ.Χ., ὁ Θεοδόσιος καθόριζε ἐπί δογματικοῦ ἐπιπέδου τήν ἔννοια τῆς Ὀρθοδοξίας, διεκήρυξε ὅτι μόνο οἱ παραδεχόμενοι τίς ἀποφάσεις τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού συνῆλθε στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ἐδικαιοῦντο νά ὀνομάζονται Χριστιανοί καί ὅτι στούς αἱρετικούς δέν ἐπιτρεπόταν νά σφετερίζονται τό ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας. Τέλος μέ τή δημοσίευση ἐνός ἀκόμη νόμου, γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ ὁποίου χρειάσθηκε νά ἐπέμβει ὁ στρατός, ἀπαίτησε τήν ἀπόδοση ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν στούς Ὀρθοδόξους.

Ἦταν δέ τότε στήν Κωνσταντινούπολη, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ ὁποῖος εἶχε προσκληθεῖ ἀπό τούς Χριστιανούς πρός καταπολέμηση τῶν αἱρετικῶν καί μάλιστα τῶν Ἀρειανῶν. Καί ἐπειδή τά φλογερά καί εὔγλωττα κηρύγματά του, συνδυαζόμενα μέ τήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, εἵλκυσαν πρός τήν Ὀρθόδοξη πίστη ἀμέτρητα πλήθη, οἱ Ἀρειανοί, οἱ ὁποῖοι ἐπί αὐτοκράτορα Οὐάλεντου εἶχαν γίνει πανίσχυροι στήν Κωνσταντινούπολη καί εἶχαν ἁρπάξει ὅλες τίς ἐκκλησίες τῶν Ὀρθοδόξων, ἐκτός τοῦ μικροῦ παρεκκλησίου τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, σχεδίαζαν νά τόν διώξουν ἀπό τήν βασιλεύουσα. Ἀλλά ὁ Θεοδόσιος ἔδωσε ἄλλη στροφή στά πράγματα. Ἐκδίωξε ἀπό τόν πατριαρχικό θρόνο τόν Ἀρειανό Ἐπίσκοπο Δημόφιλο καί παρεχώρησε τήν θέση του στόν Ἅγιο Γρηγόριο.
Ἡ μεγάλη αὐτή εὐεργεσία τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου πρός τήν Ἐκκλησία εἶχε λαμπρότερη ἀκόμα συνέχεια. Κατά τό ἔτος 381 μ.Χ., μέ τήν εὐσεβή φροντίδα του καί ἐνέργεια, συγκροτήθηκε ἡ Β’ Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἐπικύρωσε τή δογματική διατύπωση τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου περί τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, συμπλήρωσε τό Σύμβολο τῆς Πίστεως προσθέτοντας καί τόν περί Ἁγίου Πνεύματος Ὅρο, ἐναντίων τῆς πνευματομάχου διδασκαλίας τοῦ Μακεδονίου καί κανόνισε τά τῆς νομίμου κατοχῆς διαφόρων ἀρχιερατικῶν θρόνων, ἡ ὁποία εἶχε διαταραχθεῖ ἐπί τῆς παντοδυναμίας τῶν Ἀρειανῶν. Δύο ἀκόμη Σύνοδοι συνεκλήθησαν στήν Κωνσταντινούπολη τό 382 καί τό 383 μ.Χ. Σκοπός τους ἦταν, ἀντίστοιχα, ἡ ὑπογράμμιση τῆς αὐτονομίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀνατολῆς καί ἡ θεαματική καταδίκη κάθε μορφῆς Ἀρειανισμοῦ. Συμπληρώνοντας τό ἔργο του ὁ θεοφρούρητος βασιλέας, ἐξέδωσε ἀλλεπάλληλα διατάγματα κατά τῶν αἱρετικῶν (Μανιχαίων, Ἀρειανῶν, Πνευματομάχων καί ἄλλων), μέ τά ὁποῖα καθορίστηκαν καί οἱ ποινές τῶν ἀποστατῶν. Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνόδων ἐφαρμόστηκαν αὐστηρά. Ἐπανέλαβε ἔντονα τόν νόμο περί Κυριακῆς ἀργίας, ἀπαγόρευσε τά θεάματα τοῦ ἀμφιθεάτρου καί τοῦ ἱπποδρόμου τήν Κυριακή καί θέσπισε μέτρα κατά τῆς ἐμπορίας τῶν λειψάνων τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἐμπόδισε τίς εἰδωλολατρικές θυσίες, τή λατρεία τῶν εἰδώλων, κάθε δημόσια καί ἀπόκρυφη τελετή τῶν εἰδωλολατρῶν, καί κατήργησε, τό 394 μ.Χ., διά νόμου, τούς ὀλυμπιακούς ἀγῶνες, πού χρησίμευαν στή διατήρηση τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων. Ἡ αὐτοκρατορία ἦταν πιά χριστιανική καί τό ἔργο τοῦ Ἁγίου Θεοδοσίου ἔστρεφε καί παγίωνε τό ἔργο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου. Γιά τήν προσφορά του στήν Ἐκκλησία ἀλλά καί τό τεράστιο σημαντικό πολιτικό ἔργο του κέρδισε τόν τίτλο «Μέγας». Καί ὁ Παυλίνος, Ἐπίσκοπος Νώλης, μέσα ἀπό τά γραφόμενά του ἐγκωμιάζει στό πρόσωπο τοῦ βασιλέως «ὄχι τόσο τόν αὐτοκράτορα, ὅσο τόν δοῦλο τοῦ Χριστοῦ, τόν ἰσχυρό ὄχι στή μεγαλοπρέπεια τοῦ δυνάστου, ἀλλά στήν ταπεινοφροσύνη τοῦ ὑπηρέτου, τόν πρῶτο πολίτη, ὄχι χάρη στό βασιλικό ἀξίωμα, ἀλλά χάρη στήν πίστη του».
Ὁ Μέγας Θεοδόσιος ἦταν πρότυπο ἡγεμόνος, πλήρης εὐσέβειας καί δικαιοσύνης καί εἶχε τό χάρισμα τῆς ταπεινώσεως καί τῆς συνεχοῦς μετάνοιας. Δύο περιστατικά τῆς ζωῆς του ὁμιλοῦν γι’ αὐτό.
Ἦταν τό 387 μ.Χ. πού ὁ Ἅγιος ἀποφάσισε νά τιμωρήσει αὐστηρά, μέ ποινή αἵματος, τούς κατοίκους τῆς μεγάλης Θεουπόλεως Ἀντιόχειας. Οἱ Ἀντιοχειανοί εἶχαν ἐξεγερθεῖ καί εἶχαν καταρρίψει ὅλους τούς ἀνδριάντες πού ὑπῆρχαν πρός τιμή τοῦ αὐτοκράτορα καί τῆς συζύγου του Πλακίλλας. Ἡ αὐτοκράτειρα ἡ ἴδια ἀλλά καί ὁ Πατριάρχης τῆς πόλεως Φλαβιανός συμπαραστατούμενοι ἀπό τούς μοναχούς τῆς περιοχῆς, ἱκέτευαν τό βασιλέα Θεοδόσιο νά φανεῖ σπλαγχνικός καί νά τούς συγχωρήσει. Πράγματι, ὁ Θεοδόσιος ἄλλαξε ἀπόφαση καί τό Πάσχα τοῦ 387 μ.Χ. ἔδωσε ἀμνηστία.
Τό ἄλλο γεγονός συνέβη τό ἔτος 390 μ.Χ., ὅταν ὁ Θεοδόσιος ἔγινε καί αὐτοκράτορας τῆς Δύσεως. Ἐγκαταστάθηκε στά Μεδιόλανα, τό σημερινό Μιλάνο τῆς Ἰταλίας, καί τιμώρησε μέ πολύ αὐστηρό τρόπο μία ἐξέγερση τῶν Θεσσαλονικέων, δίδοντας διαταγή νά θανατώσουν πολλές χιλιάδες ἀνθρώπων στό ἀμφιθέατρο τῆς πόλεως. Κάποιος δημοφιλής ἡνίοχος τοῦ ἱππόδρομου εἶχε κατηγορηθεῖ γιά ἐγκληματική πράξη καί εἶχε φυλακισθεῖ ἀπό τόν ἀρχηγό τῆς ἐκεῖ φρουρᾶς Βουθέριχο. Ἀλλά τό πλῆθος, προκειμένου νά γίνουν οἱ ἱπποδρομίες, ἀπαίτησε τήν ἀποφυλάκιση τοῦ ἡνιόχου. Ὁ Βουθέριχος ἀρνήθηκε, ἀλλά ὁ λαός στασίασε καί φόνευσε τόν Βουθέριχο καί πολλούς στρατιῶτες. Ὁ θυμός πού ἔνιωθε ὁ Θεοδόσιος ἦταν τόσο μεγάλος πού, ὑπακούοντας στήν παρόρμηση τῆς στιγμῆς, διέταξε νά περικυκλώσει ὁ στρατός τόν ἱππόδρομο τήν ἡμέρα τῶν ἀγώνων καί νά σφάξει ὅλους τους θεατές. Γιά τή διαταγή αὐτή ἀμέσως μετανόησε ὁ Θεοδόσιος, ἀλλά ἡ ἀνάκλησή της ἔφτασε στή Θεσσαλονίκη ἀφοῦ πιά εἶχαν σφαγεῖ ἑπτά χιλιάδες πολίτες. Μετά ἀπό αὐτό τό ἔγκλημα, ὅταν ὁ Θεοδόσιος θέλησε νά εἰσέλθει στόν καθεδρικό ναό τοῦ Μιλάνου, ὁ Ἅγιος Ἀμβρόσιος στάθηκε στή θύρα καί ἀπαγόρευσε τήν εἴσοδο στόν αὐτοκράτορα. Ὅλοι περίμεναν τό ξέσπασμα τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοδοσίου. Ὅμως ἐκεῖνος ὑπάκουσε ταπεινά, ζήτησε μέ δάκρια στά μάτια συγγνώμη καί ταπεινωμένος γύρισε στά ἀνάκτορα. Ἐκτέλεσε τόν κανόνα τῆς μετάνοιας πού τοῦ ἔβαλε ὁ Ἐπίσκοπος καί ὅταν τό ἐπιτίμιο συμπληρώθηκε, ὁ Θεοδόσιος, ὕστερα ἀπό ὀκτώ μῆνες, προσῆλθε στήν Ἐκκλησία, σάν ἕνας κοινός ἄνθρωπος, μέ ἕναν ἁπλό χιτώνα, χωρίς κανένα διακριτικό τοῦ ἀξιώματός του, ἄκουσε τή συγχωρητική εὐχή καί κοινώνησε κατά τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων λέγοντας τόν λόγο τοῦ Δαυίδ: «Ἐκολλήθη τῷ ἐδάφει ἡ ψυχή μου, ζῆσόν με κατά τόν λόγον σου». Καρπός τῆς μετάνοιάς του, πού παραδειγμάτισε τόν λαό του, ἦταν ἕνας νόμος πού ἔλεγε πώς κανείς καταδικασμένος σέ θάνατο δέν θά ἐκτελεῖτο, ἂν δέν περνοῦσαν τριάντα ἡμέρες ἀπό τήν λήψη τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως.
Τόση ἦταν ἡ μετάνοια τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου, ὥστε ὁ Ἅγιος Θεός εὐδόκησε νά τοῦ δωρίσει τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας. Διηγοῦνται οἱ βιογράφοι του, ὅτι κατά τήν διάρκεια ἐνός προσκυνήματός του στά Ἱεροσόλυμα, ὁ αὐτοκράτορας ἐμφανίστηκε ἐνδεδυμένος σάν ἁπλός ἄνθρωπος καί πλησιάζοντας τίς θύρες τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως προσευχόταν. Τότε, οἱ πόρτες ἄνοιξαν μόνες τους διάπλατα καί ὁ ναός ἄστραφτε στό φῶς. Ὁ Κύριος ὑποδεχόταν τόν ταπεινό αὐτοκράτορα καί δοῦλό Του.
Ὁ Θεοδόσιος εἶχε ἀντιγράψει μέ τό χέρι του ὅλο τό Εὐαγγέλιο, τό ὁποῖο μελετοῦσε καθημερινά. Ἔλεγε πώς χαιρόταν περισσότερο πού ἦταν μέλος τῆς Ἐκκλησίας παρά ἐπίγειος βασιλέας. Ὅμως οἱ κακουχίες ἀπό τή διακυβέρνηση εἶχαν κλονίσει ἀνεπανόρθωτα τήν ὑγεία τοῦ Θεοδοσίου. Ἔτσι, μετά από δεκαέξι χρόνια εὐσεβοῦς βασιλείας, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 395 μ.Χ. Τό σκήνωμά του ἐκτέθηκε σέ λαϊκό προσκύνημα καί τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα ὁ Ἐπίσκοπος Μεδιολάνων Ἀμβρόσιος, ἐξεφώνησε τόν ἐπικήδειο, πού καθιέρωνε τόν Θεοδόσιο ὡς υπόδειγμα Ὀρθόδοξου ἡγεμόνος. Ὁ Ἅγιος ἐνταφιάσθηκε στό ναό τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, δίπλα στό μνημεῖο τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῶν διαδόχων του.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Γεώργιος ὁ Νεομάρτυρας ἐξ Ἰωαννίνων (17 Ιανουαρίου)

Agios_Georgios_exIoanninon15 Ἅγιος Γεώργιος γεννήθηκε τό 1808 στό χωριό Τζούραλη τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν ἀπό γονεῖς φτωχούς, τόν Κωνσταντίνο καί τήν Βασιλική. Λόγω τῆς φτώχειας τῆς οἰκογένειάς του ἔμεινε ἀγράμματος. Σέ μικρή ἡλικία έμεινε ορφανός καί μετέβη στά Ἰωάννινα, ὅπου ἔγινε ἱπποκόμος τοῦ Χατζῆ Ἀβδουλᾶ, ἀξιωματικοῦ του Ἰμίν Πασᾶ, πλησίον τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπί ὀκτώ χρόνια.
Κατά τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1836 συκοφαντήθηκε ἀπό τούς Τούρκους, ὅτι εἶχε ἐξισλαμισθεῖ κατά τά προηγούμενα χρόνια καί ἐπανῆλθε στήν ὀρθόδοξη πίστη. Προσαχθείς στό κριτήριο ἀπολογήθηκε καί μέ πνευματική ἀνδρεία ἀπέδειξε ὅτι οὐδέποτε ἔγινε ἀρνησίθρησκος. Μετά ἀπό αὐτά καί ἐπειδή τόν βρῆκαν καί ἀπερίτμητο, ἀπολύθηκε.
Ἀργότερα ἔλαβε σύζυγο, τήν Ἑλένη καί προσλήφθηκε ὡς ἱπποκόμος στόν μουσελίμι τῶν Φιλιατῶν ἐπί τοῦ ἡγεμόνος Ἰωαννίνων Μουσταφᾶ Πασᾶ. Χρειάσθηκε ὅμως νά μεταβεῖ καί πάλι στά Ἰωάννινα γιά ἰδιωτικές του ὑποθέσεις. Ἐκεῖ, στίς 12 Ἰανουαρίου 1838, ἡμέρα Τετάρτη, ἕνας Ὀθωμανός τόν συκοφάντησε καί πάλι ὅτι προηγουμένως ἦταν Τοῦρκος καί τώρα εἶναι Χριστιανός. Ἀφοῦ τόν συνέλαβαν, τόν ἔκλεισαν στήν φυλακή καί τόν ἐκβίαζαν νά ἀλλαξοπιστήσει. Ἐκεῖνος παρέμεινε ἀμετάπειστος, ὁμολογώντας τήν πίστη του στόν Χριστό. Ὁ κλῆρος καί ὁ λαός τῶν Ἰωαννίνων μάταια προσπάθησαν νά προλάβουν τήν ἄδικη ἀπόφαση κατά τοῦ Γεωργίου καί νά τόν πείσουν νά δραπετεύσει ἀπό τή φυλακή καί νά φυγαδευτεῖ στήν ἐλεύθερη Ἑλλάδα. Τό μαρτύριο ἄρχισε. Τοῦ τρυποῦσαν τά νύχια μέ βελόνες καί ἔβαζαν στά στήθη του μεγάλες πέτρες. Ἐκεῖνος ὑπέμενε γενναία λέγοντας : «Εἶμαι Χριστιανός».

Στίς 17 Ἰανουαρίου, ἡμέρα Δευτέρα, ὁ Ἅγιος ἀπαγχονίστηκε στήν ἀγορά καί δέχθηκε ἀπό τόν Σταυρωθέντα Κύριο τό στέφανο τοῦ μαρτυρίου. Τό ἱερό λείψανό του παρέμεινε κρεμασμένο μέχρι τίς 19 Ἰανουαρίου καί κατόπιν δωρήθηκε ἀπό τόν Μουσταφᾶ πασᾶ στόν Μητροπολίτη Ἰωαννίνων Ἰωακείμ, ὁ ὁποῖος τόν ἐνταφίασε μέ τιμές στό ἱερό βῆμα τοῦ μητροπολιτικοῦ ναοῦ τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου. Ἐπί τοῦ τάφου καί στήν οἰκία τοῦ Ἁγίου τελέσθηκαν πλεῖστα θαύματα.
Στίς 26 Ὀκτωβρίου 1971 ἔγινε ἡ ἀνακομοιδή τῶν ἱερῶν λειψάνων αὐτοῦ, τά ὁποία ἐναπετέθησαν στό φερώνυμο ναό τῶν Ἰωαννίνων, ὅπου ἦταν πρίν ἡ οἰκία τοῦ Ἁγίου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τόν πανεύφημον Μάρτυν Χριστοῦ Γεώργιον, Ἰωαννίνων τό κλέος καί πολιοῦχον λαμπρόν, ἐν ᾠδαῖς πνευματικαῖς ἀνευφημήσωμεν· ὅτι ἐνήθλησε στερρῶς, καί κατήνεγκεν ἐχθρόν, τοῦ Πνεύματος τῇ δυνάμει· καί νῦν ἀπαύστως πρεσβεύει, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Εὐκλεῶς ἀγάλλεται μεγαλαυχοῦσα, τῇ σεπτῇ ἀθλήσει σου, δι’ ἧς ἡ πόλις θησαυρόν, Ἰωαννίνω ἐκτήσατο, τῶν ἱερῶν σου Λειψάνων Γεώργιε.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῆς Ἠπείρου θεῖος πυρσός, καί Ἰωαννίνων, ἀντιλήπτωρ καί ἀρωγός· χαίροις τῶν θαυμάτων, ἀκένωτος χειμάρρους, Γεώργιε παμμάκαρ, ἡμῶν βοήθεια.

Ἡ προσκύνησις τῆς Τιμίας ἁλύσεως τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἀποστόλου Πέτρου (16 Ιανουαρίου)

19ήν ἡμέρα αὐτή τελοῦμε τήν προσκύνηση τῆς ἁλυσίδας μέ τήν ὁποία ἔδεσε τόν Ἁγιο Ἀπόστολο Πέτρο, καί τόν ἔριξε στήν φυλακή ὁ τετράρχης Ἡρώδης, σύμφωνα μέ τήν ἐξιστόρηση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ στίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων (ιβ΄ 1-19).
Ὁ Ἡρώδης ἔβαλε τούς Ἰουδαίους καί συνέλαβαν τόν Ἀπόστολο Πέτρο κατά τίς ἡμέρες τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων. Καί ὅταν τόν ἔπιασε, τόν ἔβαλε στήν φυλακή. Τή νύκτα, πρίν τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ὁ Ἡρώδης ἔμελλε νά τόν παρουσιάσει στόν λαό, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος κοιμόταν μεταξύ δύο στρατιωτῶν καί φρουροί φύλαγαν μπροστά στό κελί του. Ξαφνικά, ἦλθε Ἄγγελος Κυρίου καί ἔλαμψε φῶς στό κελί. Ἀφοῦ κτύπησε τήν πλευρά τοῦ Πέτρου, τόν ξύπνησε καί τοῦ εἶπε: «Σήκω γρήγορα», ἐνώ ταυτόχρονα ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια του.
Κάποιοι εὐσεβεῖς Χριστιανοί διαφύλαξαν αὐτή τήν ἁλυσίδα διαδοχικά ἀπό γενεά σέ γενεά, μέχρι πού τήν μετέφεραν στήν Κωνσταντινούπολη καί τήν ἐναπέθεσαν στό ναό τοῦ Ἁγίου Πέτρου, πού βρίσκεται μέσα στή μεγάλη Ἐκκλησία, ὅπου ἐτελεῖτο καί ἡ Σύναξη τοῦ Ἀποστόλου.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τήν Ῥώμην μή λιπών, πρός ἡμᾶς ἐπεδήμησας, δι’ ὧν ἐφόρεσας τιμίων Ἁλύσεων, τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονε· ἃς ἐν πίστει προσκυνοῦντες δεόμεθα, ταῖς πρός Θεόν πρεσβείαις σου, δώρησαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Ἡ πέτρα Χριστός, τήν πέτραν τῆς πίστεως, δοξάζει φαιδρῶς, τῶν Μαθητῶν τόν πρωτόθρονον· συγκαλεῖ γάρ ἅπαντας, ἑορτάσαι Πέτρου τά θαύματα, τῆς τιμίας Ἁλύσεως, καί νέμει πταισμάτων τήν συγχώρησιν.

Μεγαλυνάριον.
Σύνδησον ἀγάπῃ εἰλικρινεῖ, Πέτρε κορυφαῖε, ὁ φιλήσας Χριστόν θερμῶς, τούς τήν Ἅλυσίν σου σεμνῶς ἀσπαζομένους, Ἀπόστολε θεόπτα, καί σέ δοξάζοντας.

Πράξεις Αποστόλων (ιβ΄ 1-19)

Κατ’ ἐκεῖνον τόν καιρόν, ἐπέβαλεν Ἡρῴδης ὁ βασιλεύς τάς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπό τῆς ἐκκλησίας. Ἀνεῖλε δέ Ἰάκωβον τόν ἀδελφόν Ἰωάννου μαχαίρᾳ. Καί ἰδών ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς Ἰουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καί Πέτρον· ἦσαν δέ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καί πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδούς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετά τό πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτόν τῷ λαῷ.
Ὁ μέν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχή δέ ἦν ἐκτενής γινομένη ὑπό τῆς ἐκκλησίας πρός τόν Θεόν ὑπέρ αὐτοῦ. Ὅτε δέ ἔμελλεν αὐτόν προάγειν ὁ Ἡρῴδης, τῇ νυκτί ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξύ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρό τῆς θύρας ἐτήρουν τήν φυλακήν.
Καί ἰδού ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καί φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δέ τήν πλευράν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτόν λέγων. Ἀνάστα ἐν τάχει· καί ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. Εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρός αὐτόν· περίζωσαι καί ὑπόδησαι τά σανδάλιά σου. Ἐποίησε δέ οὕτω. Καί λέγει αὐτῷ· περιβαλοῦ τό ἱμάτιόν σου καί ἀκολούθει μοι. Καί ἐξελθών ἠκολούθει αὐτῷ, καί οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τό γινόμενον διά τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δέ ὅραμα βλέπειν.
Διελθόντες δέ πρώτην φυλακήν καί δευτέραν ἦλθον ἐπί τήν πύλην τήν σιδηρᾶν τήν φέρουσαν εἰς τήν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καί ἐξελθόντες προῆλθον ρύμην μίαν, καί εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Καί ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῶ εἶπε· νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τόν ἄγγελον αὐτοῦ καί ἐξείλετό με ἐκ χειρός Ἡρῴδου καί πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων. Συνιδών τε ἦλθεν ἐπί τήν οἰκίαν Μαρίας τῆς μητρός Ἰωάννου τοῦ ἐπικαλουμένου Μάρκου, οὗ ἦσαν ἱκανοί συνηθροισμένοι καί προσευχόμενοι. Κρούσαντος δέ αὐτοῦ τήν θύραν τοῦ πυλῶνος προσῆλθε παιδίσκη ὑπακοῦσαι ὀνόματι Ρόδη, καί ἐπιγνοῦσα τήν φωνήν τοῦ Πέτρου, ἀπό τῆς χαρᾶς οὐκ ἤνοιξε τόν πυλῶνα, εἰσδραμοῦσα δέ ἀπήγγειλεν ἑστάναι τόν Πέτρον πρό τοῦ πυλῶνος. Οἱ δέ πρός αὐτήν εἶπον· μαίνῃ. Ἡ δέ διισχυρίζετο οὕτως ἔχειν. Οἱ δέ ἔλεγον· ὁ ἄγγελος αὐτοῦ ἐστιν.
Ὁ δέ Πέτρος ἐπέμενε κρούων. ἀνοίξαντες δέ εἶδον αὐτόν καί ἐξέστησαν. Κατασείσας δέ αὐτοῖς τῇ χειρί σιγᾶν διηγήσατο αὐτοῖς πῶς ὁ Κύριος ἐξήγαγεν αὐτόν ἐκ τῆς φυλακῆς, εἶπε δέ· ἀπαγγείλατε Ἰακώβῳ καί τοῖς ἀδελφοῖς ταῦτα. Καί ἐξελθών ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον.
Γενομένης δέ ἡμέρας ἦν τάραχος οὐκ ὀλίγος ἐν τοῖς στρατιώταις, τί ἄρα ὁ Πέτρος ἐγένετο. Ἡρῴδης δέ ἐπιζητήσας αὐτόν καί μή εὑρών, ἀνακρίνας τούς φύλακας ἐκέλευσεν ἀπαχθῆναι, καί κατελθών ἀπό τῆς Ἰουδαίας εἰς τήν Καισάρειαν διέτριβεν.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Κατ’ ἐκεῖνον τόν καιρόν, ὁ Ἡρώδης ὁ βασιλεύς ἔβαλε τά χέρια του σέ μερικούς πού ἀνῆκαν εἰς τήν ἐκκλησίαν διά νά τούς κακοποιήσῃ. Ἐφόνευσε μέ μάχαιραν τόν Ἰάκωβον, τόν ἀδελφόν τοῦ Ἰωάννου. Καί ὅταν εἶδε ὅτι αὐτό ἐπροξένησε εὐχαρίστησιν εἰς τούς Ἰουδαίους, ἐπροχώρησε νά συλλάβῃ καί τόν Πέτρον· ἦσαν δέ τότε αἱ ἡμέραι τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων. Καί ὅταν τόν ἔπιασε, τόν ἔβαλε εἰς τήν φυλακήν καί τόν παρέδωκε σέ τέσσερις τετράδες στρατιωτῶν, διά νά τόν φυλάττουν, διότι ἤθελε νά τόν παρουσίασῃ εἰς τόν λαόν μετά τό Πάσχα.
Καί ἔτσι ὁ Πέτρος ἐκρατεῖτο εἰς τήν φυλακήν ἀλλ’ ἐγίνετο ἀπό τήν ἐκκλησίαν ἔνθερμη προσευχή γι’ αὐτόν εἰς τόν Θεόν. Τήν νύχτα πρό τῆς ἡμέρας, κατά τήν ὁποίαν ἔμελλε ὁ Ἡρώδης νά τόν παρουσιάσῃ, ὁ Πέτρος, δεμένος μέ δύο ἁλυσίδες, ἐκοιμότανε μεταξύ δύο στρατιωτῶν, καί φρουροί ἐμπρός στήν πόρτα ἐφύλατταν τήν φυλακήν.
Αἴφνης ἦλθε ἄγγελος Κυρίου καί ἔλαμψε φῶς εἰς τό κελλί. Ἀφοῦ ἐκτύπησε τήν πλευράν τοῦ Πέτρου, τόν ἐξύπνησε καί τοῦ εἶπε, «Σήκω γρήγορα». Καί ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπό τά χέρια του. Καί ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε, «Ζώσου καί φόρεσε τά σανδάλια σου». Καί τό ἔκανε. Ὕστερα τοῦ εἶπε, «Φόρεσε τόν μανδύα σου καί ἀκολούθησέ με». Καί ἐβγῆκε ἔξω καί τόν ἀκολούθησε καί δέν εἶχε συνείδησιν ὅτι εἶναι ἀληθινόν ἐκεῖνο πού ἐγίνετο διά τοῦ ἀγγέλου, ἀλλ’ ἐνόμισε ὅτι βλέπει ὅραμα. Ἐπέρασαν τό πρῶτον φυλάκιον καί τό δεύτερον, καί ἐφθασαν εἰς τήν πύλην τήν σιδηρᾶν πού ὡδηγοῦσε εἰς τήν πόλιν καί ἡ ὁποία μόνη της ἄνοιξε διά νά περάσουν. Ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἐπροχώρησαν σ’ ἕνα στενό δρόμο, καί ἀμέσως ὁ ἄγγελος τόν ἄφησε.
Ὅταν συνῆλθε ὁ Πέτρος εἶπε, «Τώρα καταλαβαίνω ὅτι ἀληθινά ἔστειλε ὁ Κύριος τόν ἄγγελόν του καί μέ ἔσωσε ἀπό τό χέρι τοῦ Ἡρώδη καί ἀπό κάθε τι πού ἐπερίμενε ὁ Ἰουδαϊκός λαός». Καί ὅταν ἀνεγνώρισε αὐτό, ἐπῆγε εἰς τό σπίτι τῆς Μαρίας, τῆς μητέρας τοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται καί Μᾶρκος, ὅπου ἦσαν ἀρκετοί μαζεμένοι καί προσηύχοντο. Ὅταν ἐκτύπησε τήν ἐξωτερική πόρτα, ἦλθε μιά ὑπηρέτρια, ὅπου ὠνομάζετο Ρὀδη, διά νά ἰδῇ ποιός ἦτο, καί ὅταν ἀνεγνώρισε τήν φωνήν τοῦ Πέτρου, ἀπό τήν χαράν της δέν ἄνοιξε τήν πόρτα, ἀλλά ἔτρεξε μέσα καί τούς εἶπε ὅτι ὁ Πέτρος ἦτο ἔξω εἰς τήν πόρτα. Αὐτοί τῆς εἶπαν, «Εἶσαι τρελλή». Ἀλλ’ ἐκείνη ἐπέμενε ὅτι ἔτσι ἔχουν τά πράγματα. Τότε αὐτοί εἶπαν, «Θά εἶναι ὁ ἄγγελός του».
Ὁ Πέτρος ἐξακολουθοῦσε νά κτυπᾷ. Ὅταν δέ ἄνοιξαν, τόν εἶδαν καί ἐξεπλάγησαν. Αφοῦ τούς ἔκανε μέ τό χέρι νεῦμα νά σιγήσουν, τούς διηγήθηκε πῶς ὁ Κύριος τόν ἔβγαλε ἀπό τήν φυλακήν καί εἶπε, «Ἀναγγείλατε αὐτό εἰς τόν Ἰάκωβον καί εἰς τούς ἀδελφούς». Ὕστερα ἔφυγε καί ἐπῆγε εἰς ἄλλον τόπον.
Ὅταν ἐξημέρωσε, ἐθορυβήθησαν πολύ οἱ στρατιῶται περί τοῦ τί ἆραγε νά ἔγινε ὁ Πέτρος. Ὁ δέ Ἡρώδης ἀφοῦ τόν ἐζήτησε καί δέν τόν εὑρῆκε, ἀνέκρινε τούς φρουρούς καί διέταξε νά ὁδηγηθοῦν πρός ἐκτέλεσιν, αὐτός δέ κατέβηκε ἀπό τήν Ἰουδαίαν καί παρέμενε εἰς τήν Καισάρειαν.

Ὅσιος Ὀνωρᾶτος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀρελάτης (16 Ιανουαρίου)

15 Ὅσιος Ὀνωρᾶτος γεννήθηκε στή Λωραίνη καί οἱ ὁμοεθνεῖς του τόν ὀνόμαζαν Ληρώνη ἢ Πλανασία. Οἱ γονεῖς του ἦταν ἐθνικοί. Σέ νεαρή ἡλικία ἀσπάσθηκε τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἦλθε στήν Ἀνατολή, γιά νά διδαχθεῖ τά πράγματα τῆς μοναχικῆς πολιτείας.
Ἀργότερα ἦλθε στά νησιά τῶν Λερίνων τῆς Γαλλίας, ὅπου ἔκτισε τό 375 μ.Χ., τήν μονή τῶν Λερίνων, ἡ ὁποία συνέβαλε τά μέγιστα στόν ἐκχριστιανισμό τῆς Προβηγγίας καί ἄλλων τμημάτων τῆς Γαλατίας. Χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἂρλ (Ἀρελάτης ἢ Ἀρελάτου), πού βρίσκεται κοντά στή Μασσαλία τῆς Γαλλίας καί ἦταν ἐπισκοπική ἕδρα ἀπό τά μέσα τοῦ τρίτου αἰῶνος, ἀρχιεπισκοπή δέ, ἀπό τό 400 μέχρι τό 1801.
Ὁ Ὅσιος Ὀνωράτος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 429 μ.Χ., τή χρονιά πού ὁ Ἀέτιος ἀπέκρουσε στήν πόλη τῆς Ἀρελάτης τούς Βησιγότθους.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
13 Ιαναουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
 
14 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
15 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία 
 
16 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
17 Ιανουαρίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται το
λάδι και ο οίνος
 
18 Ιανουαρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 19 Ιανουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
 

Ἱστορικό

01042012Ὁ (+) Θεόφιλος Σιμόπουλος εἰς τὸ ἔργον του Ὁ τίτλος Παναγιώτατος (1964), ποεῖται λόγον περὶ τῶν προνομίων, ἅτινα ἐχορήγησε φιλοφρόνως καὶ δαψιλῶς ὁ ἀοίδιμος Αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος Β´ ὁ Παλαιολόγος πρὸς τὸν ὄντως ὅσιον βίον ἔχοντα ἀοίδιμον Μητροπολίτην Μονεμβασίας Νικόλαον. Εἶναι τὰ ἐξῆς: α) θέσις τοῦ Σίδης, β) φορεῖν σάκκον, γ) φέρειν (καίειν) διβάμπουλον, δ) εἶναι Ἔξαρχον πάσης Πελοποννήσου, ε) προσηγορίαν Παναγιωτάτου καὶ στ) ὑποφαίνειν Ἰνδικτιῶνα, γράφων πρὸς τὴν ἐπαρχίαν του. Ἐκ τούτων τῶν προνομίων, ὁ Αὐτοκράτωρ ἔδωκε α) τὴν θέσιν τοῦ Σίδης καὶ β) τὴν ἐξαρχίαν πάσης Πελοποννήσου διὰ τοῦ χρυσοβούλλου τοῦ 1301. Τὰ δὲ τοῦ σάκκου, Διβαμπούλου, Παναγιωτάτου, καὶ τῆς Ἰνδικτιῶνος, διὰ τοῦ Χρυσοβούλλου τοῦ 1314, ὡς ἀκριβῶς καὶ τὰ ὅρια τῆς Μητροπόλεως.

Συγκεκριμένα στὸ ἄρθρο α´ τοῦ χρυσοβούλλου περιέχονται τὰ ἐξῆς: «Καὶ τοίνυν τὸν παρόντα χρυσόβουλλον λόγον αὐτῆς ἀπολύει, δι᾿ οὗ καὶ βούλεται σὺν Θεῷ καὶ εὐδοκεῖ καὶ θεσπίζει, τόν τε, ὡς εἴρηται, νῦν προϊστάμενον ἀρχιερατικῶς τῆς τοιαύτης Ἁγιωτάτης μητροπόλεως Μονεμβασίας καὶ τοὺς καθεξῆς τὸν αὐτῆς διαδεξομένους θρόνον ἐπαπολαύειν τῆς ἀνηκούσης τῷ τοῦ Σίδης θρόνῳ τιμῆς ἐν ἅπασι, καθέδραις τε δηλαδὴ καὶ προσελεύσεσί τε καὶ στάσεσι, γραφαῖς τε, καὶ ὅλως τοῖς ἐθίμοις ἔργοις ἀρχιερατικοῖς καὶ λειτουργήμασιν ἅπασι· φορεῖν δε καὶ σάκκον ἐν ταῖς θείαις ἱεροτελεστίαις, ὁμοίως δὲ καὶ διβάμπουλον, καὶ ἁπλῶς πάντα τὰ ἐκείνης προνόμιά τε καὶ δίκαια ἔχειν· ἔξαρχον τοῦτον μόνον εἶναί τε καὶ λέγεσθαι πάσης δὴ τῆς Πελοποννήσου τὸν τῆς τοιαύτης ἁγιωτάτης ἀρχιερατικῶς ἐκκλησίας προϊστάμενον, καὶ τῆς ἐντεῦθεν τιμῆς ἀπολαύοντα, ᾗ δὴ καὶ τοῖς ἄλλοις εἴθισται τῶν ἱερωτάτων ἁρχιερέων τοῖς ἠξιωμένοις διαφόρων ἐξαρχεύειν θεμάτων τε καὶ χωρῶν. Ὡσαύτως δὲ πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο θεσπίζει καὶ παρακελεύεται, πάντας δηλαδὴ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν ἐπισκόπους ἔν τε φήμαις καὶ γραφαῖς παναγιώτατον προσαγορεύειν καὶ ὀνομάζεσθαι, αὐτὸν δὲ πάλιν ἐν τοῖς σημειώμασι καὶ γράμμασι ἰνδικτιῶνα ἐμφαίνειν πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς πᾶσαν τὴν αὐτοῦ ἐπαρχίαν ἀνθ᾿ ἑτέρας ὑποσημάνσεως. ...»

Ἐκ τῶν εἰρημένων τούτων προνομίων συναπολεσθέντων τῇ φθορᾷ τῶν καιρικῶν μεταλλαγῶν καὶ συστροφῶν τῶν ἀνθρωπίνων, δισώθη ἕν, ἐκείνο τοῦ τίτλου τοῦ «Παναγιωτάτου». Μετὰ τὸν ἐπανενεγκότα ἀείμνηστον κυρὸ Κυπριανόν, καλῶς ποιήσαντα, ὁ διάδοχος αὐτοῦ Μητροπολίτης κυρὸς Ἱερόθεος, διέκοψεν αύτό. Σήμερον, ὡσαύτως καλῶς ποιῶν διατηρεῖ τὸ ἰσχυρὸν προνόμιον τοῦ τίτλου «Παναγιώτατος», ὁ σημερινὸς Παναγιώτατος Μητροπολίτης κ. Εὐστάθιος Σπηλιώτης, μὴ ὑπερισχύοντος τοῦ περὶ ἀντιθέτου λόγου. Συνωδᾷ καὶ ὁ πολὺς ἐν παιδείᾳ ἀοίδιμος Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος κυρὸς Ἰεζεκιήλ, ὁ Βελανιδιώτης, περὶ τοῦ τίτλου «Παναγιώτατος», γράφων: «...ὁ Μονεμβασίας ὑπαγόμενος εἰς τὴν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος οὺδὲν ἐκ τούτων διέσωσεν. Ἤδη ὅμως ὅτε ἐπῆλθεν διοικητικὴ ἀφομοίωσις τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, πρέπον εἶναι δι᾿ ἀμφοτέρας τὰς Ἱστορικὰς Μητροπόλεις νὰ κρατήσουν τὸν τίτλον».

Πηγές & Βιβλιογραφία

  • Χρυσόβουλλον παρὰ τοῦ γαληνοτάτου ἐν βασιλεῦσι καὶ ἀηττήτου Ἀνδρονίκου αὐτοκράτορος Ῥωμαίων πρὸς τὸν Ἁγιώτατον μητροπολίτην Μονεμβασίας καὶ τοὺς αὐτοῦ διαδόχους. 1292 ἢ 1314
  • + Ἀρχιμανδρίτης Θεόφιλος Σιμόπουλος (1964), Ὁ τίτλος Παναγιώτατος, ἀρ.σελ. 63
  • + Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος Ἰεζεκιήλ (1948), Ὁ τίτλος Παναγιώτατος, ἐν Ἔργα καὶ Ἡμέραι, τ. Β´, σ. 241, Καρδίτσα.
  • Νέα Ἔκδοσις (2005), Ὁ Αὐτοκράτωρ Ἀνδρόνικος Παλαιολόγος καὶ Μονεμβασία, Βασιλικὴ καὶ Ἱερὰ Καστροπολιτεία, σελ. 179-180, 184, Ἐκδόσεις Ἔλυτρον, Ἀθήνα-Καλαμάτα