diax
Agioi1

Ὅσιος Ἀβέρκιος ὁ Ἱσαπόστολος καὶ Θαυματουργὸς (22 Οκτωβρίου)

OsiosAverkios5ζησε στά τέλη τοῦ 2ου αἰώνα μ.Χ. Ἡ ἄμεπτη ζωή του καί ἡ καρποφορία τῆς διδασκαλίας του, παρακίνησαν τό ποίμνιο νά τόν ἀναγκάσει νά γίνει ἐπίσκοπος Ἱεραπόλεως στήν Φρυγία. Τό ἀξίωμα δέ μείωσε τόν ζῆλο τοῦ Ἀβερκίου. Ἔλεγε, μάλιστα, ὅτι δέν ἀρκεῖ κάποιος νά φαίνεται ἄρχων, ἀλλά καί νά εἶναι πραγματικά. Δηλαδή νά αὐξάνει τήν διακονία καί τούς κόπους του. Διότι κατά τό Εὐαγγέλιο, «εἰ τίς θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καί πάντων διάκονος», πού σημαίνει, ἂν κανείς θέλει νά εἶναι πρῶτος κατά τήν τιμή, ὀφείλει μέ τήν ταπείνωσή του ἀπέναντι στούς ἄλλους, νά γίνει τελευταῖος ἀπό ὅλους καί ὑπηρέτης ὅλων μέ τήν ἄσκηση τῆς ἀγάπης.
Καί ὁ Ἀβέρκιος τήν ἐντολή αὐτή ἔκανε πράξη στή ζωή του. Γι’ αὐτό καί ὁ Θεός τοῦ ἔδωσε τό χάρισμα νά κάνει πολλά θαύματα. Θεράπευσε τήν κόρη τοῦ βασιλιά τῆς Ρώμης, ἀπό πονηρό δαιμόνιο. Θερμά νερά ἀπό τήν γῆ ἐξέβαλε καί ἄλλα πολλά θαύματα ἔκανε.
Ἐπίσης, ὁ Ἀβέρκιος κήρυξε σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Συρίας καί Μεσοποταμίας. Ἔπειτα πῆγε στή Λυκαονία, τήν Πισιδία καί στήν ἐπαρχία τῶν Φρυγῶν. Ὀνομάστηκε ἰσαπόστολος, διότι περιόδευσε καί κήρυξε ὅπως οἱ κορυφαῖοι Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ.
Πέθανε εἰρηνικά, 72 χρονῶν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀποστόλων τόν ζῆλον ἐκμιμησάμενος, τῇ Ἐκκλησίᾳ ἐκλάμπεις ὡς ἑωσφόρος ἀστήρ, τήν θεόσδοτον ἰσχύν φαίνων τοῖς ἔργοις σου· σύ γάρ θαυμάτων ἱερῶν, τάς δυνάμεις ἐνεργῶν, Ἀβέρκιε Ἱεράρχα, πρός εὐσεβείας εἰσόδους, τούς πλανωμένους καθωδήγησας.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Ὡς Ἱερέα μέγιστον, καί Ἀποστόλωv σύσκηνον, ἡ Ἐκκλησία γεραίρει σε ἅπασα, ἡ τῶν πιστῶν Ἀβέρκιε· ἣv ταῖς σαῖς ἱκεσίαις, περιφύλαττε μάκαρ ἀκαταγώνιστον, ἐξ αἱρέσεως πάσης, καί ἄσειστον παναοίδιμε.

Μεγαλυνάριον.
Βίῳ διαπρέπων θεοειδεῖ, τῆς τῶν Ἀποστόλων, κατετρύφησας δωρεᾶς, ἔργοις παραδόξοις, Ἀβέρκιε πιστώσας, πρός ἀληθείας δόξαν, τούς δεξαμένους σε.

Ἅγιοι Ἀλέξανδρος, Θεοδότη, Γλυκερία, Ἄννα καὶ Ἐλισάβετ οἱ Μάρτυρες (22 Οκτωβρίου)

AgioiAlexandros_Theodoti_Glikeria_Elisavet15 Ἅγιος Ἀλέξανδρος ἦταν ἐπίσκοπος καί κήρυττε μέ μεγάλο ζῆλο τό Εὐαγγέλιο στά πλήθη τῶν εἰδωλολατρῶν. Τά κηρύγματά του προσέλκυσαν πλῆθος εἰδωλολατρῶν στήν Χριστιανική πίστη.
Τό γεγονός αὐτό ἐξόργισε τόν ἄρχοντα τοῦ τόπου. Ἔτσι λοιπόν διέταξε νά συλλάβουν τόν Ἅγιο καί νά τόν ὑποβάλλουν σέ βασανιστήρια, γιά νά τόν ἀναγκάσουν νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ἐκεῖνος ὅμως δέν πείστηκε.
Ἕνας στρατιώτης, ὀνόματι Ἡράκλειος, βλέποντας τήν καρτερία τοῦ Ἀλεξάνδρου πίστεψε στόν Χριστό. Ὁ Ἡράκλειος ὑποβλήθηκε σέ πολλά βασανιστήρια καί τελικά ἀποκεφαλίστηκε.
Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, θεραπεύτηκε ἀπό τίς πληγές τῶν βασανιστηρίων. Διετέλεσε καί κάποιο θαῦμα, ἔτσι προσέλκυσε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ τέσσερις γυναῖκες, τήν Θεοδότη, τήν Γλυκερία, τήν Ἄννα καί τήν Ἐλισάβετ.
Οἱ γυναῖκες αὐτές ὁμολόγησαν τήν πίστη τους μπροστά στόν ἄρχοντα καί ὁδηγήθηκαν γι’ αὐτό κάτω ἀπό τό σπαθί τοῦ δήμιου.
Ὕστερα ἀπό ὅλους ἀποκεφαλίστηκε μέ ξίφος καί ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος.

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ἐθνομάρτυρας, Ἐπίσκοπος Μεθώνης (22 Οκτωβρίου)

3εννήθηκε τό 1770 στό χωριό Ἄλβαινα τῆς Ὀλυμπίας.
Ἐπίσκοπος Μεθώνης Ναυαρίνου καί Νεοκάστρου χειροτονήθηκε ἐπί πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου ΣΤ’ (1813 – 1818).
Τό 1817 ταξίδεψε στήν Ρωσία καί παρουσιάστηκε ἐνώπιον τοῦ τσάρου στόν ὁποῖο, μέ σπάνια εὐγλωττία, ἐξέθεσε τίς κακουργίες τῶν Τούρκων κατακτητῶν καί τήν οἰκτρή κατάσταση τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων, καί ἀπό τόν ὁποῖο ζήτησε συμπαράσταση καί βοήθεια γιά τό δοῦλο Γένος.
Στήν Μεθώνη ἐπέστρεψε τό 1818 μέ ρωσικό πολεμικό πλοῖο. Τότε μυήθηκε στή Φιλική Ἑταιρεία ἀπό τόν Ἀναγνωσταρᾶ Παπαγεωργίου. Εἶναι ὁ πρῶτος ἀπό τούς ἀρχιερεῖς τῆς Πελοποννήσου πού μυήθηκε σ’ αὐτήν, ἡ δέ εἴσοδός του χαιρετίστηκε μέ ἐνθουσιασμό ἀπό τόν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη.
Ἀπό τήν ἔναρξη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ὁ Γρηγόριος ἀναπτύσσει πολεμική δράση καί πρωτοστατεῖ, μαζί μέ τούς ὁπλαρχηγούς Παπατσώρα, Γρηγοριάδη, Παπατσώνη, Ντούφα, Παπαζαφειρόπουλο, Κων. Πετρ. Μαυρομιχάλη κ.ἄ. στήν πολιορκία τῶν κάστρων τῆς Μεθώνης καί τοῦ Νεοκάστρου. Μετά ἑξάμηνη πολιορκία τοῦ Νεοκάστρου οἱ Τοῦρκοι παραδόθηκαν καί τήν συμφωνία παραδόσεως ὑπέγραψε ὁ Γρηγόριος (7 Αὐγούστου 1821). Ἡ ἀπόβαση τοῦ Ἰμπραήμ στή Μεθώνη καί Κορώνη βρίσκει τόν Γρηγόριο στήν πρώτη γραμμή καί ὑπερασπίζεται τό Παλαιόκαστρο.
Μετά τήν πτώση τῆς Σφακτηρίας, τά χαράματα τῆς 30ης Ἀπριλίου 1825, ὁ Γρηγόριος καί οἱ ὑπερασπιστές τοῦ Παλαιοκάστρου ἀποφάσισαν ἡρωική ἔξοδο.
Ὁ Γρηγόριος τραυματίστηκε καί συνελήφθη αἰχμάλωτος. Ἀρνήθηκε νά ἐξισλαμιστεῖ καί νά «προσκυνήσει», φυλακίστηκε στό Μπούρτζι τῆς Μεθώνης ὅπου ὑποβλήθηκε σέ φρικτά μαρτύρια μέ ἀποτέλεσμα νά πεθάνει στίς 22 Ὀκτωβρίου 1825.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
 
19 Οκτωβρίου 2020 
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
20 Οκτωβρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
21 Οκτωβρίου 2020 
Νηστεία 
 
22 Οκτωβρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
  
23 Οκτωβρίου 2020
Νηστεία

  
 24 Οκτωβρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
25 Οκτωβρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 

Στον χώρο της πλατείας, στην Κάτω Πόλη της Μονεμβασιάς, κυριαρχεί ο μεγάλος και εντυπωσιακός ναός του Ελκόμενου Χριστού, που θεωρείται ο παλαιότερος του βράχου.

Κτίστηκε τον 6ο ή 7ο αιώνα, με την εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων της πόλης. Στην αρχική του μορφή ήταν τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με νάρθηκα στα δυτικά και μια αψίδα στα ανατολικά, όπου εσωτερικά διαμορφωνόταν μεγάλο ημικυκλικό σύνθρονο. Κατά τον 11ο αιώνα προστέθηκαν οι άλλες δύο αψίδες, της πρόθεσης και του διακονικού, και αντικαταστάθηκε το παλαιότερο μαρμάρινο τέμπλο με νέο, τμήμα του οποίου είναι εντοιχισμένο επάνω από την είσοδο του ναού. Μεγάλης έκτασης εργασίες έγιναν πιθανότατα τον 14ο αιώνα, ενώ το 1520, στα χρόνια της πρώτης ενετικής κυριαρχίας, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Αρσένιος διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για επισκευές του ναού. Το 1538, ένας άλλος δωρητής, ο κόμης Κορίνθου Γεώργιος, το επώνυμο του οποίου στην επιγραφή παραποιείται ως «Κουγκύδας», αντικατέστησε τους κίονες με πεσσούς, για να στηρίξει τις καμάρες που κτίστηκαν στη θέση της παλαιάς ξύλινης στέγης. Το 1697, σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την είσοδο, προστέθηκαν ο εξωνάρθηκας, το παρεκκλήσιο στη νότια πλευρά και ο τρούλος στο μέσο, περίπου, του κτηρίου. Ο ναός καταστράφηκε το 1770 από την επιδρομή Τουρκοαλβανών και επισκευάσθηκε αρκετές φορές ακόμη.

Το εσωτερικό του διακοσμείται με αξιόλογα έργα του 17ου και 18ου αιώνα, κυρίως φορητές εικόνες. Το μαρμάρινο τέμπλο του, έργο του Γεωργίου Καπαριά από την Τήνο, κατασκευάσθηκε το 1901, και αντικατέστησε το παλαιότερο ξυλόγλυπτο. Το σημαντικότερο κειμήλιο του ναού είναι η περίφημη μεγάλη εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού, που χρονολογείται στον 14ο αιώνα και αποτελεί υψηλό καλλιτεχνικό δείγμα της ζωγραφικής του τέλους της εποχής των Παλαιολόγων. Η εικόνα, που είχε κλαπεί το 1979 και μετά την εύρεση και την αποκατάστασή της φυλασσόταν στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, επέστρεψε στον φυσικό της χώρο το 2011 και εκτίθεται στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη.

Ο ναός σήμερα λειτουργεί ως μητροπολιτικός και εορτάζει τη Μεγάλη Πέμπτη, ενώ στις 23 Μαΐου εορτάζεται η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασιά.

 Η ιστορία της εικόνας

Η εικόνα της Σταύρωσης είχε κλαπεί το Νοέμβριο του 1979 από τρεις αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρότατες ζημιές στην εικόνα, εφόσον αφαίρεσαν το μουσαμά με την αγιογραφία και έπειτα τεμάχισαν την εικόνα. Η αστυνομία οδηγήθηκε το 1980 στην εξιχνίαση της υπόθεσης και στη σύλληψη των δραστών, ωστόσο το κακό είχε ήδη γίνει. Τη δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας ανέλαβαν οι καλύτεροι αγιογράφοι της εποχής, οι οποίοι πέτυχαν την επανασυγκόλληση των διαμελισμένων τμημάτων του τέμπλου και στη συνέχεια τοποθέτησαν το μουσαμά με την αγιογραφία του Ελκομένου.

Η εικόνα του Ελκομένου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες της λεγόμενης Παλαιολόγειας Αναγέννησης και, ως εκ τούτου, αποτελεί ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικό κειμήλιο. Η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασία έχει μεγάλη σημασία για τον τόπο, γιατί προέρχεται από το μεγαλύτερο ναό της Κάτω Πόλης, του Ελκομένου Χριστού. Ο ναός οφείλει την ονομασία του στην εικόνα που βρέθηκε εκεί στο τέλος του 12ου αιώνα, με το Χριστό να εικονίζεται με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω από τον πόνο. Ο ναός χτίστηκε περίπου το 1000 μ.Χ. και δέχθηκε την πρώτη μετατροπή τον 12ο αιώνα και τη δεύτερη τον 14ο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη πλάι στον ναό (όπου εκτίθεται η εικόνα) έχει τη δική του ιστορία, που ανάγεται στους 12ο-17ο αιώνες, οπότε μεγάλο μέρος του καταστράφηκε.

Τα μέτρα ασφάλειας που έχουν ληφθεί για την κατασκευή του κουβούκλιου φύλαξης της εικόνας ξεπέρασαν τις 200.000 ευρώ.

Εχει δημιουργηθεί μια ειδικά σχεδιασμένη προθήκη με διπλό τζάμι και ένα ειδικό σύστημα εποπτείας με κάμερες, όπου η εικόνα «σαρώνεται» κάθε δύο δευτερόλεπτα για να μην μπορεί να αντικατασταθεί με αντίγραφό της.