diax
Agioi1

Ἅγιος Λέων πάπας Ρώμης (18 Φεβρουαρίου)

15 Ἅγιος Λέων γεννήθηκε στή Ρώμη περί τά τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ. καί ἔζησε στά χρόνια τῶν βασιλέων Μαρκιανοῦ καί Πουλχερίας (450 – 457 μ.Χ.). Διετέλεσε διάκονος τῶν Ἐπισκόπων Ρώμης Καλλίστου καί Σίξτου (432 – 440 μ.Χ.) καί ἐξαιτίας τῆς πολλῆς ἀρετῆς, τῆς συνέσεως καί τῆς καθαρότητας τοῦ βίου του χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ρώμης στίς 29 Σεπτεμβρίου τοῦ ἔτους 440 μ.Χ.
Κατά τήν Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συνῆλθε στή Χαλκηδόνα, τό ἔτος 451 μ.Χ., προσέφερε μεγάλη ὑπηρεσία στήν ὀρθόδοξη ἀλήθεια διά τῆς ἐνεργοῦ καί φωτισμένης συμβολῆς του. Ἀπέστειλε σέ αὐτήν τέσσερις ἀντιπροσώπους του, ἡ δέ ἐπιστολή τήν ὁποία ἀπηύθυνε πρός τή Σύνοδο καθόριζε μέ ὅλη τήν ἀκρίβεια καί τό φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τίς δύο φύσεις τοῦ Κυρίου, τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη.
Ὁ Ἅγιος Λέων κοιμήθηκε σέ βαθύ γῆρας στίς 10 Νοεμβρίου 460 μ.Χ. μέ εἰρήνη καί ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, ὀρθοδοξίᾳ, ὑπεστήριξας, τήν Ἐκκλησίαν, ὡς πολύφωνον τοῦ πνεύματος ὄργανον· ἐκ γάρ Δυσμῶν ἀναλάμψας ὡς ἥλιος, αἱρετικῶν τήν ἀπάτην ἐμείωσας· Λέων Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τό μέγα ἔλεος.

Ἕτερο Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας Διδάσκαλε καί σεμνότητος, τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ, τῶν ὀρθοδόξων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Λέον σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος, Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθήναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐπί θρόνου ἔνδοξε, ἱερωσύνης καθίσας, καί λεόντων στόματα, τῶν λογικῶν ἀποφράξας, δόγμασιν, ἐν θεοπνεύστοις σεπτῆς Τριάδος, ηὔγασας, φῶς τῇ σῇ ποίμνῃ θεογνωσίας· διά τοῦτο ἐδοξάσθης, ὡς θεῖος μύστης Θεοῦ τῆς χάριτος.

Μεγαλυνάριον.
Βρυχήματι Λέον βασιλικῷ τῶν θεοτυπώτων, καί σοφῶν σου ὑποθηκῶν, ὡς θῶας καί λύκους, αἱρετικῶν τά σμήνη, τῆς θεολέκτου ποίμνης, σκορπίζεις πάντοτε.

Ὅσιος Ἀγαπητὸς ὁ Ὁμολογητής καὶ Θαυματουργὸς Ἐπίσκοπος Σινάου (18 Φεβρουαρίου)

Osios Agapitos15 Ὅσιος Ἀγαπητός καταγόταν ἀπό τήν Καππαδοκία καί γεννήθηκε ἀπό εὐσεβεῖς καί φιλόθεους γονεῖς. Ἔζησε κατά τήν ἐποχή τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.) καί Μαξιμιανοῦ (285 – 305 μ.Χ.). Σέ νεαρή ἡλικία ἀναχώρησε γιά μοναστήρι κοντά στή Σίναο καί ἔγινε μοναχός. Ἀγαπήθηκε ἀπό τόν Ἡγούμενο, ἐξαιτίας τῆς ἐνάρετης ζωῆς του καί διδάχθηκε τά ἱερά γράμματα. Ἔλαβε δέ ἀπό τόν Θεό καί τό χάρισμα τῶν θαυμάτων. Μέ τήν προσευχή θανάτωσε δράκοντα μεγάλο, πού φανερώθηκε κοντά στό μοναστήρι καί ἀφάνιζε ἀνθρώπους καί ζῶα καί εὐεργετοῦσε τούς προστρέχοντες σέ αὐτόν.
Ἀργότερα, ἐπί αὐτοκράτορα Λικινίου (308 – 323 μ.Χ.), ὁ Ὅσιος Ἀγαπητός προσελήφθη στό στράτευμα. Ἐκεῖ εἶδε νά βασανίζονται γιά τήν πίστη τους στόν Χριστό οἱ καλλίνικοι Μάρτυρες Βικτώριος, Δωρόθεος, Θεόδουλος, Ἀγρίππας καί ἄλλοι πολλοί. Ἀμέσως θέλησε καί αὐτός νά γίνει κοινωνός τοῦ μαρτυρίου τους. Καί ἐνῶ ἐκεῖνοι ἐτελειώθησαν ἐν Χριστῷ διά τοῦ ξίφους, αὐτός διαφυλάχθηκε σῶος καί ἀβλαβής, ἂν καί τόν κτύπησαν μέ ἀκόντιο, κατ’ οἰκονομία Θεοῦ, γιά νά ὁδηγήσει πολλούς στή σωτηρία.
Μετά τήν στρατιωτική θητεία καί ὅταν πλέον αὐτοκράτορας ἦταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος (324 – 337 μ.Χ.), ὁ Ἅγιος Ἀγαπητός ἐπιδόθηκε στή μελέτη τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καί ὁ Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Σινάου τόν χειροτόνησε Πρεσβύτερο. Μετά τήν κοίμηση τοῦ Ἐπισκόπου του καί ὕστερα ἀπό κοινή γνώμη κλήρου καί λαοῦ, ἐξελέγη Ἐπίσκοπος.
Ὁ Ὅσιος Ἀγαπητός ἀφοῦ ἀρχιεράτευσε θεοφιλῶς, κοιμήθηκε μέ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
17 Φεβρουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές 
 
18 Φεβρουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
19 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία
 
20 Φεβρουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
21 Φεβρουαρίου 2020
Νηστεία
 
22 Φεβρουαρίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 23 Φεβρουαρίου 2020
Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
 

Στον χώρο της πλατείας, στην Κάτω Πόλη της Μονεμβασιάς, κυριαρχεί ο μεγάλος και εντυπωσιακός ναός του Ελκόμενου Χριστού, που θεωρείται ο παλαιότερος του βράχου.

Κτίστηκε τον 6ο ή 7ο αιώνα, με την εγκατάσταση των πρώτων κατοίκων της πόλης. Στην αρχική του μορφή ήταν τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική, με νάρθηκα στα δυτικά και μια αψίδα στα ανατολικά, όπου εσωτερικά διαμορφωνόταν μεγάλο ημικυκλικό σύνθρονο. Κατά τον 11ο αιώνα προστέθηκαν οι άλλες δύο αψίδες, της πρόθεσης και του διακονικού, και αντικαταστάθηκε το παλαιότερο μαρμάρινο τέμπλο με νέο, τμήμα του οποίου είναι εντοιχισμένο επάνω από την είσοδο του ναού. Μεγάλης έκτασης εργασίες έγιναν πιθανότατα τον 14ο αιώνα, ενώ το 1520, στα χρόνια της πρώτης ενετικής κυριαρχίας, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Αρσένιος διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για επισκευές του ναού. Το 1538, ένας άλλος δωρητής, ο κόμης Κορίνθου Γεώργιος, το επώνυμο του οποίου στην επιγραφή παραποιείται ως «Κουγκύδας», αντικατέστησε τους κίονες με πεσσούς, για να στηρίξει τις καμάρες που κτίστηκαν στη θέση της παλαιάς ξύλινης στέγης. Το 1697, σύμφωνα με επιγραφή πάνω από την είσοδο, προστέθηκαν ο εξωνάρθηκας, το παρεκκλήσιο στη νότια πλευρά και ο τρούλος στο μέσο, περίπου, του κτηρίου. Ο ναός καταστράφηκε το 1770 από την επιδρομή Τουρκοαλβανών και επισκευάσθηκε αρκετές φορές ακόμη.

Το εσωτερικό του διακοσμείται με αξιόλογα έργα του 17ου και 18ου αιώνα, κυρίως φορητές εικόνες. Το μαρμάρινο τέμπλο του, έργο του Γεωργίου Καπαριά από την Τήνο, κατασκευάσθηκε το 1901, και αντικατέστησε το παλαιότερο ξυλόγλυπτο. Το σημαντικότερο κειμήλιο του ναού είναι η περίφημη μεγάλη εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού, που χρονολογείται στον 14ο αιώνα και αποτελεί υψηλό καλλιτεχνικό δείγμα της ζωγραφικής του τέλους της εποχής των Παλαιολόγων. Η εικόνα, που είχε κλαπεί το 1979 και μετά την εύρεση και την αποκατάστασή της φυλασσόταν στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, επέστρεψε στον φυσικό της χώρο το 2011 και εκτίθεται στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ιωάννη.

Ο ναός σήμερα λειτουργεί ως μητροπολιτικός και εορτάζει τη Μεγάλη Πέμπτη, ενώ στις 23 Μαΐου εορτάζεται η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασιά.

 Η ιστορία της εικόνας

Η εικόνα της Σταύρωσης είχε κλαπεί το Νοέμβριο του 1979 από τρεις αρχαιοκάπηλους, οι οποίοι προκάλεσαν σοβαρότατες ζημιές στην εικόνα, εφόσον αφαίρεσαν το μουσαμά με την αγιογραφία και έπειτα τεμάχισαν την εικόνα. Η αστυνομία οδηγήθηκε το 1980 στην εξιχνίαση της υπόθεσης και στη σύλληψη των δραστών, ωστόσο το κακό είχε ήδη γίνει. Τη δύσκολη και απαιτητική προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας ανέλαβαν οι καλύτεροι αγιογράφοι της εποχής, οι οποίοι πέτυχαν την επανασυγκόλληση των διαμελισμένων τμημάτων του τέμπλου και στη συνέχεια τοποθέτησαν το μουσαμά με την αγιογραφία του Ελκομένου.

Η εικόνα του Ελκομένου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες και ωραιότερες της λεγόμενης Παλαιολόγειας Αναγέννησης και, ως εκ τούτου, αποτελεί ανεκτίμητης αξίας εκκλησιαστικό κειμήλιο. Η επιστροφή της εικόνας στη Μονεμβασία έχει μεγάλη σημασία για τον τόπο, γιατί προέρχεται από το μεγαλύτερο ναό της Κάτω Πόλης, του Ελκομένου Χριστού. Ο ναός οφείλει την ονομασία του στην εικόνα που βρέθηκε εκεί στο τέλος του 12ου αιώνα, με το Χριστό να εικονίζεται με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω από τον πόνο. Ο ναός χτίστηκε περίπου το 1000 μ.Χ. και δέχθηκε την πρώτη μετατροπή τον 12ο αιώνα και τη δεύτερη τον 14ο, ενώ το παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη πλάι στον ναό (όπου εκτίθεται η εικόνα) έχει τη δική του ιστορία, που ανάγεται στους 12ο-17ο αιώνες, οπότε μεγάλο μέρος του καταστράφηκε.

Τα μέτρα ασφάλειας που έχουν ληφθεί για την κατασκευή του κουβούκλιου φύλαξης της εικόνας ξεπέρασαν τις 200.000 ευρώ.

Εχει δημιουργηθεί μια ειδικά σχεδιασμένη προθήκη με διπλό τζάμι και ένα ειδικό σύστημα εποπτείας με κάμερες, όπου η εικόνα «σαρώνεται» κάθε δύο δευτερόλεπτα για να μην μπορεί να αντικατασταθεί με αντίγραφό της.