diax
Agioi1

Μνήμη του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος (30 Μαρτίου)

Δ΄ Κυριακή των Νηστειών

Ο Σιναϊτικός Ασκητισμός
Agios Ioannis Klimakos 01Η έρημος αν και συνήθως είναι άκαρπη και πτωχή σε υλικούς καρπούς, υπήρξε πλούσια σε καρπούς πνευματικούς. Τέτοιους πολύτιμους καρπούς, άφθονους, χαρίζει αδιάλειπτα η σιναϊτική έρημος από τον 3ο μ.Χ. αιώνα έως τις ημέρες μας. Όταν είχε υπερπερισσεύσει η απανθρωπία και ο απλός άνθρωπος έβλεπε να μη μετρά ο ίδιος ως πρόσωπο παρά ως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως αλλοτρίωσης από τις κάθε μορφής δυνάμεις του κόσμου τούτου, παρατηρήθηκε το φαινόμενο οι πόλεις να ερημώνονται και οι έρημοι να μεταμορφώνονται σε πόλεις. Από την περίοδο εκείνη άρχισαν να συγκεντρώνονται μοναχοί ερημίτες, από διαφορετικές πατρίδες, κυρίως στην περιοχή της οροσειράς του Χωρήβ και μάλιστα στους πρόποδές του, στον τόπο της Αγίας Βάτου οικοδομώντας το πρώτο απλό Παρεκκλήσιο προς τιμήν της Θεοτόκου. Αν και ήταν απροστάτευτοι στον ερημικό τόπο του Σινά, με τη χάρη της Παναγίας ρίζωσαν εδώ χωρίς να τους καταβάλουν σφαγές ή άλλες καταστροφές που αντιμετώπιζαν πριν η Αγία Ελένη φροντίσει για την προστασία τους.
Το μέγεθος του αριθμού, τα ονόματα, τα πνευματικά τους κατορθώματα, τις ροές των δακρύων τους, την ταπείνωση και την αγάπη τους, μόνον ο Θεός γνωρίζει. Όσα ονόματα διασώθηκαν, είναι γνωστά ή λόγω του λαμπρού τους βίου που εντυπωσίασε ακόμα και τους συνασκητές τους και έτυχε να καταγραφούν σε ιερά κείμενα, ή από προσκυνητές που άφησαν αναμνήσεις για τα πνευματικά τους κατορθώματα. Το «Γεροντικό του Σινά» περιγράφει γλαφυρά πολλές τέτοιες ιστορίες.

Κατά τη διάρκεια των 17 αιώνων του Σιναϊτικού Μοναχισμού χιλιάδες υπήρξαν Πατέρες με διάφορες μορφές αναχωρητικής μοναχικής ζωής όπως ερημίτες, σπηλαιώτες, έγκλειστοι, δενδρίτες, κελλιώτες, σκητιώτες, λαυριώτες, κοινοβιάτες, ιεραπόστολοι, επίσκοποι, εκπαιδευτικοί ακόμη και Πατριάρχες, διαμορφώθηκαν δηλαδή πνευματικές τάσεις από την άκρως εσωστρεφή μοναστική πολιτεία έως την εξωστρεφή της ιεραποστολής, της διδαχής ή της φιλανθρωπίας. Όλοι αγωνίσθηκαν σκληρά τον πνευματικό αγώνα για την αγάπη του Θεού και τελείωσαν τον βίο τους στην απέραντη ορεινή και άνυδρη Σιναϊτική γη με διάκριση, ευλάβεια και οσιότητα και κύριο στόχο τη δια της ασκήσεως και προσευχής κάθαρση κα μυστική ένωση της ψυχής τους με τον τριαδικό Θεό.

Μεγάλοι Σιναΐτες Άγιοι
Σπουδαίοι πνευματικοί διδάσκαλοι αναδείχθηκαν από τον Σιναϊτικό Αμπελώνα. Ιστορικά πρώτοι αναφέρονται κατά τον 3ο αιώνα οι μάρτυρες Άγιοι Γαλακτίων και Επιστήμη. Ακολουθούν οι Άγιοι Νείλος, Ιωάννης της Κλίμακος, Ησύχιος της Βάτου, οι Αναστάσιοι (όλοι αυτοί μέχρι τον έβδομο αιώνα), ο Άγιος Συμεών ο Πεντάγλωσσος (που μετέφερε την τιμή προς την Αγία Αικατερίνη στη Δύση κατά τις αρχές του 11ου αιώνα), ή μεταγενέστερα ο Άγιος Γρηγόριος (ο οποίος μετέφερε σε όλο τον σλαβικό κόσμο την παράδοση της νοεράς προσευχής). Τα συγγράμματα όλων και ιδίως του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος είναι διαχρονικά και καθολικής Χριστιανικής αποδοχής. Από τους Σιναΐτες πατέρες πολλοί συνέγραψαν θαυμαστά ασκητικά και νηπτικά εγχειρίδια, με οδηγίες για την πνευματική πρόοδο τόσο των μοναχών όσο και των ανθρώπων των πόλεων.
Η Σιναϊτική έρημος πλούσια σε μεγάλα προσκυνήματα ήταν πάντοτε γόνιμη για τους αναχωρητές της. Όμως οι πνευματικοί αγώνες των Σιναϊτών ενισχύονται αναμφιβόλως από τις καθημερινές ιερές ακολουθίες και από την έντονη μυστηριακή ζωή, η οποία μετατρέπει την έρημο σε επίγειο παράδεισο είτε με την απόλαυση της λειτουργικής ζωής στο καθολικό της Μονής, είτε με τη διακριτική διαμονή στα διάφορα ταπεινά καθίσματα, σπήλαια, καθίσματα της ερήμου, ή μεγάλα προσκυνήματα περί το Ορεινό Νότιο Σινά.

Σιναϊτικό Αγιολόγιο
Το Σιναϊτικό Αγιολόγιο περιλαμβάνει σπουδαίες επώνυμες και ανώνυμες μορφές που έδρασαν τόσο κατά την περίοδο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Στο Αγιολόγιο αυτό περιλαμβάνονται εκείνοι για τους οποίους διατηρήθηκαν μαρτυρίες και βάσει αυτών αναγνωρίσθηκαν Άγιοι. Πρόκειται για εκατόν ογδόντα μία άγιες μορφές, των οποίων η μνήμη εορτάζεται συνολικά κατ΄ έτος την Τετάρτη της Διακαινησίμου, ημέρα αφιερωμένη στην «Σύναξη πάντων των Σιναϊτών Αγίων». Το Ησυχαστήριο μάλιστα της Τάρφας τιμάται στην εορτή της Συνάξεως των Σιναϊτών Αγίων.
Από τις μορφές αυτές έξι συνδέονται με την Παλαιά Διαθήκη και είναι κυρίως γνωστές από το βιβλίο της Εξόδου όπου περιγράφεται η φυγή των Εβραίων από την Αίγυπτο προς τη γη της Επαγγελίας. Οι υπόλοιπες μορφές συνδέονται με την περίοδο της Καινής Διαθήκης και έζησαν από τον 3ο αιώνα έως τις ημέρες μας.

Ο Άγιος Ιωάννης συγγραφέας της «Κλίμακος»
Η Δ΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Σιναΐτη, τον συγγραφέα του κατανυκτικότατου και ψυχωφελούς συγγράμματός του που ονομάζεται «Κλίμαξ». Λόγω της μεγάλης του αξίας αναγιγνώσκεται συνήθως από την αρχή της Μεγάλης Σαρακοστής στα περισσότερα Ορθόδοξα Μοναστήρια. Αποτελείται από 30 λόγους που ο καθένας τους περιγράφει μια αρετή. Αρχίζοντας οι αρετές από τις πιο πρακτικές και προχωρώντας στις πιο θεωρητικές, ανεβάζουν τον άνθρωπο, σαν από κάποια σκαλοπάτια σε ουράνιο ύψος. Στην κορυφή των αρετών, ο Άγιος Ιωάννης τοποθέτησε την «αγάπη», ως την υψηλοτέρα των αρετών και αυτή που κάνει τον άνθρωπο κατ΄ εξοχήν «όμοιο»με τον Θεό.
Ο Άγιος Ιωάννης «της Κλίμακος» είναι από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες όλων των εποχών. Έζησε τον 6ο μ. Χ. αιώνα. Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη περί το έτος 528. Κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου το 603 μ.Χ. σ΄ ένα ασκητήριο της μονής Σινά, σε ηλικία ογδόντα ετών. Ονομάζεται Σιναΐτης, αλλά και Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος. Την προσηγορία Σιναΐτης έλαβε από το Μοναστήρι του Σινά, στο οποίο είχε εγκαταβιώσει και του οποίου εχρημάτισε και ηγούμενος. Της Κλίμακος ονομάζεται, επειδή το μοναδικό βιβλίο που συνέγραψε φέρει τον τίτλο “Κλίμαξ”. Δηλαδή σκάλα, επειδή οδηγεί από τα χαμηλά στα υψηλά, από τα πρώτα στάδια της πνευματικής ζωής στα υψηλότερα και τελειότερα.
Σε ηλικία 16 ετών και αφού σπούδασε καλά την «εγκύκλιον και εξωτερικήν σοφίαν» φεύγει για το όρος Σινά, όπου έζησε με μεγάλη άσκηση και υποταγή κοντά σε εμπειρότατο γέροντα. Μετά από τρία χρόνια σε ηλικία 19 ετών, ο νέος ασκητής φεύγει από τη μονή Σινά και πηγαίνει στην έρημο σε τόπο που λεγόταν «Θωλάς» για το στάδιο της «ησυχίας». Ο θείος έρωτας που φλογίζει την καρδιά του, δεν αφήνει τίποτα να μπει ανάμεσα σ' αυτόν και «όν ήγαπησε ἡ ψυχή του» Θεό. Θέλει να είναι μόνος του σε μια σχισμή ενός βράχου, ανάμεσα ουρανού και γης. Να σκέπτεται, να συλλογίζεται, να προσεύχεται, να συνομιλεί, να δίνεται μοναδικά και ολοκληρωτικά στον Νυμφίο της ψυχής του τον Χριστό. Εκεί στην έρημο του Σινά, μέσα στην ασκητική μοναξιά και τον θείο έρωτα «του ακροτάτου εφετού» (δηλ. του πλέον επιθυμητού πράγματος στον κόσμο) πέρασε ο Άγιος Ιωάννης σαράντα ολόκληρα χρόνια.
Η απάντηση στην προφανή απορία του κοινού ανθρώπου, πως μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος τόσα πολλά χρόνια εντελώς μόνος και χωρίς υλικές ανέσεις είναι: «όταν ο άνθρωπος γευθεί λίγο τα «ουράνια», εύκολα καταφρονεί τα «επίγεια». Εξ άλλου είναι γνωστό σ' αυτές τις εκλεκτές ψυχές, όπως ο  Άγιος Ιωάννης της «Κλίμακος» καθ΄ όλη την διάρκεια του σκληρού μονήρους βίου, «ο Θεός ουκ αμάρτυρον εαυτόν ποιεί», δηλαδή ο Θεός φανερώνει την παρουσία του και την ευαρέσκειά του με διάφορους τρόπους. Οι άνθρωποι αυτοί συνήθως έχουν θεοπτικές εμπειρίες και αποκαλύψεις, που δύσκολα μπορεί να καταλάβει και να γευθεί ο άνθρωπος του κόσμου.
Έτρωγε πολύ λίγο και κοιμόταν επίσης λίγο, τόσο όσο να μη βλάψει τον νου του από την υπερβολική αγρυπνία. Έφθασε σε μεγάλα ύψη αγιότητος και αρετής και αξιώθηκε μεγάλων "εμπειριών και χαρισμάτων". Είχε και το χάρισμα της θαυματουργίας. Το προορατικό του χάρισμα φάνηκε όταν έσωσε από βέβαιο θάνατο τον υποτακτικό του. Αυτός κοιμόνταν κάτω από ένα τεράστιο βράχο. Ο Άγιος Ιωάννης προείδε δια του Αγίου Πνεύματος την πτώση του βράχου ευρισκόμενος στο κελί του και φάνηκε καθ’ ύπνον στο μαθητή του, τον ξύπνησε και τον προέτρεψε να φύγει για να γλυτώσει τον κίνδυνο. Ο βράχος έπεσε αλλά ο μαθητής με την υπερφυσική επέμβαση του Αγίου σώθηκε από βέβαιο θάνατο.
Οι μοναχοί της Ιεράς Μονής του Σινά, εκτιμώντας την σοφία και την αγιότητά του, τον εξέλεξαν ηγούμενο. Μετά από πολλές παρακλήσεις κατόρθωσαν να τον πείσουν να επιστρέψει κοντά τους. Η έρημος όμως είχε κερδίσει οριστικά την καρδιά του και τον είλκυε δυνατά. Γι αυτό ύστερα από μικρή παραμονή στο μοναστήρι, ο Άγιος Ιωάννης εγκατέλειψε οριστικά τη Μονή και απεσύρθη σε ακατοίκητους τόπους. Επέστρεψε στην αγαπημένη του έρημο και συνέχισε να γεωργεί το «ἂγονόν της» με την ακατάπαυστη «πηγή τῶν δακρύων του» και την χάρη του Θεού. Η πνευματική κληρονομιά που μας άφησε, η «Κλίμαξ» του, υπήρξε ανεκτίμητη.
Όλη η άγια πείρα και «μυστικές εμπειρίες» του Αγίου, βρίσκονται αποθησαυρισμένες στην «Κλίμακά» του που με πολλή ταπείνωση έγραψε, σχεδόν κατ΄ επιταγή, όταν του ζητήθηκε από τον ηγούμενο της Μονής Σινά Ιωάννη. Εκεί στην «Κλίμακα» φαίνεται ότι ανέβη στο όρος Σινά και εισήλθε, ως νέος «θεόπτης» Μωυσής, στον θείο γνόφο. Διάβηκε με καθαρό νου τα σκαλοπάτια της ουράνιας κλίμακας, έφθασε στον Θεό, δέχθηκε τον θείο φωτισμό, μας έδωσε τις νέες «θεοχάρακτες πλάκες», με τις οποίες μπορούμε και εμείς να ανεβούμε την πνευματική σκάλα που φέρνει στον Θεό.
Συνέγραψε τριάντα λόγους περί αρετής, όπου ο καθένας λόγος περιλαμβάνει και μια αρετή, ξεκινώντας από τις πιο πρακτικές και ανεβαίνοντας σαν σκαλοπάτια κατέληξε στις θεωρητικά υψηλές. Στη πνευματική ζωή έχουμε βαθμίδες χαμηλές και υψηλές, καταστάσεις κατώτερες και ανώτερες. Γι' αυτό και το σύγγραμμα ονομάζεται Κλίμακα των αρετών.
Στο έργο του αυτό ο συγγραφέας παρουσιάζει συστηματικά τις ιδέες του για την κοινοβιακή κυρίως, αλλά και για την ερημιτική ζωή, ταξινομώντας αυτές κατά τρόπο που δείχνει πορεία προς την ηθική τελείωση. Είναι γραμμένο σε κομψή ελληνική γλώσσα, καλοδουλεμένη μέ χάρη και μελωδικότητα. Έχει διαύγεια, γλαφυρότητα, παραστατικότητα και παρουσιάζει πλούτο εκφράσεως, καλαισθησία και ευγένεια. Στη διακόσμηση του λόγου με εικόνες και παρομοιώσεις ο ιερός συγγραφέας είναι απαράμιλλος. Πάσης φύσεως σχήματα λόγου αναδύονται καθώς και ωραίες και επιτυχημένες προσωποποιήσεις.
Οι διδασκαλίες του είναι ολοκάθαρα νάματα που προέρχονται από αγιασμένη πηγή. Είναι ένα θεόπνευστο κείμενο. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τον συγγραφέα της Κλίμακας για την βαθύτητα των ψυχολογικών του γνώσεων και παρατηρήσεων, και διαπιστώνουν ότι τα τελευταία αξιόλογα πορίσματα της ψυχολογίας του Βάθους ήταν γνωστά στους Πατέρες της ερήμου.
Από την αρχή της Σαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή την πνευματική περίοδο τον συγγραφέα Άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα.
Στο συναξάρι του Αγίου αναφέρονται οι χαρακτηριστικοί στίχοι: «Ὁ σάρκα φορῶν καί νεκρός ὢν Ιωάννης (δηλ. Ο Ιωάννης που και όταν ζούσε είχε νεκρώσει την σάρκα του) αἰωνίως ζεῖ καί νεκρός φανείς ἂπνους». Σύγγραμμα λιπών, κλίμακα τῇ ἀνοδῳ (αφήνοντας σύγγραμμα την κλίμακα για την άνοδο). Δείκνυσιν αὐτοῦ πορείαν τῆς ἀνόδου (η οποία δείχνει την πορείαν της ανόδου του).
Το απολυτίκιο του Αγίου ψάλλεται την Δ΄ Κυριακή των νηστειών σε ήχο πλ. δ΄ και έχει ως εξής: «Ταῖς τῶν δακρύων σου ροαῖς, τῆς ἐρήμου τὀ ἂγονον ἐγεωργήσας, καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἲς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας, καί γέγονας φωστήρ τήν Οἰκούμενην λάμπων τοῖς θαύμασι,Ἱωάννη πατήρ ἡμών ὃσιε. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν». Δηλαδή: «Τα πολλά και θερμά σου δάκρυα και οι βαθείς στεναγμοί σου για τις αμαρτίες και τα πάθη που κυριεύουν τον άνθρωπο, πάτερ Ιωάννη Όσιε πότισαν και καλλιέργησαν την άγονη έρημο της ψυχής μας και έφεραν εκατονταπλάσιους πνευματικούς καρπούς. Και συ Άγιε πάτερ, έγινες με την αγιότητα και τα θαύματά σου, φωστήρας που λάμπεις σε όλη την οικούμενη. Γι΄ αυτό πρέσβευε στον Χριστό τον Θεό μας να σώσει τις ψυχές μας».
Αν μπορούσε κάθε Χριστιανός να διαβάζει λίγες σελίδες κάθε μέρα από την ουρανοδρόμο «Κλίμακα» του Αγίου Ιωάννου, θα καταλάβαινε πώς - πάνω από τις ανθρώπινες αδολεσχίες (φλυαρίες) και τα παιχνιδίσματα του λόγου που κάνουν την θεολογία της Εκκλησίας να φαίνεται δύσκολη και αποθαρρύνουν τους πιστούς από το απλό και ίσιο δρόμο του Ευαγγελίου - υπάρχει η απλή αλήθεια και η πνευματική ομορφιά, όπως τη έπλασε ο Θεός και όπως τη είδαν όσοι απόκτησαν, με πνευματικό αγώνα και άσκηση, καθαρή καρδιά και θεώμενο λογισμό και νου. Όλες οι δυσκολίες και τα δυσνόητα γίνονται απλά, καταληπτά, εύκολα, όπως στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος για τον οποίο μπορούμε να πούμε: «δογμάτων βυθός μέγας, νοῦς δέ ἀσκητοῦ, ἐν αὐτοῖς ἀκινδύνως ἃλλεται», δηλ. η γνώση των δογμάτων έχει πολύ μεγάλο βάθος, αλλά ο νους του ασκητού μπορεί χωρίς πνευματικό κίνδυνο να κινείται σ΄αυτά.

Η «Κλίμαξ» και η πνευματική μας ζωή
Agios Ioannis Klimakos 02Η “Κλίμαξ” είναι έν των μεγαλοπνόων ασκητικών συγγραμμάτων”. (Αρχιμ. Σωφρόνιος). Μέσα από τα κεφάλαιά του αναβλύζει όλη η ευωδία της αγιοπατερικής Παράδοσης, αλλά επίσης αποκαλύπτεται και η όλη προσωπικότητα του Οσίου. Όταν κάποιος γράφει, τότε ηθελημένα ή αθέλητα “βγάζει”, κατά το κοινώς λεγόμενο, τον εαυτό του. Ο Άγιος Ιωάννης, με όσα αποτυπώνει στο χαρτί, φανερώνει ότι αυτά που γράφει είναι προσωπικά του βιώματα. Γι’ αυτό και ο λόγος του είναι ζωντανός, έχει μια αμεσότητα. Διεισδύει βαθειά μέσα στην ψυχή, αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές της και δημιουργεί κατάνυξη και διάθεση για προσευχή. Είναι διήγημα, περιγραφή των όσων είδε, άκουσε και εψηλάφισε. Όσοι εγνώρισαν τον Θεό, δεν στίβουν το μυαλό τους για να γράψουν ωραίες σκέψεις και στοχασμούς, αλλά ο λόγος τους αναβλύζει μέσα από την καθαρή καρδιά τους. Είναι λόγος όχι περί του Θεού, αλλά λόγος του Θεού και γι’ αυτό δεν δημιουργεί σύγχυση και προβλήματα, αλλά, αντίθετα, βοηθά στην λύση των προβλημάτων, ειρηνεύει και ξεκουράζει. Είναι τροφή χορταστική και πηγή δροσιστική για τους πεινώντας και διψώντας την αγάπη και την δικαιοσύνη του Θεού.
Όταν διαβάζεις βιβλία σαν την “Κλίμακα”, νιώθεις περισσότερο άνθρωπος. Και αν προσπαθήσεις να βιώσεις το περιεχόμενό τους, τότε αποκτάς νόημα ζωής. Αλλάζεις διάθεση και τρόπο συμπεριφοράς προς το καλύτερο έτσι απλά και φυσιολογικά, ίσως και ανεπαίσθητα, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό με λογικές διεργασίες. Έτσι, όπως ψηλώνει ο έφηβος από την μια μέρα στην άλλη χωρίς να το πολυκαταλαβαίνει, ωστόσο όμως το ζει και το χαίρεται.
Για όσους έχουν πάρει το θέμα της πνευματικής τους ζωής στα σοβαρά, η “Κλίμαξ” είναι αναγκαία. Για όλους τους άλλους κάτι παραπάνω από απαραίτητη. Είναι καθρέπτης πνευματικός, αλλά και “καρδίας στηριγμός και παράκλησις”.

O Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος και η εποχή μας
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται δια την πνευματική της αναισθησία. Ο άνθρωπος βυθισμένος στις καθημερινές μέριμνες της ζωής, αδιαφορεί δια την πνευματικήν του πορεία. Κουρασμένος από τον βομβαρδισμό των υλικών αγαθών, ζαλισμένος από τις σειρήνες των κάθε λογής ηδονών, απασχολημένος πως θα αποκτήσει περισσότερα μέσα επίδειξης, και δύναμης, ναρκώνεται πραγματικά, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει και να αναζητήσει πνευματικά στηρίγματα.
Ο Άγιος Ιωάννης της κλίμακος μας περιγράφει πολύ παραστατικά αυτή την αρρωστημένη κατάσταση, ακόμη και στη δική του εποχή. Χαρακτηριστικά μας λέγει «o άνθρωπος διαβάζει για την κρίση και αρχίζει να χαμογελά. Για την κενοδοξία και κενοδοξεί την ώρα της αναγνώσεως. Αποστηθίζει λόγους περί αγρυπνίας, και παρευθύς καταβυθίζεται στον ύπνο.
Εγκωμιάζει την προσευχή, και την αποφεύγει σαν μαστίγιο. Μόλις χορτάσει φαγητό μετανοεί, και ύστερα από λίγο τρώγει και χορταίνει περισσότερο. Μακαρίζει την σιωπή και την εγκωμιάζει με πολυλογία. Επαινεί και δοξάζει τους ελεήμονες, αλλά υβρίζει τους πτωχούς». (Λόγος Δέκατος έβδομος, Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος).
Οι διδασκαλίες του είναι ολοκάθαρα νάματα που προέρχονται από αγιασμένη πηγή. Είναι ένα θεόπνευστο κείμενο. Οι σύγχρονοι ψυχολόγοι θαυμάζουν τον συγγραφέα της Κλίμακας για την βαθύτητα των ψυχολογικών του γνώσεων και παρατηρήσεων, και διαπιστώνουν ότι τα τελευταία αξιόλογα πορίσματα της ψυχολογίας του Βάθους ήταν γνωστά στους Πατέρες της ερήμου.
Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 30 Μαρτίου το 603, σε ηλικία ογδόντα ετών. Από την αρχή της Σαρακοστής το σύγγραμμά του διαβάζεται σε όλα τα ορθόδοξα μοναστήρια. Επειδή είναι παγκόσμιο κειμήλιο αναλύσεως όλων των παθών και των αρετών, η Εκκλησία τιμά ιδιαίτερα σε αυτή τη πνευματική περίοδο τον συγγραφέα Άγιο Ιωάννη της Κλίμακας και το προτείνει για ανάγνωσμα.

Από την «Κλίμακα»
Περί Ταπεινοφροσύνης
Ταπεινοφροσύνη δείχνει όχι αυτός που ξευτελίζει και κατηγορεί μόνος τον εαυτό του. Γιατί πως να μην αντέξει κάποιος αυτά που ο ίδιος κάνει; Αντίθετα ταπεινόφρων είναι εκείνος που υβρίσθηκε από κάποιον άλλο και ωστόσο δεν ελάττωσε καθόλου την αγάπη του γι΄ αυτόν.
Όποιος πολεμά τον δαίμονα της πορνείας με την ταπεινοφροσύνη και την αοργησία, είναι σαν να τον σκότωσε και τον έκρυψε στην άμμο. Άμμο να θεωρείς την ταπείνωση, διότι η άμμος δεν παρέχει βοσκή στα πάθη, αλλά είναι χώμα και στάχτη.
Η ταπείνωση είναι μία σκάλα με εκατομμύρια σκαλοπάτια. Το πρώτο σκαλοπάτι πατά στη γη, και το τελευταίο, αν υπάρχει, ακουμπά στον ουρανό. Το πρώτο είναι η στοιχειώδης ταπείνωση, και το τελευταίο είναι η "τελεία" ταπείνωση, που είχε η Παναγία.
Η στοιχειώδης ταπείνωση περιλαμβάνει: την πίστη στον Τριαδικό Θεό, στη διδασκαλία της Γραφής και της Εκκλησίας. Να πιστεύεις δηλαδή σ' όσα λέει το "πιστεύω" κι όχι όπως εσύ νομίζεις. Την ταπείνωση αυτή την έχουν όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί. Μετά το πρώτο σκαλοπάτι αρχίζει η γνήσια ταπείνωση, που συνεχώς ανέρχεται.
Γράφει το βιβλίο της "Κλίμακος": "Η οσία ταπείνωση δεν καταδικάζει τους άλλους, αλλά καταδικάζει εν διανοία συνεχώς και ειλικρινώς τον εαυτό μας" και μόνο τον εαυτό μας.
Περι Εγκράτειας
Εγκρατής είναι αυτός που ζεί μέσα στους πειρασμούς και τις παγίδες και τους θορύβους του κόσμου και αγωνίζεται με όλη του τη δύναμη να μιμηθεί την ζωή εκείνων που είναι απαλλαγμένοι από τους θορύβους του κόσμου. Στους αρχάριους οι πτώσεις σε σαρκικά αμαρτήματα κατά κανόνα συμβαίνουν από την απόλαυση των φαγητών. Στους μεσαίους και από την υπερηφάνεια.
Σ' εκείνους δε που πλησιάζουν προς την τελειότητα, αποκλειστικά εξ αιτίας της κατακρίσεως. Μην παίρνεις θάρρος και νομίζεις ότι λόγω της εγκρατείας σου θα σωθείς από την πτώση. Κάποιος ( ο Σατανάς) χωρίς να τρώει τίποτα έπεσε από τον ουρανό!.
Περί Υπερηφάνειας
Είναι ντροπή να υπερηφανεύεται ο άνθρωπος για ξένα πράγματα. Κ' η χειρότερη ανοησία είναι το να καυχιέται για κάποια χαρίσματα που έλαβε από τον Θεό. Όσα κατορθώματα έκανες πριν από τη γέννησή σου, γι' αυτά μονάχα να υπερηφανεύεσαι. Γιατί, όσα σου συμβήκανε έπειτα από τη γέννησή σου, σου τα δώρησε ο Θεός, όπως σου δώρησε και τη γέννηση.
Μην πείθεσαι στον δαίμονα, ο οποίος δήθεν για να ωφεληθούν αυτοί που ακούν σου βάζει τη σκέψη να παρουσιάσεις τις αρετές σου. «Τι γαρ ωφελήσεται άνθρωπος, εάν όλον τον κόσμον κερδήση ή ωφελήση, εαυτόν δε ζημιώση;» (Ματθ ις΄ 26). Τίποτε δεν μπορεί να ωφελήσει αυτούς που μας βλέπουν περισσότερο από το ταπεινό και ειλικρινές ήθος και τον καθάριο λόγο. Γιατί γίνεται και παράδειγμα στους άλλους για να μην υπερηφανεύονται ποτέ. Και σε σύγκριση με αυτό ποιος λόγος μπορεί να ωφελήσει περισσότερο;
Περί Προσευχής
Η προσευχή ως προς την ποιότητα της είναι συνουσία και ένωσις του ανθρώπου με τον Θεόν, και ως προς την ενέργειά της, σύστασις και διατήρησις του κόσμου, συμφιλίωσις με τον Θεόν, μητέρα των δακρύων, καθώς επίσης και θυγατέρα, συγχώρησις των αμαρτημάτων, γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς, τοίχος που μας προστατεύει από τις θλίψεις, συντριβή των πολέμων, έργο των Αγγέλων, τροφή όλων των ασωμάτων, η μελλοντική εφροσύνη, εργασία που δεν τελειώνει, πηγή των αρετών, πρόξενος των χαρισμάτων, αφανής πρόοδος, τροφή της ψυχής, φωτισμός του νου, πέλεκυς που χτυπά την απόγνωση, απόδειξις της ελπίδος, διάλυσις της λύπης, πλούτος των μοναχών, θυσαυρός των ησυχαστών, μείωσις του θυμού, καθρέπτης της πνευματικής προόδου, φανέρωσις των μέτρων, δήλωση της πνευματικής καταστάσως, αποκάλυψης των μελλοντικών πραγμάτων, σημάδι της πνευματικής δόξης που έχει κανείς.
Η προσευχή είναι αμαρτημάτων ιλασμός και συγχώρεση, γέφυρα που ελευθερώνει τους ανθρώπους από πολλούς πειρασμούς και κινδύνους. Μεσότοιχο, που εμποδίζει τις θλίψεις των παθών, των ανθρώπων και των δαιμόνων, έργο ουράνιο, δακρύων μητέρα και θυγατέρα, τροφή των Αγγέλων και των Αγίων, αγαλλίαση και χαρά των δικαίων, πηγή κάθε καλού, πρόξενος όλων των χαρισμάτων, προκοπή της καρδίας αόρατος, φωτισμός του νου αδιάκοπος, φλόγα ουράνια, απόδειξη της ελπίδος προς τον Θεό, αντιφάρμακο και λύση της λύπης, θυρίδα από την οποία εισέρχεται ουράνιο φως και αποκαλύπτει τα απόκρυφα μυστήρια του Θεού.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον Πάτερ, μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξε, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Καρποὺς ἀειθαλεῖς, ἐκ τῆς βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τούτοις μετὰ νήψεως, προσεχόντων μακάριε· Κλῖμαξ γάρ ἐστι, ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καὶ διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμώντων σε.

Μεγαλυνάριον.
Τὴν οὐρανοδρόμον ἣν Ἰακώβ, κλίμακα προεῖδεν, ἐτεχνήσω πνευματικῶς, Πάτερ Ἰωάννη, συνθήκῃ τῶν σῶν λόγων, δι’ ἧς πρὸς ἀφθαρσίας, βαίνομεν μέθεξιν.

Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος (30 Μαρτίου)

15 Ὅσιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γεννήθηκε περὶ τὸ ἔτος 525 μ.Χ. καὶ ἦταν υἱὸς εὐσεβοῦς καὶ εὔπορης οἰκογένειας. Ἔλαβε πλούσια μόρφωση, γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀποκαλοῦσαν «σχολαστικό», ἀλλὰ σὲ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο, παραδόθηκε στὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ Γέροντος Μαρτυρίου, στὸ ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ θάνατό του.
Στὴν συνέχεια ἐπισκέφθηκε μοναχικὲς κοινότητες στὴ Σκήτη καὶ Ταβέννιση τῆς Αἰγύπτου, ἀργότερα δὲ ἐγκαταστάθηκε σὲ κελὶ τῆς ἐρήμου τοῦ Σινᾶ, ποὺ ἀπεῖχε δύο ὧρες ἀπὸ τὴ μονὴ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης.
Ὁ βιογράφος τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, Δανιὴλ ὁ Ραϊθηνός, μᾶς δίνει μερικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν βίο του, κυρίως ὅμως μᾶς παρουσιάζει τὸ πῶς ἀναδείχθηκε δεύτερος Μωϋσῆς καθοδηγώντας τοὺς νέους Ἰσραηλίτες ἀπὸ τὴν γῆ τῆς δουλείας στὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Μὲ τὴν λίγη τροφὴ νίκησε τὸ κέρας τοῦ τύφου τῆς οἰήσεως καὶ τῆς κενοδοξίας, πάθη πολὺ λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐμπλέκονται στὶς κοσμικὲς ἐνασχολήσεις. Μὲ τὴν ἡσυχία, νοερὰ καὶ σωματική, ἔσβησε τὴν φλόγα τῆς καμίνου τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας. Μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν δικό του ἀγώνα ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὴν δουλεία στὰ εἴδωλα. Ἀνέστησε τὴν ψυχή του ἀπὸ τὸν θάνατο ποὺ τὴν ἀπειλοῦσε. Μὲ τὴν ἀπονέκρωση τῆς προσπάθειας καὶ μὲ τὴν αἴσθηση τῶν ἀΰλων καὶ οὐρανίων ἔκοψε τὰ δεσμὰ τῆς λύπης. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγινε ὁ κατεξοχὴν ἄνθρωπος, ὁ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ πλασμένος καὶ ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἀνακαινισμένος. Καὶ μὲ ὅσα ἔγραψε δὲν μετέφερε σὲ ἐμᾶς μόνο τὶς ἀνθρώπινες γνώσεις ἀλλὰ τὴν ἴδια του τὴν ὕπαρξη, γι’ αὐτὸ ὁ λόγος του εἶναι ἀφοπλιστικὸς καὶ θεραπευτικός.

Μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἄσκηση στὴν ἔρημο, σὲ προχωρημένη πλέον ἡλικία, ἐξελέγη ἡγούμενος τῆς μονῆς Σινᾶ, ἐνῷ πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου του ἀποσύρθηκε πάλι στὴν ἔρημο, ὅπου κοιμήθηκε ὁσίως μὲ εἰρήνη σὲ ἡλικία ἑβδομήντα ἐτῶν, κατὰ τὸ ἔτος 600 μ.Χ.
Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἐπίσης, τὴν Δ’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.
Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ἔγραψε δύο περίφημα συγγράμματα: τὴν «Κλίμακα» καὶ τὸ «Λόγο πρὸς τὸν Ποιμένα». Ἡ «Κλίμακα» εἶναι συνέχεια τῶν ἡσυχαστικῶν κειμένων τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης παρουσιάζει τὰ στάδια τῆς τελειώσεως σὲ τριάντα κεφάλαια. Τὴν ἰδέα τῆς κλίμακος ἐμπνεύστηκε ἀπὸ τὸ ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, τὸν δὲ ἀριθμὸ τριάντα ἀπὸ τὴν ἡλικία τῆς ὡριμότητας κατὰ τὴν ὁποία ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἄρχισε τὴν δημόσια δράση Του.
Κατ’ ἀρχὰς περιγράφει τὸ πρῶτο στάδιο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ποὺ συνίσταται στὴν ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ ἀπὸ καθετὶ ποὺ ὑπενθυμίζει τὸν κόσμο, τὴν ξενιτεία. Ἔπειτα ἔρχεται ἡ περιγραφὴ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἀσκητοῦ, μεταξὺ τῶν ἀρετῶν καὶ κακιῶν, οἱ ὁποῖες περιγράφονται ἀνάμεικτες: λύπη, ὑπακοή, μετάνοια, μνήμη θανάτου, κατὰ Θεὸν πένθος, ἀοργησία, μνησικακία, καταλαλιά, σιωπή. Τὰ τελευταία κεφάλαια ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ἐν ἀγάπῃ τελείωση, τὴν ἡσυχία καὶ τὴν ἐσωτερικὴ προσευχή.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θείαν κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πᾶσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς ἀειθαλεῖς, ἐκ σῆς βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τούτοις μετὰ νήψεως, προσεχόντων μακάριε· κλῖμαξ γάρ ἐστι, ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καὶ διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμώντων σε.

Μεγαλυνάριον.
Τὴν οὐρανοδρόμον ἣν Ἰακώβ, κλίμακα προεῖδεν, ἐτεχνήσω πνευματικῶς, Πάτερ Ἰωάννη, συνθήκῃ τῶν σῶν λόγων, δι’ ἧς πρὸς ἀφθαρσίας, βαίνομεν μέθεξιν.

Ἅγιος Ἰωὴλ ὁ Προφήτης (30 Μαρτίου)

 

5ἶναι ἕνας ἀπό τούς δώδεκα μικρούς λεγόμενους προφῆτες. Ἦταν γιός τοῦ Βαθουήλ, ἀπό τή φυλή Ρουβήμ (αὐτό ὅμως δέν εἶναι σαφές, διότι ἄλλοι τόν θέλουν καταγόμενο ἀπό τήν φυλή Γάδ), καί προφήτευσε ὅταν βασιλιάς στήν φυλή τοῦ Ἰούδα ἦταν ὁ Ἰωᾶς (878 – 838 π.Χ).
Τό προφητικό του βιβλίο, ἔχει λεχθεῖ ὅτι τό διακρίνει ὕφος ποιητικότατο, περίκομψο, ζωηρό καί ἀποτελεῖ κόσμημα τῆς ἑβραϊκῆς φιλολογίας. Νά τί λέει περί μετανοίας: «Καί νῦν λέγει Κύριος ὁ Θεός ὑμῶν ἐπιστράφητε πρός μέ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας ὑμῶν καί ἐν νηστείᾳ καί ἐν κλαυθμῷ καί ἐν κοπετῷ καί διαρρήξατε τάς καρδίας ὑμῶν καί μή τά ἱμάτια ὑμῶν καί ἐπιστράφητε πρός Κύριον τόν Θεόν ὑμῶν, ὅτι ἐλεήμων καί οἰκτίρμων ἐστι, μακρόθυμος καί πολυέλεος». Καί τώρα, λέει ὁ Κύριος καί Θεός σας: Ἐπιστρέψτε μέ μετάνοια σ’ ἐμένα μέ ὅλη σας τήν καρδιά, μέ νηστεία καί μέ δάκρυα μετανοίας. Σχίστε τίς καρδιές σας ἀπό πόνο μετανοίας καί συναίσθηση τῆς ἐνοχῆς σας, καί ὄχι τά ἐνδύματά σας. Ἐπιστρέψτε στόν Κύριο καί Θεό σας, διότι αὐτός εἶναι ἐλεήμων καί οἰκτίρμων, μακρόθυμος καί πολυέλεος.
Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι τό προφητικό βιβλίο τοῦ Ἰωήλ, ἀποτελεῖται ἀπό τρία κεφάλαια, πού ἐκεῖ μέσα προφητεύει τήν ἔκχυση τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. στ’ 17) στήν χριστιανική ἐκκλησία, καθώς ἐπίσης καί τά σημεῖα, πού θά προηγηθοῦν τῆς δευτέρας παρουσίας τοῦ Κυρίου.
Ὁ προφήτης Ἰωήλ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.
(Ὁρισμένοι Συναξαριστές, περιττῶς ἐπαναλαμβάνουν τήν μνήμη του καί τήν 31η Μαρτίου).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Έτερος Συναξαριστής

Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά την ιερή μνήμη του Αγίου προφήτη Ιωήλ. Ο Ιωήλ είναι ο τέταρτος στη σειρά από τους δώδεκα ελάσσονες Προφήτες. Ο προφήτης Ιωήλ έζησε και προφήτεψε στην Ιερουσαλήμ στα 830 έως 750 προ Χριστού, είναι δηλαδή από τους αρχαιότερους Προφήτες. Περισσότερα δεν ξέρουμε για τον προφήτη Ιωήλ παρά μόνο πως ήταν γιός κάποιου Βαθουήλ, καθώς αναφέρεται στην αρχή του βιβλίου του· «Λόγος Κυρίου, ως εγεννήθη προς Ιωήλ τον του Βαθουήλ»” δηλαδή ο λόγος του Θεού, που έγινε στον Ιωήλ το γιό του Βαθουήλ. Το εβραϊκό όνομα Ιωήλ στα Ελληνικά θα πει «αγάπη Κυρίου».
Το βιβλίο ή η προφητεία του Ιωήλ αποτελείται από 4 κεφάλαια και είναι από τα πιο λογοτεχνικά και ποιητικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης. Η προφητεία ομιλεί για μια μελλοντική μεγάλη καταστροφή της χώρας από την επιδρομή ενός ολοκλήρου σύννεφου από ακρίδες, για τη μεγάλη επίσης ανομβρία, που θα ολοκλήρωση την καταστροφή και τέλος για την ημέρα του Κυρίου, που θα έλθει και που θα είναι ήμερα κρίσεως για τα έθνη και ευημερίας για το λαό του Θεού. Όλα αυτά είναι γεγονότα, που θα συμβούν στην ιστορία, τα όποια έχουν προέκταση και βρίσκουν εκπλήρωση στο μυστήριο της θείας οικονομίας, για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Γιατί αυτό είναι η προφητεία, εκείνα δηλαδή που βλέπουν και προλέγουν άνθρωποι του Θεού, οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, για τη μέλλουσα σωτηρία.
Από το βιβλίο ή την προφητεία του Ιωήλ, που δεν μπορούμε να το αναλύσουμε ολόκληρο, θα ξεχωρίσουμε κάποια λόγια, που τα ακούμε στην Εκκλησία και πρέπει να μας είναι γνωστά. Πρώτα είναι η πρόρρηση για τον ερχομό στους Αποστόλους του Αγίου Πνεύματος την ήμερα της Πεντηκοστής. Στο προφητικό ανάγνωσμα του Εσπερινού της εορτής της Πεντηκοστής ακούμε τον προφήτη Ιωήλ. Και στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της θείας Λειτουργίας την Τρίτη της Διακαινησίμου ακούμε τον Απόστολο Πέτρο, μετά την επιφοίτηση του Αγίου Νεύματος, να ομιλεί στο λαό και να επαναλαμβάνει τα λόγια του προφήτη Ιωήλ. Ό,τι έβλεπε κι έλεγε ο Προφήτης πριν 800 χρόνια εκπληρώνεται τώρα, με την έλευση του Αγίου Πνεύματος «εν είδει πυρίνων γλωσσών».
Να τα λόγια της προφητείας, που τα παίρνει ο Απόστολος Πέτρος για να εξηγήσει το θαύμα της Πεντηκοστής. «Θα δώσω πλουσιοπάροχα από το πνεύμα μου σε κάθε άνθρωπο, και τα παιδιά σας και οι θυγατέρες σας θα κηρύξουν την αλήθεια, και οι νέοι σας θα δουν οράματα και οι γέροντές σας θα ονειρευτούν θεϊκά όνειρα». Είναι οι ενέργειες και τα θαύματα του Αγίου Πνεύματος, καθώς τα βλέπουμε στους Αποστόλους την ημέρα της Πεντηκοστής και στους βίους των Αγίων.
Τα άλλα λόγια, που ξεχωρίζουμε από την προφητεία του Ιωήλ, είναι εκείνα που ακούμε στην Εκκλησία κάθε χρόνο την Κυριακή μετά την εορτή των Χριστουγέννων. Ο ιερός υμνογράφος εμπνέεται το Δοξαστικό των Αίνων από τα λόγια της προφητείας του Ιωήλ, που είναι η συνέχεια στα παραπάνω λόγια που εξηγήσαμε. «Τότε θα δείξω», λέγει ο Θεός, «θαυμαστά σημάδια επάνω στον ουρανό και κάτω στη γη, αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού». Με τις ίδιες λέξεις ο υμνογράφος αρχίζει το Δοξαστικό, τις οποίες στη συνέχεια εξηγεί θεολογικά. «Αίμα και πυρ και ατμίδα καπνού, τέρατα γης, α προείδεν Ιωήλ αίμα την σάρκωσιν, πυρ την θεότητα, ατμίδα δε καπνού το Πνεύμα το Άγιον, το επελθόν, τη Παρθένω και κόσμον ευωδιάσαν…» Αίμα είναι ο άνθρωπος Ιησούς, φωτιά ο ενανθρωπήσας Θεός Λόγος, και σύννεφο καπνού το Άγιο Πνεύμα.
Σ’ αυτό το Δοξαστικό βλέπομε πως η Εκκλησία εξηγεί τον προφητικό λόγο· ό,τι είπαν οι Προφήτες βρίσκει την εξήγηση και την εκπλήρωσή του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και στην Εκκλησία. Ο καινούργιος κόσμος, που προβλέπουν και κηρύττουν όλοι οι Προφήτες, είναι ο κόσμος που θα έλθει με τη γέννηση του Ιησού Χριστού· η βασιλεία των ουρανών, ο κόσμος και ο λαός του Θεού, δηλαδή η Εκκλησία.
Ο προφήτης Ιωήλ, του οποίου την ιερή μνήμη σήμερα εορτάζουμε, είναι ένας από τους ανθρώπους, που έστειλε ο Θεός και τους φώτισε με το Άγιο Πνεύμα του, για να κηρύξουν τον ερχομό του καινούργιου αυτού κόσμου. Αυτός ο κόσμος των Προφητών, η Εκκλησία του Χριστού, δεν είναι μόνο ο βίος εδώ στη γη, αλλά και η αιώνια ζωή στους ουρανούς. Το κήρυγμα των Προφητών είναι «επαγγελία ζωής της νυν και της μελλούσης». Αμήν.

Πηγή: http://vatopaidi.wordpress.com

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπνουν κειμήλιον, τῶν ἱερῶν ἀρετῶν, Προφήτης θεόληπτος, ὤφθης σοφέ, Ἰωήλ, ἑλλάμψει τοῦ Πνεύματος· ὅθεν τῆς εὐσεβείας, ἡ πηγή ὡς προέφης, ἔβλυσε τοῖς ἐν κόσμῳ, ἐκ τοῦ οἴκου Κυρίου· ἧς νῦν καταπολαύοντες, πόθῳ τιμῶμέν σε.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τόν τάφον σου Σωτήρ.
Τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ, νοητῶς θεώρησας, ἐδέξω Ἰωήλ, τῶν μελλόντων τήν γνῶσιν· τό Πνεῦμα γάρ τό Ἅγιον, ὥσπερ ἔφης ἐκκέχυται, κατ’ ἐνέργειαν, εἰς πᾶσαν σάρκα Προφῆτα, τήν πιστεύσασαν, τῷ ἐπί γῆς κενωθέντι, καί σέ θαυμαστώσαντι.

Μεγαλυνάριον.
Ὤφθη ἀποστάζουσα γλυκασμόν, Ἰωήλ Προφῆτα, σοῦ ἡ γλῶσσα προφητικόν· τήν γάρ ἐν τῷ Λόγῳ, ἀνάπλασιν τοῦ κόσμου, συμβολικῶς κηρύττει, δι’ ἧς ἐσώθημε.

Ἅγιος Ζαχαρίας ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Κορίνθου (30 Μαρτίου)

15 Ἅγιος Ζαχαρίας ἦταν Ἐπίσκοπος Κορίνθου. Συκοφαντήθηκε ἀπό τούς Τούρκους ὅτι συνεργαζόταν μέ τούς Ἐνετούς κατά τήν ἐκστρατεία τοῦ Μοροζίνη στήν Ἑλλάδα γιά τήν ἀπελευθέρωση τῶν Ἑλλήνων. Γιά τόν λόγο αὐτό συνελήφθη καί, ἀφοῦ βασανίσθηκε σκληρά, ὁδηγήθηκε στόν κριτή, ὁ ὁποῖος τόν προέτρεψε νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του καί νά ἀσπασθεῖ τήν μουσουλμανική θρησκεία. Ὁ Ζαχαρίας μέ ἀποστροφή ἀρνήθηκε καί καταδικάσθηκε νά καεῖ ζωντανός στή φωτιά. Ὅμως οἱ Χριστιανοί τῆς Κορίνθου κατόρθωσαν, διά χρημάτων, νά μεταβάλουν τό φρικτό αὐτό τρόπο τῆς θανατικῆς καταδίκης. Ἔτσι ὁ Ἅγιος ἀποκεφαλίσθηκε στήν Κόρινθο τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως τοῦ ἔτους 1684.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Σωφρόνιος Ἐπίσκοπος Ἰρκούτσκ καὶ πάσης Σιβηρίας (30 Μαρτίου)

Agios Sofronios15 Ἅγιος Σωφρόνιος, κατά κόσμος Στέφανος Κρισταλέφσκϊυ, γεννήθηκε στίς 25 Δεκεμβρίου 1703 στήν Οὐκρανία, κοντά στήν περιοχή τοῦ Τσέρνιγκωφ, ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀγάπησε τήν Ἐκκλησία καί τό μοναχικό βίο. Ἀνέπτυξε σπουδαία ἱεραποστολική δράση καί ἐξελέγη Ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Ἰρκούτσκ
Ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος κοιμήθηκε μέ εἰρήνη τό ἔτος 1771, κατά τήν Δευτέρα ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Ἐνῷ ἀναμενόταν ἡ ἀπόφαση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περί τοῦ ἐνταφιασμοῦ τοῦ ἱεροῦ λειψάνου, ἡ σορός του παρέμεινε ἄταφη ἐπί ἕξι μῆνες, χωρίς νά ὑποστεῖ τήν παραμικρή ἀλλοίωση. Τό γεγονός αὐτό, καθώς καί ἡ φήμη τοῦ αὐστηροῦ ἀσκητικοῦ του βίου, προσείλκυσαν πλήθη πιστῶν, οἱ ὁποῖοι προσκυνοῦσαν τό ἱερό λείψανο ὡς σκήνωμα Ἁγίου τοῦ Θεοῦ. Τά ἱερά λείψανα τοῦ Ἁγίου διασώθηκαν θαυματουργικά ἀπό τήν πυρκαγιά πού κατέστρεψε ὁλοσχερῶς τόν καθεδρικό ναό τοῦ Ἰρκούτσκ
Ἡ ἀνακήρυξη τῆς ἁγιοποιήσεώς του ἔγινε ἀπό τή Ρωσική Ἐκκλησία στίς 23 Ἀπριλίου 1918.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
23 Μαρτίου 2020
Νηστεία
 
24 Μαρτίου 2020
Νηστεία
 
25 Μαρτίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται το ψάρι
 
26 Μαρτίου 2020
Νηστεία- Eπιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
27 Μαρτίου 2020
Νηστεία
 
28 Μαρτίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 29 Μαρτίου 2020
Νηστεία- Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος 
 
 

Τῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

Ἀνάμνησιν ἄγομεν τῆς ἐλεύσεως καὶ ἀνευρέσεως ἐν τῇ πόλει Μονεμβασίας τῆς θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς ἐπονομαζομένης «Χρυσαφιτίσσης».

ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΤΗΣ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΑΦΙΤΙΣΣΗΣ

Ποίημα Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου

[Μέγας Ἑσπερινός] [Ὄρθρος] [Θεία Λειτουργία] [Παρακλητικὸς Κανών]


ΕΝ Τῼ ΜΕΓΑΛῼ ΕΣΠΕΡΙΝῼ

Μετὰ τὸν Προοιμιακόν, τὸ Μακάριος ἀνήρ. Εἰς δὲ τὸ Κύριε, ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους η´ καὶ ψάλλομεν τῆς Ἑορτῆς Προσόμοια δύο, καὶ τῆς Θεοτόκου ἕξ.

Τῆς Ἑορτῆς.

Ἦχος α´. Πανεύφημοι Μάρτυρες.

Μετὰ τὴν ἐκ τάφου σου φρικτήν, Ζωοδότα ἔγερσιν, ὥσπερ σφραγίδας οὐκ ἔλυσας, Χριστὲ τοῦ μνήματος, οὕτω κεκλεισμένων, θυρῶν εἰσελήλυθας, πρὸς τοὺς πανευκλεεῖς Ἀποστόλους σου, χαροποιῶν αὐτούς, καὶ εὐθές σου παρεχόμενος, τούτοις Πνεῦμα, δι᾿ ἄμετρον ἔλεος.

Ὡς θέλεις ψηλάφησον Χριστός, τῷ Θωμᾷ ἐβόησε· βάλε τὴν χεῖρα καὶ γνῶθί με, ὀστέα ἔχοντα καὶ γεῶδες σῶμα· καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἐπίσης δὲ τοῖς ἄλλοις πιστώθητι· ὁ δὲ ἐβόησεν· Ὁ Θεός μου καὶ ὁ Κύριος, σὺ ὑπάρχεις, δόξα τῇ ἐγέρσει σου.

Τῆς Θεοτόκου.

Ἦχος ὁ αὐτός. Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!

Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος! ἡ ἁγία Εἰκών, τῆς Ἁγνῆς Θεόπαιδος, ἀῤῥήτῳ τρόπῳ ἡμῖν, πάλαι ἐφέστηκεν. Εὐφράνθητι μυστικῶς, ἐν τῇ εὑρέσει αὐτῆς ἑορτάζουσα, ἐν ὕμνοις πνευματικοῖς, Μονεμβασίας ἡ πόλις κραυγάζουσα· Κεχαριτωμένη χαῖρε, Κόρη Χρυσαφίτισσα, ἡ παρέχουσα πᾶσιν, εὐφροσύνην τε καὶ ἔλεος.

Βαβαὶ τῆς σῆς εὐδοκίας Ἁγνή! σὺ γὰρ ἐκ Χρυσάφων, ἡμῖν ἐπεδήμησας, ὡς Ἄνασσα τοῦ παντός, ἐν τῇ Εἰκόνι σου· διόπερ τὴν πρὸς ἡμᾶς, ὑμνολογοῦμεν πολλήν σου χρηστότητα, καὶ μέλπομεν εὐλαβῶς, πρὸ τῆς σεπτῆς σου Εἰκόνος ἱστάμενοι. Τῆς Μονεμβασίας χαῖρε, κραταιὰ ἀντίληψις, Χρυσαφίτισσα Κόρη, καὶ ἐν πᾶσι καταφύγιον.

Τῆς παναγίας Εἰκόνος σου, ἑορτὴν ἁγίαν, Κόρη συστησάμενοι, κηρύττομεν εὐλαβῶς, ταύτης τὰς χάριτας· πηγάζει γὰρ δαψιλῶς, τοῖς προσιοῦσιν, ἰάσεων νάματα, καὶ λύει παντοδαπῶν, ἀσθενειῶν ἐπηρείας ἑκάστοτε, Κεχαριτωμένη Κόρη, τοῦ ἐλέους πέλαγος, ὀρθοδόξων ἡ δόξα, Χρυσαφίτισσα Πανύμνητε.

Προσόμοια ἕτερα.

Ἦχος δ´. Ὡς γενναῖον ἐν Μάρτυσιν.

Ὡς θησαύρισμα ἔνθεον, καὶ θερμὸν ἱλαστήριον, τὴν σεπτὴν Εἰκόνα σου Χρυσαφίτισσα, Μονεμβασία ἐδέξατο, καὶ ταύτην κατέχουσα, ἑορτὴν πνευματικήν, πανδημεὶ ἄγει σήμερον, μεγαλύνουσα, τῆς εὐνοίας σου Κόρη τὰς ἐκφάνσεις, καὶ θαυμάτων σου τὰ πλήθη, δι᾿ ὧν ἡμᾶς σώζεις ἅπαντας.

Ὡς ἀνεύρατο Δέσποινα, τὴν ἁγίαν Εἰκόνα σου, ἡ γυνὴ πεπλήρωται πάσης χάριτος, ἐν ᾗ ὁ πλοῦτος τῆς δόξης σου, ὤφθη ἐμφανέστερος, τοῖς προστρέξασι πιστῶς· τὸν γὰρ παῖδα τοῦ δαίμονος, ἐκ τῆς μάστιγος, ἠλευθέρωσε Κόρη καὶ ποικίλας, θεραπεύει ἀσθενείας, τῇ θαυμαστῇ ἀντιλήψει σου.

Ὡς κατεῖδον ἐξέστησαν, τὴν ἁγίαν Εἰκόνα σου, τῇ Μονεμβασίᾳ παλινδρομήσασαν, ἀπὸ Χρυσάφων Πανάμωμε, ῥοπῇ τοῦ σοῦ πνεύματος, καὶ ναόν σοι ἱερόν, εὐλαβῶς ἐδομήσαντο, ἔνθα ἔθεντο, ὡς ἁγίασμα ταύτην τῆς σῆς δόξης, ἀναβλύζουσαν τοῖς πᾶσιν, ἁγιασμὸν τῇ σῇ χάριτι.

Δόξα. Ἦχος πλ. β´.

Σήμερον τῇ τοῦ Υἱοῦ σου ἐγέρσει, ἑορτὴν καινὴν συγκροτεῖ σοι, Μονεμβασίας ἡ πόλις, εἰς αἶνον καὶ δόξαν Πανάχραντε, τῶν πολλῶν μεγαλείων σου· ὅτι ταύτην ἔθου ἐξαιρέτῳ τρόπῳ, τῇ κραταιᾷ προστασίᾳ τῆς σκέπης σου· ἐν τῇ ἀχράντῳ γὰρ Εἰκόνι σου, ταύτῃ παραγέγονας, καὶ παρέχεις αὐτῇ, ὅ,τι ἂν αἰτήσηται· ὡς γὰρ χρυσίον πολύτιμον, ταύτην ἐδεξάμεθα, ἀπὸ Χρυσάφων Παρθένε, τῶν μητρικῶν σου ἀγαθῶν· καὶ Χρυσαφίτισσαν αὐτήν, προσφυῶς καλοῦντες, Χρυσέαις δωρεαῖς πλουτιζόμεθα, καὶ τὸ τοῦ Υἱοῦ σου διὰ σοῦ, ἀπεκδεχόμεθα ἔλεος.

Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Τῆς Ἑορτῆς.

Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ἐπέστης Χριστὲ πρὸς τοὺς μαθητάς σου. Τότε ὁ Θωμᾶς, οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ᾿ αὐτῶν· ἔλεγε γὰρ· Οὐ μὴ πιστεύσω, ἐὰν μὴ ἴδω κἀγὼ τὸν Δεσπότην· ἴδω τὴν πλευράν, ὅθεν ἐξῆλθε τὸ αἷμα, τὸ ὕδωρ τὸ βάπτισμα· ἴδω τὴν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τὸ μέγα τραῦμα ὁ ἄνθρωπος· ἴδω, πῶς οὐκ ἦν ὡς πνεῦμα, ἀλλὰ σὰρξ καὶ ὀστέα. Ὁ τὸν θάνατον πατήσας, καὶ Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε δόξα σοι.

Εἴσοδος, Φῶς ἱλαρόν, καὶ τὸ Προκείμενον.

Προκείμενον. Ἦχος βαρύς. Ψαλμὸς οϚ´ (76).

Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; σὺ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιῶν θαυμάσια μόνος. (οϚ´ 14-15)

Στίχ. α´. Ὁ Θεός, ἐν τῷ ἁγίῳ ἡ ὁδός σου· ἐγνώρισας ἐν τοῖς λαοῖς τὴν δύναμίν σου. (οϚ´ 15)

Τίς Θεὸς μέγας...

Στίχ. β´. Καὶ εἶπα· Νῦν ἠρξάμην· αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. (οϚ´ 11)

Τίς Θεὸς μέγας...

Στίχ. γ´. Ἐμνήσθην τῶν ἔργων Κυρίου, ὅτι μνησθήσομαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν θαυμασίων σου. (οϚ´ 12)

Τίς Θεὸς μέγας...

Καὶ τὰ Ἀναγνώσματα.

Γενέσεως τὸ Ἀνάγνωσμα.
(κη´ 10-17).

Ἐξῆλθεν Ἰακὼβ ἀπὸ τοῦ φρέατος τοῦ ὅρκου καὶ ἐπορεύθη εἰς Χαῤῥάν, καὶ ἀπήντησε τόπῳ, καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ· ἔδυ γὰρ ὁ ἥλιος. Καὶ ἔλαβεν ἀπὸ τῶν λίθων τοῦ τόπου, καὶ ἔθηκε πρὸς κεφαλῆς αὑτοῦ· καὶ ἐκοιμήθη ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, καὶ ἐνυπνιάσθη. Καὶ ἰδοὺ κλίμαξ ἐστηριγμένη ἐν τῇ γῇ, ἧς ἡ κεφαλὴ ἀφικνεῖτο εἰς τὸν Οὐρανόν· καὶ οἱ Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ ἀνέβαινον καὶ κατέβαινον ἐπ᾿ αὐτῆς· ὁ δὲ Κύριος ἐπεστήρικτο ἐπ᾿ αὐτῆς, καὶ εἶπεν· Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ τοῦ πατρός σου, καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαάκ· μὴ φοβοῦ. Ἡ γῆ, ἐφ᾿ ἧς σὺ καθεύδεις ἐπ᾿ αὐτῆς, σοὶ δώσω αὐτήν, καὶ τῷ σπέρματί σου. Καὶ ἔσται τὸ σπέρμα σου ὡσεὶ ἄμμος τῆς γῆς καὶ πλατυνθήσεται ἐπὶ θάλασσαν, καὶ λίβα, καὶ βοῤῥᾶν, καὶ ἐπὶ ἀνατολάς, καὶ ἐνευλογηθήσονται ἐν σοὶ πᾶσαι αἱ φυλαὶ τῆς γῆς, καὶ ἐν τῷ σπέρματί σου. Καὶ ἰδοὺ ἐγώ εἰμι μετὰ σοῦ, διαφυλάσσων σε ἐν τῇ ὁδῷ πάσῃ, οὗ ἐὰν πορευθῇς· καὶ ἐπιστρέψω σε εἰς τὴν γῆν ταύτην, ὅτι οὐ μὴ σε ἐγκαταλίπω, ἕως τοῦ ποιῆσαι με πάντα ὅσα ἐλάλησά σοι. Καὶ ἐξηγέρθη Ἰακὼβ ἐκ τοῦ ὕπνου αὑτοῦ καὶ εἶπεν· Ὅτι ἔστι Κύριος ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ, ἐγὼ δὲ οὐκ ᾔδειν. Καὶ ἐφοβήθη, καὶ εἶπεν· Ὡς φοβερὸς ὁ τόπος οὗτος! Οὐκ ἔστι τοῦτο, ἀλλ᾿ ἢ οἶκος Θεοῦ, καὶ αὕτη ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ.

Προφητείας, Ἰεζεκιὴλ τὸ Ἀνάγνωσμα.
(μγ´ 27, μδ´ 1-4).

Ἔσται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὀγδόης καὶ ἐπέκεινα, ποιήσουσιν οἱ Ἱερεῖς ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τὰ ὁλοκαυτώματα ὑμῶν, καὶ τὰ τοῦ σωτηρίου ὑμῶν· καὶ προσδέξομαι ὑμᾶς, λέγει Κύριος. Καὶ ἐπέστρεψέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατὰ ἀνατολάς, καὶ αὕτη ἦν κεκλεισμένη. Καὶ εἶπε Κύριος πρός με· Ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται, καὶ οὐδεὶς οὐ μὴ διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς, ὅτι Κύριος ὁ Θεός, Ἰσραὴλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἔσται κεκλεισμένη. Διότι ὁ Ἡγούμενος οὗτος κάθηται ἐπ᾿ αὐτὴν τοῦ φαγεῖν ἄρτον ἐνώπιον Κυρίου, κατὰ τὴν ὁδὸν τοῦ Αἰλὰμ τῆς πύλης εἰσελεῦσεται, καὶ κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτοῦ ἐξελεύσεται. Καὶ εἰσήγαγέ με κατὰ τὴν ὁδὸν τῆς πύλης τῶν Ἁγίων τῆς πρὸς βοῤῥᾶν, κατέναντι τοῦ οἴκου· καὶ εἶδον καὶ ἰδοὺ πλήρης δόξης ὁ οἶκος Κυρίου.

Παροιμιῶν τὸ Ἀνάγνωσμα.
(θ´ 1-11).

Ἡ σοφία ᾠκοδόμησεν ἑαυτῇ οἶκον καὶ ὑπήρεισε στύλους ἑπτά. Ἔσφαξε τὰ ἑαυτῆς θύματα, καὶ ἐκέρασεν εἰς κρατῆρα τὸν ἑαυτῆς οἶνον, καὶ ἡτοιμάσατο τὴν ἑαυτῆς τράπεζαν. Ἀπέστειλε τοὺς ἑαυτῆς δούλους, συγκαλοῦσα μετὰ ὑψηλοῦ κηρύγματος, ὡς ἐπὶ κρατῆρα, λέγουσα· Ὅς ἐστιν ἄφρων, ἐκκλινάτω πρός με. Καὶ τοῖς ἐνδεέσι φρενῶν εἶπεν· Ἔλθετε φάγετε τὸν ἐμὸν ἄρτον, καὶ πίετε οἶνον, ὃν κεκέρακα ὑμῖν. Ἀπολίπετε ἀφροσύνην, καὶ ζήσεσθε· καὶ ζητήσατε φρόνησιν, ἵνα βιώσητε, καὶ κατορθώσητε σύνεσιν ἐν γνώσει. Ὁ παιδεύων κακούς, λήψεται ἑαυτῷ ἀτιμίαν. Ἐλέγχων δὲ τὸν ἀσεβῆ, μωμήσεται ἑαυτόν· οἱ γὰρ ἔλεγχοι τῷ ἀσεβεῖ, μώλωπες αὐτῷ. Μὴ ἔλεγχε κακούς, ἵνα μὴ μισήσωσί σε· ἔλεγχε σοφὸν καὶ ἀγαπήσει σε. Δίδου σοφῷ ἀφορμήν, καὶ σοφώτερος ἔσται· γνωρίζε δικαίῳ, καὶ προσθήσει τοῦ δέχεσθαι. Ἀρχὴ σοφίας, φόβος Κυρίου· καὶ βουλὴ Ἁγίων, σύνεσις. Τὸ γὰρ γνῶναι Νόμον, διανοίας ἐστὶν ἀγαθῆς. Τούτῳ γὰρ τῷ τρόπῳ πολὺν ζήσεις χρόνον, καὶ προστεθήσεταί σοι ἔτη ζωῆς.

Εἰς τὴν Λιτήν. Ἰδιόμελα.

Ἦχος α´.

Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ, Μονεμβασίας ἡ πόλις, λαμπρυνομένῃ τῇ Εἰκόνι, τῆς Ἁγνῆς Χρυσαφιτίσσης· ὡς γὰρ νεφέλην ἀναψυχῆς, καὶ Πνευματοφόρον πέτραν, τὸ μέλι στάζουσαν τῆς χάριτος, κατὰ τὴν πάλαι ἐν ἐρήμῳ τῷ Ἰσραήλ, ταύτην σοι δεδώρηται, ἡ τοῦ Σωτῆρος Μήτηρ· ὅθεν ἅπαν καλὸν καὶ σωτήριον, ἐκ ταύτης καρπουμένη, τὴν Θεοτόκον μεγάλυνον, ἐν εὐφροσύνῃ βοῶσα· Χαῖρε Κεχαριτωμένη Παρθένε, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ παρέχων διὰ σοῦ, ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος β´.

Τῶν δωρεῶν σου τὸν πλοῦτον δεχόμενοι, εὐσήμῳ στόματι κηρύττομεν, τὴν πρὸς ἡμᾶς σου πολλὴν εὔνοιαν, Θεοτόκε Παρθένε· ὅτι ταύτης τεκμήριον, καὶ στηλαγραφίαν ἐμφανῆ, τὴν σὴν Εἰκόναν δέδωκας, οἰκτιρμοῖς ἀῤῥήτοις, ἐν θαυμαστῇ ἐλεύσει· καὶ ταύτης μνείαν ἄγοντες, ἀγαλλόμεθα τῇ δόξῃ σου, τῇ νοερῶς ἐκφαινομένῃ, ἐνεργείᾳ τῶν κρειττόνων· ἰάσεις γὰρ παρέχεις, καὶ δαίμονας ἐλαύνεις, καὶ σώζεις τοὺς βοῶντας· Χαῖρε Κεχαριτωμένη Παρθένε, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ παρέχων διὰ σοῦ, ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος γ´.

Ὡς τῶν ὅλων Ἄνασσαν, ἐν εὐφροσύνῃ ψυχῆς, ἐν τῇ ἁγίᾳ Εἰκόνι σου, Μονεμβασία σε πάλαι ἐδέξατο, Θεοτόκε Πανάχραντε· ἐκ γὰρ Χρυσάφων ηὐδόκησας, παραγενέσθαι αὐτήν, ξενοτρόπῳ ἐπιδημίᾳ, προμηθουμένη ὡς φιλάγαθος, ταύτης τῆς πόλεως· καὶ διὰ πιστῆς γυναικός, ταύτην φανερώσασα, ἐπαλλήλοις θαύμασι, καὶ θαυμαστῇ ἐπανόδῳ, τὴν πρὸς ἡμᾶς ευδοκίαν σου ἐκύρωσας. Ἀλλ᾿ ὦ Πολυΰμνητε Χρυσαφίτισσα, Μονεμβασιτῶν ἡ μόνη ἐλπίς, ἀεὶ σκέπε τοὺς βοῶντάς σοι· Χαῖρε Κεχαριτωμένη Παρθένε, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ παρέχων διὰ σοῦ, ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἦχος δ´.

Ὥσπερ ξύλον ζωῆς, πεφυτευμένον ἐν διεξόδοις ὑδάτων, τῆς πλουσίας σου χάριτος, ἡ σὴ ἁγία πρόκειται Εἰκών, Θεοτόκε Χρυσαφίτισσα· ὡς ζωηφόρους γὰρ καρπούς, ἐξ αὐτῆς δρεπόμεθα, τῶν ἰάσεων τὰς δωρεάς, καὶ θανατηφόρων παθῶν λυτρούμεθα, καὶ πᾶσαν ὄνησιν σωτήριον, ψυχῆς καὶ σώματος λαμβάνομεν· πᾶσι γὰρ παρέχεις Πανύμνητε, πλουτοποιοὺς χορηγίας, καὶ δόσεις ἀγαθάς, καὶ σκέπεις ἀεὶ τοὺς βοῶντάς σοι· Χαῖρε Κεχαριτωμένη Παρθένε, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, ὁ παρέχων διὰ σοῦ, ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Δόξα. Ἦχος πλ. α´.

Δεῦτε ἅπασα Μονεμβασία, καὶ ἡ ταύτης περίοικος, ἐν τῷ ναῷ συνδράμωμεν, τῆς Κεχαριτωμένης Χρυσαφιτίσσης· ἐν αὐτῷ γὰρ ἐπιφοιτῶσα, ἡ βασίλισσα τῶν ἁπάντων, ἀοράτῳ ἐπιφανείᾳ ἑνὶ ἑκάστῳ διανέμει, τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα· καὶ τὴν χαριτόβρυτον αὐτῆς Εἰκόνα, δέει πολλῷ, καὶ πίστει θερμῇ προσκυνοῦντες, Δαβιτικῶς βοήσωμεν· Δεδοξασμένα περὶ σοῦ, ἐλαλήθη πανταχοῦ, δεδοξασμένη τοῦ Παντάνακτος πόλις. Ἀλλ᾿ ὦ Ὑπερένδοξε Κόρη, ἀδοξίας παθῶν ῥῦσαι, τοὺς δοξάζοντάς σου τὰ θαυμάσια.

Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Τῆς Ἑορτῆς.

Φιλάνθρωπε, μέγα καὶ ἀνείκαστον, τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου· ὅτι ἐμακροθύμησας, ὑπὸ Ἰουδαίων ῥαπιζόμενος, ὑπὸ Ἀποστόλου ψηλαφώμενος, καὶ ὑπὸ τῶν ἀθετούντων σε, πολυπραγμονούμενος. Πῶς ἐσαρκώθης; πῶς ἐσταυρώθης ὁ ἀναμάρτητος; ἀλλὰ συνέτισον ἡμᾶς, ὡς τὸν Θωμᾶν βοᾶν σοι· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου, δόξα σοι.

Εἰς τὸν Στίχον Στιχηρὰ Προσόμοια.

Ἦχος πλ. α´. Χαίροις ἀσκητικῶν.

Χαίροις Θεογεννῆτορ Ἁγνή, Θεοῦ τοῦ ζῶντος ὁ ναὸς ὁ πολύφωτος, παράδεισος ζωηφόρος, ἐν ᾧ τὸ ξύλον ζωῆς, κιβωτὸς τοῦ θείου ἁγιάσματος· πηγὴ ἡ βλυστάνουσα, εὐσπλαγχνίας τὰ νάματα, καὶ τὰς διψώσας, τοῦ Θεοῦ τὴν χρηστότητα, ψυχὰς πάντοτε, δαψιλῶς καταρδεύουσα, Ἄχραντε Χρυσαφίτισσα, ἡμῶν ἡ ἀντίληψις, τῶν ἀσθενούντων ἡ ῥῶσις, τῶν θλιβομένων παράκλησις· Χριστοῦ χαῖρε Μῆτερ, τοῦ παρέχοντος τῷ κόσμῳ, τὸ μέγα ἔλεος.

Στίχ. Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.

Χαίρει Μονεμβασία ἐν σοί, καὶ ἐγκαυχᾶται τῇ ἁγίᾳ Εἰκόνι σου, καὶ σκέπην σε καὶ προστάτιν, καὶ ἀρωγόν, συμπαθῆ, καὶ παραμυθίαν ἐπιγράφεται· διὸ μετὰ πίστεως, τῷ ναῷ σου προστρέχουσα, ἀεὶ λαμβάνει, τῆς θερμῆς βοηθείας σου, τὰ δωρήματα, καὶ παθῶν ἀπολύτρωσιν, Δέσποινα Χρυσαφίτισσα, καὶ πάσης κακώσεως, καὶ πειρασμῶν καὶ κινδύνων, τάχος τὴν λύσιν κομίζεται, ὑμνοῦσα αἰνοῦσα, καὶ φαιδρῶς δοξολογοῦσα, τὰ μεγαλεῖά σου.

Στίχ. Τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ.

Πάλαι ἐκ τῶν Χρυσάφων Ἁγνή, ὥσπερ χρυσίον τῆς σῆς δόξης πολύτιμον, τῇ πόλει Μονεμβασίας, ἐν ἀοράτῳ ῥοπῇ, ἡ σεπτὴ Εἰκών σου ἐπεδήμησεν· ἐντεῦθεν ὠνόμασται, προσφυῶς Χρυσαφίτισσα, καὶ χρυσαυγείᾳ, τῶν πολλῶν χαρισμάτων σου, τὰς ψυχὰς ἡμῶν, χρυσουργεῖ καὶ τὰ σώματα. Ὅθεν πανηγυρίζοντες, αὐτῆς τὴν ἐπέλευσιν, τὰς πρὸς ἡμᾶς σου ἀπείρους, εὐεργεσίας κηρύττομεν, ὑμνοῦντες αἰνοῦντες, τῶν πολλῶν σου θαυμασίων, Κόρη τὸ μέγεθος.

Δόξα. Ἦχος πλ. δ´.

Θεοτόκε Πανύμνητε, ποία γλῶσσα ἀνυμνήσει, τὴν περὶ ἡμᾶς σου προμήθειαν; ὑπερβαλλούσης γὰρ κηδεμονίας, καθ᾿ ἑκάστην ἀποφαίνεις, σωτηριώδεις ἐκφάνσεις, ψυχῶν ἐξαίρουσα ἄχθος, καὶ σωμάτων ἰωμένη ἄλγη, τῶν εὐλαβῶν προσφύγων σου. Διὸ Μονεμβασία ἡ πόλις σου, τὴν σὴν ἁγίαν περικυκλοῦσα Εἰκόνα, χαρᾶς ἀπείρου πληροῦται, καὶ μεγαλύνει τὴν δόξαν σου, Χρυσαφίτισσα Δέσποινα.

Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός. Τῆς Ἑορτῆς.

Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, τῶν Μαθητῶν συνηθροισμένων, ἐπέστη ὁ Σωτήρ, οὗ ἦσαν συνηγμένοι· καὶ στὰς ἐν μέσῳ αὐτῶν, λέγει τῷ Θωμᾷ· Δεῦρο ψηλάφησον, καὶ ἴδε τοὺς τύπους τῶν ἥλων· ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα, καὶ ἅψαι τῆς πλευρᾶς μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πίστει κήρυξον, τὴν ἐκ νεκρῶν μου Ἀνάστασιν.

Νῦν ἀπολύεις, τὸ Τρισάγιον, καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς δῶρον οὐράνιον, τῇ εὐδοκίᾳ τῇ σῇ, ἡ πόλις ἐκτήσατο, Μονεμβασίας Ἁγνή, τὴν θείαν Εἰκόνα σου· ᾗ περ καὶ προσιοῦσα, Χρυσαφίτισσα Κόρη, λαμβάνει ἀεὶ ἐκ ταύτης, πᾶσαν χάριν βοῶσα· Χαῖρε Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ.

Καὶ τὸ τῆς Ἑορτῆς.

Ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος, ἡ ζωὴ ἐκ τάφου ἀνέτειλας Χριστὲ ὁ Θεός· καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, τοῖς Μαθηταῖς ἐπέστης ἡ πάντων ἀνάστασις, Πνεῦμα εὐθὲς δι᾿ αὐτῶν ἐγκαινίζων ἡμῖν, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

Ἀπόλυσις.


ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΡΘΡΟΝ

Μετὰ τὴν α´ Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ἦχος α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.

Τὴν θείαν σου μορφήν, ἐν Εἰκόνι ὁρῶντες, πληροῦμεθα χαρᾶς, καὶ πολλῆς εὐφροσύνης, καὶ αἶνόν σοι ἑόρτιον, χαρμοσύνως προσάγομεν, μεγαλύνοντες, ὦ Χρυσαφίτισσα Κόρη, τὴν σὴν ἔλευσιν, τῇ δὲ τῇ πόλει ἥν πάλαι, ἀῤῥήτως ἐτέλεσας.

Τῆς Ἑορτῆς. Ὅμοιον.

Εἰσῆλθες τῶν θυρῶν, κεκλεισμένων Οἰκτίρμον, ἐκ τάφου ἀναστάς, τοῖς σεπτοῖς Μαθηταῖς σου, καὶ χεῖράς τε καὶ πόδας σου, καὶ πλευρᾶς τὴν ἐκκέντησιν, καθυπέδειξας, Θωμᾷ τῷ θείῳ βοῶντι· Σύ μου Κύριος, σὺ καὶ Θεός μου ὑπάρχεις, κἂν σὰρξ Λόγε γέγονας.

Μετὰ τὴν β´ Στιχολογίαν, Κάθισμα.

Ἦχος πλ. α´. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἐκ Χρυσάφων τὸ πάλαι τῇ ἐπινεύσει σου, Μονεμβασίας τῇ πόλει ἡ σὴ ἁγία Εἰκών, παραγέγονεν Ἁγνὴ πάντας εὐφραίνουσα, καὶ πηγάζουσα ἀεί, ἰαμάτων δωρεάς, τοῖς πόθῳ σοι ἐκβοῶσι· χαῖρε Παντάνασσα Κόρη, χαῖρε Παρθένε Χρυσαφίτισσα.

Τῆς Ἑορτῆς. Ὅμοιον.

Μεθ᾿ ἡμέρας Οἰκτίρμον ὀκτὼ ἐλήλυθας, τῆς φρικτῆς σου Ἐγέρσεως τῷ οἰκήματι, ἔνθα ἦσαν Ἀγαθὲ οἱ σοὶ Ἀπόστολοι, καὶ ἐβόας τῷ Θωμᾷ· Δεῦρο ἴδε Μαθητά, πλευράν μου τὴν ὀρυχθεῖσαν, ὁ δὲ πεισθεὶς ὡμολόγει, τὰ μεγαλεῖά σου Φιλάνθρωπε.

Μετὰ τὸν Πολυέλεον, Κάθισμα.

Ἦχος πλ. δ´. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς.

Τῇ θαυμαστῇ σου Χρυσαφίτισσα Εἰκόνι, προσπεφευγὼς ἐν θερμοτάτῃ εὐλαβείᾳ, τοῦ παιδὸς ᾐτεῖτο τὴν ἴασιν δοθῆναι, ὁ τούτου τοκεὺς Παρθένε καὶ ἐν χαρᾷ, τῆς χάριτος ἠξιώθη τῆς παρὰ σοῦ, καὶ τὸν παῖδα ὡς ἔβλεψε, θεραπευθέντα θαυμαστῶς, ἐβόα γηθοσύνως σοι· χαῖρε νύμφη ἀνύμφευτε.

Τῆς Ἑορτῆς. Ὅμοιον.

Ὡς κατιδόντες οἱ Ἀπόστολοί σε Σῶτερ, ἄφνω αὐτοῖς ἐπιδημήσαντα ὡς οἶδας, τὴν σὴν Ἔγερσιν ἀνύμνουν μεγαλοφώνως· Θωμᾶς δὲ ὁ ἀπιστήσας πρὶν Ἀγαθέ, ἐπλήσθη ἀγαλλιάσεως καὶ χαρᾶς, καὶ πιστῶς ἀνεβόα σοι, προσψηλαφήσας σε Χριστέ· Δοξάζω σου Μακρόθυμε, τὴν πολλὴν ἀγαθότητα.

Οἱ Ἀναβαθμοί· τὸ α´ Ἀντίφωνον τοῦ δ´ ἤχου.

Προκείμενον.

Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.

Στίχ. Τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (α´ 39-49, 56).

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰούδα· καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. Καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. Ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι.

Ὁ Ν´ Ψαλμός.

Δόξα.

Πάτερ, Λόγε, Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ἐν μονάδι, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.

Ταῖς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Ἰδιόμελον. Ἦχος πλ. β´.

Τῶν χαρίτων τῶν σῶν, τὰς διαδόσεις καρπούμενοι, εὐχαριστήριον αἶνόν σοι ᾄδομεν, Παρθένε Χρυσαφίτισσα· πᾶσι γὰρ παρέχεις ὧν ἕκαστος αἰτεῖται, καὶ κινδύνων ἐξαίρεις, τοὺς τῷ ναῷ σου προστρέχοντας, καὶ μεγαλύνοντας τὴν δόξαν σου.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...

Οἱ Κανόνες· τοῦ Πάσχα καὶ εἶτα τῆς Χρυσαφιτίσσης.

Κανὼν τοῦ Πάσχα.

ᾨδὴ α´. Ἦχος α´. Ὁ Εἱρμός.

Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί· Πάσχα Κυρίου Πάσχα· ἐκ γὰρ θανάτου πρὸς ζωήν, καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν, Χριστὸς ὁ Θεός, ἡμᾶς διεβίβασεν, ἐπινίκιον ᾄδοντας.

Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις, καὶ ὀψόμεθα, τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως, Χριστὸν ἐξαστράπτοντα, καί, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανῶς ἀκουσόμεθα, ἐπινίκιον ᾄδοντες.

Οὐρανοὶ μὲν ἐπαξίως εὐφραινέσθωσαν, γῆ δὲ ἀγαλλιάσθω, ἑορταζέτω δὲ κόσμος, ὁρατός τε ἅπας καὶ ἀόρατος· Χριστὸς γὰρ ἐγήγερται, εὐφροσύνη αἰώνιος.

Τῆς Θεοτόκου, ὁ αὐτός, ἔχων ἀκροστιχίδα ἐν τοῖς τελευταίοις τροπαρίοις, «Γερασίμου».

Ἀναστάσεως ἡμέραν, τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἄγοντες χαρμοσύνως, Μονεμβασίας ὁ λαός, ἑορτὴν πνευματικήν, τῇ τούτου Μητρί, κροτήσωμεν μέλποντες, τὴν Ἁγνὴν Χρυσαφίτισσαν.

Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ προσέλθωμεν, πάντες ἐν εὐλαβείᾳ, Χρυσαφιτίσσης τῆς Ἁγνῆς, Εἰκόνι τῇ περιφανεῖ, ὡς ἂν ἐξ αὐτῆς, πλουσίας χρηστότητος, δωρεὰς κομισώμεθα.

Οὐρανοὶ μὲν τῇ σῇ δόξῃ ἐπαγάλλονται, Κόρη δεδοξασμένη, Μονεμβασία δὲ πιστῶς, Εἰκόνι σου τῇ εὐκλεεῖ, χαρᾶς ἀληθοῦς, πληροῦται ἑκάστοτε, Χρυσαφίτισσα Ἄχραντε.

Γέρας ἅγιον καὶ δόξαν, καὶ χαρὰν καὶ τρυφήν, σκέπην καὶ προστασίαν καὶ γλυκερὰν καταφυγήν, Μονεμβασίας ὁ λαός, Παρθένε Ἁγνή, τὴν θείαν Εἰκόνα σου, θησαυρίσας ἀγάλλεται.

Καταβασία. Ἀναστάσεως ἡμέρα.

ᾨδὴ γ´. Ὁ Εἱρμός.

Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν, οὐκ ἐκ πέτρας ἀγόνου τερατουργούμενον, ἀλλ᾿ ἀφθαρσίας πηγήν, ἐκ τάφου ὀμβρήσαντος Χριστοῦ, ἐν ᾧ στερεούμεθα.

Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ, καὶ τὰ καταχθόνια· ἑορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν Ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται.

Χθὲς συνεθαπτόμην σοι Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι· συνεσταυρούμην σοι χθές· αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Δεῦτε ὕμνον ᾄσωμεν καινόν, τὴν παράδοξον ἔλευσιν ἑορτάζοντες, Χρυσαφιτίσσης φαιδρῶς, Εἰκόνος ἡμῖν τῆς εὐκλεοῦς, ἐν ᾗ στερεούμεθα.

Νῦν πέπλησται χάριτος πολλῆς, ἡ γυνὴ ἡ φιλόθεος Χρυσαφίτισσα, ὡς τὴν Εἰκόνα τὴν σήν, εὑροῦσα τῇ σῇ ἐπισκοπῇ, ἐν ᾗ στερεούμεθα.

Χθὲς μὲν ἐκ Χρυσάφων θαυμαστῶς, τῇ ἁγίᾳ Εἰκόνι σου ἐπεδήμησας, σήμερον δὲ δαψιλῶς, παρέχεις τὴν χάριν σου ἡμῖν, ὡς μήτηρ φιλόστοργος.

Ἔφριξαν ἰδόντες οἱ πιστοί, ἐν τῷ τόπῳ οὗ εὗρον πρὶν τὴν Εἰκόνα σου, μετενεχθεῖσαν φρικτῶς, καὶ θεῖόν σοι ἤγειραν ναόν, Ἁγνὴ Χρυσαφίτισσα.

Καταβασία. Δεῦτε πόμα πίωμεν καινόν.

Κάθισμα. Ἦχος δ´. Ταχὺ προκατάλαβε.

Ὡς Μήτηρ πανάφθορος, τοῦ Ζωοδότου Χριστοῦ, φθορᾶς πάσης Ἄχραντε, καὶ χαλεπῶν πειρασμῶν, καὶ νόσων καὶ θλίψεων, ἅπαντας ἐκλυτροῦσαι, τοὺς ἐν πίστει τελείᾳ, σπεύδοντας καθ᾿ ἑκάστην, τῷ ἁγίῳ ναῷ σου, Παρθένε Χρυσαφίτισσα, Μονεμβασιτῶν καύχημα.

Τῆς Ἑορτῆς. Ὅμοιον.

Ἐξαίφνης ἐφέστηκας, τοῖς Μαθηταῖς σου Χριστέ, χειρῶν δὲ τοὺς μώλωπας, καὶ τὴν πληγὴν τῆς πλευρᾶς, δι᾿ ἄκρα χρηστότητα, ἔδειξας Ἐλεῆμον, τῷ Θωμᾷ ἐκβοῶντι· Κύριος σύ μου πέλεις, καὶ Θεὸς καὶ Δεσπότης· διό σου τὴν ἁγίαν, προσκυνῶ Ἀνάστασιν.

ᾨδὴ δ´. Ὁ Εἱρμός.

Επὶ τῆς θείας φυλακῆς, ὁ θεηγόρος Ἀββακούμ, στήτω μεθ᾿ ἡμῶν καὶ δεικνύτω φαεσφόρον Ἄγγελον, διαπρυσίως λέγοντα· Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ, ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος.

Ἄρσεν μέν, ὡς διανοῖξαν, τὴν παρθενεύουσαν νηδύν, πέφηνε Χριστός· ὡς βρωτὸς δέ, ἀμνὸς προσηγόρευται· ἄμωμος δέ, ὡς ἄγευστος κηλῖδος, τὸ ἡμέτερον Πάσχα· καὶ ὡς Θεὸς ἀληθής, τέλειος λέλεκται.

Ὡς ἐνιαύσιος ἀμνός, ὁ εὐλογούμενος ἡμῖν, στέφανος χρηστὸς ἑκουσίως, ὑπὲρ πάντων τέθυται, Πάσχα τὸ καθαρτήριον· καὶ αὖθις ἐκ τοῦ τάφου ὡραῖος, δικαιοσύνης ἡμῖν ἔλαμψεν ἥλιος.

Ὁ θεοπάτωρ μὲν Δαυΐδ, πρὸ τῆς σκιώδους κιβωτοῦ ἥλατο σκιρτῶν· ὁ λαὸς δὲ τοῦ Θεοῦ ὁ ἅγιος, τὴν τῶν συμβόλων ἔκβασιν, ὁρῶντες, εὐφρανθῶμεν ἐνθέως, ὅτι ἀνέστη Χριστὸς ὡς παντοδύναμος.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Ἐπὶ τῇ σῇ ξενοπρεπεῖ, ἐλεύσει ἅπας ὁ λαός, τῆς Μονεμβασίας Παρθένε, ὕμνησε τὴν δόξαν σου· ὅτι δι᾿ ἀγαθότητα, τῇ πόλει ἡμῶν ἦλθες ἀφράστως, διὰ τοῦ σοῦ Χρυσαφίτισσα μορφώματος.

Ἀπὸ Χρυσάφων μυστικῶς, ἔνθα μετέφερον Ἁγνή, τὴν σὴν παναγίαν Εἰκόνα, ἧκεν αὖθις Δέσποινα, αὕτη τῇ εὐδοκίᾳ σου, τῇ πόλει ἥν σεπτῶς ᾑρετίσω, Μονεμβασίας πιστῶν εἰς περιποίησιν.

Ὡς ἐνιαύσιος Ἁγνή, πηγὴ χαρᾶς πνευματικῆς, ἡ σὴ φωτοφόρος ἡμέρα, ὤφθη Χρυσαφίτισσα, Μονεμβασῖταις σήμερον, ἐν ᾗ λαμπροφανῶς ἀνυμνοῦμεν, τὴν πρὸς ἡμᾶς σου Παρθένε ξένην ἔλευσιν.

Ὁ προφητάναξ μὲν Δαβίδ, πρὸ τῆς τοῦ νόμου κιβωτοῦ, ἥλατο σκιρτῶν, ὁ λαὸς δέ, ὁ πιστὸς τῆς πόλεως, Μονεμβασίας γάνυται, ἑστὼς πρὸ τῆς σεπτῆς σου Εἰκόνος, καὶ ἐξ αὐτῆς πᾶσαν ὄνησιν καρπούμενος.

Ῥῶσιν παρέχεις δαψιλῆ, ψυχῆς καὶ σώματος Ἁγνή, καὶ ἀπαλλαγὴν τῶν κινδύνων, καὶ πταισμάτων λύτρωσιν, τοῖς πίστει καταφεύγουσι, τῷ θείῳ καὶ πανσέπτῳ ναῷ σου, καὶ σὲ ὑμνοῦσι, Παρθένε Χρυσαφίτισσα.

Καταβασία. Ἐπὶ τῆς θείας φυλακῆς.

ᾨδὴ ε´. Ὁ Εἱρμός.

Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος, καὶ ἀντὶ μύρου τὸν ὕμνον, προσοίσωμεν τῷ Δεσπότῃ, καὶ Χριστὸν ὀψόμεθα, δικαιοσύνης ἥλιον, πᾶσι ζωὴν ἀνατέλλοντα.

Τὴν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, οἱ ταῖς τοῦ Ἅδου σειραῖς, συνεχόμενοι δεδορκότες, πρὸς τὸ φῶς ἠπείγοντο Χριστέ, ἀγαλλομένῳ ποδί, Πάσχα κροτοῦντες αἰώνιον.

Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τῷ προϊόντι Χριστῷ ἐκ τοῦ μνήματος, ὡς νυμφίῳ, καὶ συνεορτάσωμεν ταῖς φιλεόρτοις τάξεσι, Πάσχα Θεοῦ τὸ σωτήριον.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Ὀρθρίζουσα πρὸς ὕμνον σου Κόρη, ἡ μοναχὴ ἡ θεόφρων, ἑώρα σε ἐπὶ θρόνου, καθημένην Ἄχραντε, καὶ τῷ σεπτῷ σου νεύματι, ῥύσεως αἱμάτων ἐξίαται.

Τὴν ἄμετρόν σου εὐσπλαγχνίαν, ὁ εὐσεβὴς πατὴρ ὕμνει, κηρύττων πᾶσι τὸ θαῦμα, ὅτε ὑγιαίνοντα, τῆς μάστιγος τοῦ δαίμονος, εἶδε τὸν υἱὸν τῇ σῇ χάριτι.

Προσέλθωμεν ἐν εὐλαβείᾳ, Μονεμβασῖται ἐν οἴκῳ, ἁγίῳ τῆς Θεοτόκου, καὶ πιστῶς προσπέσωμεν, ταύτῃ ἀνακραυγάζοντες· χαῖρε Μαριὰμ Χρυσαφίτισσα.

Ἁγίων Ἁγία Παρθένε, ἁγιασμὸν καὶ εἰρήνην, καὶ πλῆθος θείου ἐλέους, βλῦσον τοῖς ἱκέταις σου, τοῖς προσιοῦσι πάντοτε, Κόρη τῷ ἁγίῳ τεμένει σου.

Καταβασία. Ὀρθρίσωμεν ὄρθρου βαθέος.

ᾨδὴ Ϛ´. Ὁ Εἱρμός.

Κατῆλθες, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς, καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καὶ τριήμερος ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου.

Φυλάξας τὰ σήμαντρα σῷα Χριστέ, ἐξηγέρθης τοῦ τάφου, ὁ τὰς κλεῖς τῆς Παρθένου μὴ λυμηνάμενος ἐν τῷ τόκῳ σου, καὶ ἀνέῳξας ἡμῖν, Παραδείσου τὰς πύλας.

Σῶτέρ μου τὸ ζῶν τε καὶ ἄθυτον ἱερεῖον, ὡς Θεός, σεαυτὸν ἑκουσίως, προσαγαγὼν τῷ Πατρί, συνανέστησας, παγγενῆ τὸν Ἀδάμ, ἀναστὰς ἐκ τοῦ τάφου.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Κατῆρεν, οἷα μυροφόρος ὁλκάς, ἡ ἁγία σου Εἰκὼν ἐκ Χρυσάφων, τῇ πόλει Μονεμβασίας ποτέ, καὶ τὴν χάριν σου, ὡς ἀρώματα ζωῆς, διαπνέει τοῖς πᾶσι.

Φυλάττοις, πάσης προσβολῆς χαλεπῆς, καὶ δεινῶν ἐπηρειῶν ἀνωτέραν, τὴν πόλιν Μονεμβασίας ἀεί, Χρυσαφίτισσα, ᾗ δεδώρησαι τὴν σήν, παναγίαν Εἰκόνα.

Σῶτέρ μου, ταῖς τῆς σῆς Ἀχράντου Μητρός, ἥν καλοῦμεν Χρυσαφίτισσαν πόθῳ, παράσχου τῷδε πιστῷ σου λαῷ, τῶν πλουσίων σου, οἰκτιρμῶν τὰς δωρεάς, καὶ πταισμάτων τὴν λύσιν.

Σὲ σκέπην, καὶ καταφυγὴν κραταιάν, καὶ ἀντίληψιν γλυκεῖαν πλουτοῦντες, Παρθένε Μονεμβασῖται ἀεί, καταφεύγουσι, τῷ ἁγίῳ σου ναῷ, καὶ δεινῶν ἐκλυτροῦνται.

Καταβασία. Κατῆλθες, ἐν τοῖς κατωτάτοις.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ´. Τῇ ὑπερμάχῳ.

Τῇ προστασίᾳ σου Παρθένε Χρυσαφίτισσα
Ἀεὶ προστρέχοντες κινδύνων ἐκλυτρούμεθα
Τὰς πολλάς σου ἀνυμνοῦντες εὐεργεσίας.
Ἀλλ᾿ ὡς σκέπη καὶ θερμὸν ἡμῶν προσφύγιον
Πᾶσι δίδου τὰ αἰτήματα ἑκάστοτε
Τοῖς βοῶσί σοι, χαῖρε πάντων ἡ ἄνασσα.

Ὁ Οἶκος.

χραντε Θεοτόκε, Χρυσαφίτισσα Κόρη, θερμὴ Μονεμβασίας προστάτις, μὴ παύσῃ προστατεύειν ἀεὶ, τῶν προστρεχόντων τῇ θείᾳ Εἰκόνι σου, καὶ νέμειν τὰ σωτήρια, τοῖς ἐκβοῶσί σοι τοιαῦτα·
Χαῖρε ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας,
Χαῖρε ἡ σκέπη Μονεμβασίας.
Χαῖρε ἰαμάτων κρουνὸς Χρυσαφίτισσα,
Χαῖρε νοσημάτων παντοίων ἡ λύτειρα.
Χαῖρε ὅτι παραγέγονας ἐκ Χρυσάφων θαυμαστῶς,
Χαῖρε ὅτι τὰ αἰτήματα πληροῖς πάντων συμπαθῶς.
Χαῖρε τῆς εὐσπλαγχνίας ἡ ἀκένωτος βρύσις,
Χαῖρε πάσης ἀνάγκης πολυθρύλητος λύσις.
Χαῖρε πιστῶν χαρὰ καὶ ἐντρύφημα,
Χαῖρε ἡμῶν ἀσίγητον ὕμνημα.
Χαῖρε δι᾿ ἧς ὁ Θεὸς ἐσαρκώθη,
Χαῖρε δι᾿ ἧς ὁ Ἀδὰμ ἐθεώθη·
Χαῖρε πάντων ἡ ἄνασσα.

Συναξάριον.

Πρῶτον τὸ τοῦ μηναίου καὶ εἶτα τὸ ἑξῆς·

Τῇ Δευτέρᾳ μετὰ τὴν Κυριακὴν τοῦ Ἀντίπασχα, ἑορτάζομεν τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἁγίας καὶ θαυματουργοῦ Εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς ἐπονομαζομένης «Χρυσαφιτίσσης», ἥτις πάλαι παραδόξως παραγέγονεν ἐκ Χρυσάφων τῇ Μονεμβασίᾳ, ἐν ᾗ καὶ τεθησαύρισται.

Στίχοι.

Ἧκε θαυμαστῶς ἀπὸ Χρυσάφων πάλαι
Τῇ Μονεμβασίᾳ ἡ Εἰκών σου Κόρη.

Ταῖς τῆς Παναχράντου σου Μητρός, τῆς καὶ ἐξαιρέτου προστάτιδος ἡμῶν, Ἀειπαρθένου Χρυσαφιτίσσης, πρεσβείαις Χριστέ, τήν δε τὴν πόλιν σου σκέπε καὶ διάσῳζε πάντοτε, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος καὶ ἐλεήμων Θεός. Ἀμήν.

ᾨδὴ ζ´. Ὁ Εἱρμός.

Ὁ Παῖδας ἐκ καμίνου ῥυσάμενος, γενόμενος ἄνθρωπος, πάσχει ὡς θνητός, καὶ διὰ πάθους τὸ θνητόν, ἀφθαρσίας ἐνδύει εὐπρέπειαν, ὁ μόνος εὐλογητὸς τῶν Πατέρων, Θεὸς καὶ ὑπερένδοξος.

Γυναῖκες μετὰ μύρων θεόφρονες, ὀπίσω σου ἔδραμον· ὃν δὲ ὡς θνητόν, μετὰ δακρύων ἐζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι ζῶντα Θεόν, καὶ Πάσχα τὸ μυστικόν, σοῖς Χριστὲ Μαθηταῖς εὐηγγελίσαντο.

Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν, καὶ σκιρτῶντες ὑμνοῦμεν τὸν αἴτιον, τὸν μόνον εὐλογητὸν τῶν Πατέρων, Θεὸν καὶ ὑπερένδοξον.

Ὡς ὄντως ἱερὰ καὶ πανέορτος, αὕτη ἡ σωτήριος, νὺξ καὶ φωταυγής, τῆς λαμπροφόρου ἡμέρας, τῆς Ἐγέρσεως οὖσα προάγγελος, ἐν ᾗ τὸ ἄχρονον φῶς, ἐκ τάφου σωματικῶς πᾶσιν ἐπέλαμψεν.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Ὁ θέλων βεβηλῶσαι τὸν οἶκόν σου, τῆς Ἄγαρ ἀπόγονος, ἔλαβεν Ἁγνή, τῆς ἀσεβείας ἑαυτοῦ, τὰ ἐπίχειρα κρίσει ἐνδίκῳ σου, καὶ πάντες ἐξεπλάγησαν Κόρη, τὸ κράτος τῆς σῆς χάριτος.

Γυναῖκες ἀντὶ μύρων θεόφρονες, θερμῶς σοι προσάγουσι, πίστιν ἀληθῆ, ἐν εὐλαβείᾳ καὶ σπουδῇ, τῷ ναῷ σου προστρέχουσαι Δέσποινα, καὶ χαῖρέ σοι πιστῶς ἐκβοῶσι, Παρθένε Χρυσαφίτισσα.

Θανάτου ἑορτάζοντες νέκρωσιν, δεῦτε τὴν ἐπέλευσιν, καὶ τὴν θαυμαστήν, φανέρωσιν ὡς ἀληθῶς, τῆς Εἰκόνος τῆς μόνης Θεόπαιδος, ὑμνήσωμεν φαιδρῷ τῷ προσώπῳ, Μονεμβασῖται σήμερον.

Ὡς ὤφθη γυναικὶ τῇ θεόφρονι, Εἰκών σου ἡ πάντιμος, ἔπλησε χαρᾶς, Μονεμβασίας τὸν λαόν, Χρυσαφίτισσα Κόρη βοῶντά σοι· Ὡς κρήνη ἀγαθῶν ἡμῖν ἧκεν, Ἁγνὴ τὸ σὸν Ἐκτύπωμα.

Ἰδοὺ τῷ σῷ ναῷ Χρυσαφίτισσα, προστρέχομεν ἅπαντες, καὶ πανευλαβῶς, περιπτυσσόμεθα τὴν σήν, παναγίαν Εἰκόνα κραυγάζοντες· Ἀεὶ δίδου ἡμῖν τὰς αἰτήσεις, τῇ δαψιλεῖ σου χάριτι.

Καταβασία. Ὁ Παῖδας ἐκ καμίνου.

ᾨδὴ η´. Ὁ Εἱρμός.

Αὕτη ἡ κλητή, καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτή, καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων, ἐν ᾗ εὐλογοῦμεν Χριστόν, εἰς τοὺς αἰῶνας.

Δεῦτε τοῦ καὶ νοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος τῆς θείας εὐφροσύνης, ἐν τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ τῆς ἐγέρσεως, βασιλείας τε Χριστοῦ κοινωνήσωμεν, ὑμνοῦντες αὐτόν, ὡς Θεὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου Σιὼν καὶ ἴδε· ἰδοὺ γὰρ ἥκασί σοι, θεοφεγγεῖς ὡς φωστῆρες, ἐκ δυσμῶν, καὶ βοῤῥᾶ, καὶ θαλάσσης, καὶ ἑῴας τὰ τέκνα σου ἐν σοὶ εὐλογοῦντα, Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

Πάτερ παντοκράτορ, καὶ Λόγε, καὶ Πνεῦμα, τρισὶν ἑνιζομένη, ἐν ὑποστάσεσι φύσις, ὑπερούσιε καὶ ὑπέρθεε εἰς σὲ βεβαπτίσμεθα, καὶ σὲ εὐλογοῦμεν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Αὕτη ἡ φαιδρὰ καὶ φωσφόρος ἡμέρα, ἐν ᾗ Μονεμβασία, χαρμοσύνως γεραίρει, τῆς Εἰκόνος τῆς σῆς, Χρυσαφίτισσα τὰ ἄπειρα θαύματα, χάριν ἀπαστράπτει, καὶ φῶς παραμυθίας.

Δεῦτε τοῦ καινοῦ νεκταρώδους τε ῥείθρου, τοῦ θείᾳ χορηγίᾳ, νοερῶς προϊόντος, ἐκ τῆς θείας μορφῆς, τῆς Ἁγνῆς Χρυσαφιτίσσης τρυφήσωμεν, τὴν τῶν παθημάτων, ἐμέσαντες πικρίαν.

Ἆρον Κόρη ἐκ τῆς σεπτῆς σου Εἰκόνος, τοὺς πλήρεις συμπαθείας, καὶ οἰκτιρμῶν ὀφθαλμούς σου, καὶ ἡμᾶς τοὺς πιστούς, Χρυσαφίτισσα ὡς τέκνα σου θέασαι, καὶ παράσχου πᾶσι, χαρὰν καὶ σωτηρίαν.

Πάτερ καὶ Υἱὲ καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ὁμόδοξε Θεότης, ὁμοβασίλειον κράτος, βασιλείας τῆς σῆς, καταξίωσον ἡμᾶς ταῖς δεήσεσι, τῆς Ἁγνῆς Παρθένου, Χρυσαφιτίσσης Κόρης.

Μνήμην ἱεράν, τῆς ἐλεύσεως Κόρη, Μονεμβασία ἄγει, τῆς σεπτῆς σου Εἰκόνος, καὶ γεραίρει φαιδρῶς, τὴν φανέρωσιν αὐτῆς Χρυσαφίτισσα, τὴν γεγενημένην, τῷ εὐσεβεῖ γυναίῳ.

Καταβασία. Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα.

ᾨδὴ θ´. Ὁ Εἱρμός.

Φωτίζου, φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ· ἡ γὰρ δόξα Κυρίου ἐπὶ σὲ ἀνέτειλε. Χόρευε νῦν καὶ ἀγάλλου Σιών· σὺ δὲ Ἁγνή, τέρπου Θεοτόκε, ἐν τῇ ἐγέρσει τοῦ τόκου σου.

Ὢ θείας! ὢ φίλης! ὢ γλυκυτάτης σου φωνῆς· μεθ᾿ ἡμῶν ἀψευδῶς γάρ, ἐπηγγείλω ἔσεσθαι, μέχρι τερμάτων αἰῶνος Χριστέ· ἣν οἱ πιστοί, ἄγκυραν ἐλπίδος, κατέχοντες ἀγαλλόμεθα.

Ὦ Πάσχα τὸ μέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ· ὦ σοφία καὶ Λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναμις· δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον, σοῦ μετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρᾳ τῆς βασιλείας σου.

Χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε· χαῖρε εὐλογημένη, χαῖρε δεδοξασμένη· σὸς γὰρ Υἱὸς ἀνέστη τριήμερος ἐκ τάφου.

Τῆς Θεοτόκου. Ὁ αὐτός.

Φαιδρύνου, ἀγάλλου, Μονεμβασίας ὁ λαός, τὴν ἁγίαν Εἰκόνα, τῆς Ἁγνῆς Θεόπαιδος, ὡς θησαυρόν, κεκτημένος σεπτόν, καὶ ἐν χαρᾷ, ὕμνει κατὰ χρέος, τὴν συμπαθῆ Χρυσαφίτισσαν.

Ὢ θείας εὐνοίας! ὢ προμηθείας σου πολλῆς! σὺ γὰρ ἦλθες Παρθένε, διὰ τῆς Εἰκόνος σου, χάριν ἀεί, καὶ πηγὴν οἰκτιρμῶν, ταύτῃ Ἁγνή, νέμουσα τῇ πόλει, ὡς ἀληθῶς Χρυσαφίτισσα.

Ὦ Ἄχραντε Κόρη, ὦ Χρυσαφίτισσα Ἁγνή, τὴν παροῦσάν σου πόλιν, ὡς ἀνακειμένην σοι, σκέπε θερμῶς, ἀπὸ πάσης ὀργῆς, καὶ δαψιλῶς, δίδου ἀεὶ ταύτῃ, τὰ σὰ ἐλέη Χρυσαφίτισσα.

Οἱ νόσεις ποικίλοις, κατατρυχόμενοι δεινῶς, τῷ ναῷ τῆς Παρθένου, εὐλαβῶς προσδράμετε· νέμει καὶ γὰρ θαυμαστῶς ἐν αὐτῷ, ῥῶσιν ψυχῆς, καὶ ἴασιν σωμάτων, ἡ Χρυσαφίτισσα Δέσποινα.

Ὑψόθεν Παρθένε, βλέψον κἀμοὶ τῷ ταπεινῷ, Χρυσαφίτισσα Κόρη, τῷ σὲ ἀνυμνήσαντι, καὶ φωτισμόν, τῷ νοΐ μου ἀεί, δίδου Ἁγνή, ὡς ἂν εὐσχημόνως, ζωῆς τελέσω τὸ ὑπόλοιπον.

Καταβασία. Φωτίζου, φωτίζου.

Ἐξαποστειλάριον. Ὁ οὐρανὸν τοῖς ἄστροις.

Ὁ σὸς ναὸς Παρθένε, χάριν καὶ ἔλεος ἀεί, βλυστάνει τοῖς προσιοῦσιν, ἐν εὐλαβείᾳ καὶ σπουδῇ, διὸ αἰνοῦμέν σε πόθῳ, ὦ Χρυσαφίτισσα Κόρη.

Καὶ τὸ τῆς Ἑορτῆς. Ὅμοιον.

Ἐμῶν μελῶν χειρί σου, ἐξερευνήσας τὰς πληγάς, μή μοι Θωμᾶ ἀπιστήσῃς, τραυματισθέντι διὰ σέ· σὺν Μαθηταῖς ὁμοφρόνει, καὶ ζῶντα κήρυττε Θεόν.

Εἰς τοὺς Αἴνους.

Ἱστῶμεν στίχους δ´ καὶ ψάλλομεν τὰ ἑξῆς Προσόμοια.

Ἦχος α´. Τῶν οὐρανίων ταγμάτων.

Μονεμβασίας ἡ πόλις σκίρτα καὶ χόρευε, τὴν θαυμαστὴν Εἰκόνα, τῆς Ἁγνῆς Θεοτόκου, κατέχουσα ἐν κόλποις ὡς θησαυρόν, χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, καὶ εὐχαρίστως ἀνύμνησον πανδημεί, τὴν Παρθένον Χρυσαφίτισσαν.

Τῇ λαμπροφόρῳ ἡμέρᾳ τῆς Ἀναστάσεως, Χριστοῦ τοῦ Βασιλέως, ἑορτὴν δεῦτε θείαν, εἰς δόξαν τε καὶ αἶνον τῆς τούτου Μητρός, ἑορτάσωμεν σήμερον, Χρυσαφιτίσσης ὑμνοῦντες τὰς πρὸς ἡμᾶς, ἀντιλήψεις καὶ τὰς χάριτας.

Ἀπὸ Χρυσάφων τὸ πάλαι ἡ εὐκλεής σου Εἰκών, Μονεμβασίᾳ ἧκεν, ἀοράτῳ ῥοπῇ σου, καὶ ταύτην ὡς εὑροῦσα γυνὴ ἡ σεμνή, εὐφροσύνης πεπλήρωται, ὁ σὸς λαὸς Χρυσαφίτισσα ὁ πιστός, ἀνυμνῶν τὰ μεγαλεῖά σου.

Τοὺς τῷ ἁγίῳ ναῷ σου Παρθένε σπεύδοντας, καὶ πίστει αἰτουμένους, τὴν θερμὴν ἀρωγήν σου, φύλαττε καὶ σκέπε πάσης ὀργῆς, Χρυσαφίτισσα Δέσποινα, Μονεμβασίᾳ δὲ δίδου ὡς συμπαθής, καθ᾿ ἑκάστην τὰ ἐλέη σου.

Δόξα. Ἦχος πλ. α´.

Πανηγύρεως ἡμέραν, Μονεμβασία ἄγει σήμερον, ἐν τῇ τοῦ Σωτῆρος φαιδρᾷ ἐγέρσει, τῆς Μητρὸς αὐτοῦ τὴν δόξαν αἰνοῦσα· ἡ γὰρ Ἄχραντος Παρθένος, ἐν τῇ σεπτῇ αὐτῆς Εἰκόνι, παραδόξως ἡμῖν ἧκε, προμηθείᾳ ἀῤῥήτῳ· καὶ ἐν πλείστοις τεκμηρίοις, καὶ θαυμάτων ἐνεργείαις, τὴν ἐναργῆ πρὸς ἡμᾶς, κηδεμονίαν αὐτῆς ἐμφαίνει. Ὅθεν μνείαν τούτων τελοῦντες τῇ Θεοτόκῳ βοήσωμεν· Χρυσαφίτισσα Δέσποινα, ἄχρι τερμάτων αἰῶνος σκέπε, τὴν παροῦσαν πόλιν σου.

Καὶ νῦν. Ὁ αὐτός.

Ἀναστάσεως ἡμέρα, καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα. Εἴπωμεν ἀδελφοί, καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς· Συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει, καὶ οὕτω βοήσωμεν· Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας, καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος.

Δοξολογία μεγάλη καὶ Ἀπόλυσις.


ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΝ

Τὰ Τυπικά, οἱ Μακαρισμοί, καὶ ἐκ τοῦ κανόνος τῆς Θεοτόκου ἡ γ´ καὶ ἡ στ´ ᾠδή.

Ἀπόστολον καὶ Εὐαγγέλιον ζήτει τῇ 21ῃ Νοεμβρίου.

Ὁ Ἀπόστολος (Εβρ. θ´, 1-7)

Ἀδελφοί, εἶχεν ἡ πρώτη σκηνὴ δικαιώματα λατρείας, τό τε ἅγιον κοσμικόν. Σκηνὴ γὰρ κατεσκευάσθη ἡ πρώτη, ἐν ᾗ ἥ τε λυχνία καὶ ἡ τράπεζα καὶ ἡ πρόθεσις τῶν ἄρτων, ἥτις λέγεται Ἅγια. Μετὰ δὲ τὸ δεύτερον καταπέτασμα σκηνὴ ἡ λεγομένη Ἅγια ἁγίων, χρυσοῦν ἔχουσα θυμιατήριον καὶ τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης περικεκαλυμμένην πάντοθεν χρυσίῳ, ἐν ᾗ στάμνος χρυσῆ ἔχουσα τὸ μάννα καὶ ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν ἡ βλαστήσασα καὶ αἱ πλάκες τῆς διαθήκης, ὑπεράνω δὲ αὐτῆς Χερουβὶμ δόξης κατασκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον· περὶ ὧν οὐκ ἔστι νῦν λέγειν κατὰ μέρος. Τούτων δὲ οὕτω κατεσκευασμένων εἰς μὲν τὴν πρώτην σκηνὴν διὰ παντὸς εἰσίασιν οἱ ἱερεῖς τὰς λατρείας ἐπιτελοῦντες, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ μόνος ὁ ἀρχιερεύς, οὐ χωρὶς αἵματος, ὃ προσφέρει ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (ι´ 38-42, ια´ 27-28).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς κώμην τινά· Γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς. Καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ· ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι, ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ, ἵνα μοι συναντιλάβηται. Ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς, εἶπεν αὐτῇ· Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· ἑνὸς δέ ἐστι χρεία. Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ᾿ αὐτῆς. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα, ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου, εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοί, οὓς ἐθήλασας. Αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦν γε, μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

Κοινωνικόν.

Τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ.

Μεγαλυνάριον.

Χαῖρε Χρυσαφίτισσα Μαριάμ, τῆς Μονεμβασίας, ἡ ἀντίληψις ἡ θερμή· χαῖρε ἡ διδοῦσα, ἰάσεις τοῖς αἰτοῦσι, τῶν θλιβομένων χαῖρε τὸ παραμύθιον.

Δίστιχον.

Ὕμνον Χρυσαφίτισσα καινόν σοι ᾄδει
Γεράσιμος σπεύδων τῇ σῇ προστασίᾳ.

ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΚΑΝΩΝ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΝ ΕΙΚΟΝΑ
ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΤΗΣ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ
ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΧΡΥΣΑΦΙΤΙΣΣΗΣ

Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως, τὸ Κύριε, εἰσάκουσον, μεθ᾿ ὃ τὸ Θεὸς Κύριος, ὡς συνήθως, καὶ τὸ ἑξῆς·

Ἦχος δ´. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Τοὺς καταφεύγοντας τῇ σῇ εἰκόνι καὶ αἰτουμένοις τὴν σὴν ἐπιστασίαν, ὦ Μῆτερ, Χρυσαφίτισσα, τὴν ὑγείαν χάριζε, πλήρου πάσας αἰτήσεις, σώους διαφύλαττε τοῦ ὑμνεῖν τὴν σὴν χάριν, ὅτι ὑπάρχεις πᾶσιν χορηγὸς παντὸς καλοῦ, Θεοτόκε Πανάχραντε.

Δόξα. Τὸ αὐτό. Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.

Οὐ σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε, τὰς δυναστείας σου λαλεῖν οἱ ἀνάξιοι. Εἰ μὴ γὰρ σὺ προΐστασο πρεσβεύουσα, τίς ἡμᾶς ἐῤῥύσατο ἐκ τοσούτων κινδύνων; Τίς δὲ διεφύλαξεν ἕως νῦν ἐλευθέρους; Οὐκ ἀποστῶμεν, Δέσποινα, ἐκ σοῦ· σοὺς γὰρ δούλους σῴζεις ἀεὶ ἐκ παντοίων δεινῶν.

Ὁ Ν´ Ψαλμός, καὶ ἀρχόμεθα τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ α´. Ἦχος πλ. δ´. Ὑγρὰν διοδεύσας.

Ὑγείαν καὶ ῥῶσιν σωματικὴν καὶ νοῦ φωτισμόν τε καὶ βασάνων ἀπαλλαγήν, ἡμῖν τοῖς σοῖς δούλοις παράσχου, Χρυσαφίτισσα Μῆτερ Πανάχραντε.

Ἐλέους ἀνέδειξας τὴν πηγὴν καὶ τῆς σῆς φροντίδος τὴν εἰκόνα σου τοῖς πιστοῖς, τοῖς ἐπιζητοῦσιν ἀρωγήν σου, ὦ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ Πανάχραντε.

Δόξα.

Χαῖρε Πύλη Θεία, Μῆτερ σεμνή, δι᾿ ἧς ὁ Θεός μας ἐσαρκώθη ἐπὶ τῆς γῆς, δι᾿ οὗ ἐν παντὶ ζωοποιοῦνται πάντες πιστοί σου, Μῆτερ Πανάχραντε.

Καὶ νῦν.

Τὸ ἔλεος δίδεις πᾶσιν πιστοῖς, ὦ συμπαθεστάτη καὶ χαρίζεις τὰς δωρεάς, καὶ σῴζεις ἡμᾶς παντὸς κινδύνου, ὦ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ Πανάχραντε.

ᾨδὴ γ´. Οὐρανίας ἁψῖδος.

Ἐκ ποικίλων παγίδων τοῦ πονηροῦ δαίμονος, καὶ τῆς ψυχοφθόρου κακίας, ἡμᾶς ἀπάλλαξον, Μῆτερ Θεόνυμφε, ὦ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, τοὺς θερμῶς προστρέχοντας τῇ προστασίᾳ σου.

Τοὺς τὴν σὴν προστασίαν αἰτουμένους βοήθησον τῇ σῇ ἰσχυρᾷ βοηθείᾳ, Κόρῃ Πανύμνητε, πρὸς σὲ γὰρ σπεύδουσιν, ὦ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, τὸ σεπτόν σου ὄνομα ἐπικαλούμενοι.

Δόξα.

Τοῦ Υἱοῦ σου ἡ χάρις τοῖς πιστοῖς σου παρέχεται, ἐκ τῆς σῆς Ἁγίας Εἰκόνος, Μῆτερ Πανάχραντε, βοηθοῦσα ἅπαντας καὶ ἀναψύχουσα πάντας, τοὺς πυρὶ τῶν θλίψεων κατακαιομένους.

Καὶ νῦν.

Τὴν εἰρήνην παράσχου, Παρθένε Ἄχραντε, τῇ σῇ ἰσχυρᾷ βοηθείᾳ, πᾶσιν αἰτοῦσιν σε, ὦ Χρυσαφίτισσα καὶ ἐν εἰρήνῃ καὶ πίστει τὴν ζωὴν κυβέρνησον ἡμῶν δεόμεθα.

Διάσωσον, Χρυσαφίτισσα Κόρη Θεογεννῆτορ, ἐκ παντοίων κινδύνων καὶ περιστάσεων, τοὺς καταφεύγοντας πίστει τῇ χάριτί σου.

Ἐπίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ Πανύμνητε Θεοτόκε ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.

Αἴτησις καὶ τὸ Κάθισμα.

Ἦχος β´. Πρεσβεία θερμή.

Πρεσβεία θερμὴ καὶ τεῖχος ἰσχυρότατον, ἐλέους πηγή, πιστῶν σου καταφύγιον, ἐκτενῶς βοῶμέν σοι· Θεοτόκε Δέσποινα πρόφθασον καὶ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη ταχέως προστατεύουσα.

ᾨδὴ δ´. Εἰσακήκοα, Κύριε.

Πιεζόμενοι θλίψεσιν πρὸς τὴν σὴν βοήθειαν καταφεύγομεν, καὶ λυτρούμεθα, Πανάχραντε, πάσης ἐπηρείας τοῦ ἀλάστορος.

Πειρασμῶν ἐλευθέρωσον, θλίψεων, κινδύνων καὶ περιστάσεων, πάντας, Μῆτερ Χρυσαφίτισσα, τοὺς τὰ μεγαλεῖά σου δοξάζοντας.

Δόξα.

Νόσους καὶ φθορὰς ἀπομάκρυνον καὶ ὑγείαν πᾶσιν ἡμῖν χορήγησον, μητρικῇ σου ἀγαθότητι, τοὺς τὰ μεγαλεῖά σου δοξάζοντας.

Καὶ νῦν.

Τὴν χαρὰν πᾶσιν δώριζε, καὶ τὴν Υἱοῦ σου χάριν Πανάχραντε, Θεοτόκε Χρυσαφίτισσα, τοὺς σὲ μεγαλύνοντας Θεόνυμφε.

ᾨδὴ ε´. Φώτισον ἡμᾶς.

Πάντες οἱ πιστοί, μεγαλύνουσί σε Κυρία ὡς προστάτιδα, καὶ ἐν πᾶσιν βοηθόν· σὺ γὰρ πάντας ἐλεεῖς, ὦ Χρυσαφίτισσα.

Θεῖον θησαυρόν, τὴν Εἰκόνα σου κατέχοντες, πάντες οἱ ἐν Μονεμβασίᾳ, σεμνή, δαψιλῶς τὰς δωρεὰς ἀπολαμβάνουσιν.

Δόξα.

Τὴν σὴν ἑορτὴν καὶ μετάστασιν Πανάχραντε, ἑορτάζομεν καὶ χαίρομεν πιστοί, ἔχοντές σε τὴν θερμήν, ἡμῶν προστάτιδα.

Καὶ νῦν.

Σκέπασον σεμνή, Χρυσαφίτισσα Μῆτερ ἡμῶν τοὺς πιστούς Σου, Λακωνίας τὰ παιδία, καὶ χορήγησον αὐτοῖς ἀφειδῶς προστασίαν.

ᾨδὴ στ´. Τὴν δέησιν, ἐκχεῶ.

Μαστίγων καὶ κινδύνων ποικίλων καὶ δεινῶν φοβερῶν τε καὶ νόσων, Χρυσαφίτισσα Πάναγνε Κόρη, καὶ βασκανίας δεινῆς ἐλευθέρωσον τοὺς καταφεύγοντας πιστῶς πρὸς τὴν σὴν ταχυτάτην ἀντίληψιν.

Ἐν πίστει τῷ σῶ ναῷ προσιόντες, πανταχόθεν, Θεοτόκε τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ βαθέων ψυχῆς σοι βοῶμεν· ἀσθενειῶν καὶ ποικίλων κακώσεων ἐλεύθερον καὶ γαληνόν, ἡμῶν τήρει τὸν βίον δεόμεθα.

Δόξα.

Χαράν, κόρη πιστοῖς σου παρέσχες καὶ ταχεῖαν τὴν λύσιν ζητημάτων, καὶ ἐν θλίψεσι παρηγορίαν καὶ ἐκ κινδύνων ταχεῖαν τὴν λύτρωσιν, σὺ Χρυσαφίτισσα, διὸ πᾶς πιστὸς σοι προσφεύγει καὶ σῴζεται.

Καὶ νῦν.

Διάσωσον βασκανίας καὶ νόσου καὶ ποικίλων παγίδων τοῦ ἐχθροῦ μας καὶ χάριτός σου πλήρωσον πάντας, Χρυσαφίτισσα Μῆτερ Πανάχραντε· καὶ ζώωσον ἡμᾶς συμπαθῶς, τῇ τοῦ Υἱοῦ σου δυνάμει, ὦ Πάναγνε.

Διάσωσον, Χρυσαφίτισσα Πανύμνητε Κόρη, ἐκ ποικίλων κινδύνων καὶ περιστάσεων τοὺς καταφεύγοντας, πίστει τῇ χάριτί σου.

Ἄχραντε, ἡ διὰ λόγου τὸν Λόγον ἀνερμηνεύτως ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τεκοῦσα, δυσώπησον ὡς ἔχουσα μητρικὴν παῤῥησίαν.

Αἴτησις καὶ τὸ Κοντάκιον.

Ἦχος β´. Προστασία τῶν Χριστιανῶν.

Τῇ προστασίᾳ σου Κόρη προστρέχοντες, ἐλευθερούμεθα πάσης κακώσεως, διό σου τὴν χάριν κηρύττομεν, ὦ Χρυσαφίτισσα πίστει καλοῦντες σε· σὺ γὰρ ἡμῶν καταφύγιον.

Προκείμενον.

Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός Σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.

Στίχ. Ἄκουσον, θύγατερ, καὶ ἴδε, καὶ κλῖνον τὸ οὖς σου, καὶ ἐπιλάθου τοῦ λαοῦ σου, καὶ τοῦ οἴκου τοῦ πατρός σου, καὶ ἐπιθυμήσει ὁ Βασιλεὺς τοῦ κάλλους σου.

Εὐαγγέλιον. Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν (α´ 39-49, 56).

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριάμ, ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰούδα· καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ ἐγένετο, ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. Καὶ πόθεν μοι τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; Ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. Καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ· ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. Ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυνατός, καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

Δόξα.

Πάτερ, Λόγε, Πνεῦμα, Τριὰς ἡ ἐν Μονάδι, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Καὶ νῦν.

Ταῖς Χρυσαφιτίσσης, ταῖς θείαις ἱκεσίαις, ἐξάλειψον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.

Στίχ. Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.

Προσόμοιον. Ἦχος πλ. β´. Ὅλην ἀποθέμενοι.

Προστασίαν φοβεράν, καὶ βοήθειαν Κόρη, ἰσχυρὸν προπύργιον ἐν παντὶ τῶν βίῳ, ὦ Μῆτερ σε ἔχοντες· ἐκ κινδύνων, θλίψεων καὶ ὀλισθημάτων, καὶ παγίδων τοῦ ἐχθροῦ, καὶ πάσης, Δέσποινα, ἄλλης συμφορᾶς τε καὶ μάστιγος· ταχέως ἐκλυτρούμεθα, τῇ σῇ βοηθείᾳ Πανάχραντε. Ὅθεν μὴ ἐλλείπῃς παρέχειν τὰς ἰάσεις συμπαθῶς, τοῖς πρὸς τὴν σὴν ἀγαθότητα, Κόρη ἀτενίζουσιν.

Ἕτερα Θεοτοκία.

Οὐδεὶς προστρέχων ἐπὶ σοί, κατῃσχυμένος ἀπὸ σοῦ ἐκπορεύεται, ἁγνὴ Παρθένε Θεοτόκε· ἀλλ᾿ αἰτεῖται τὴν χάριν καὶ λαμβάνει τὸ δώρημα, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως.

Μεταβολὴ τῶν θλιβομένων, ἀπαλλαγὴ τῶν ἀσθενούντων, ὑπάρχουσα, Θεοτόκε Παρθένε, σῶζε πόλιν καὶ λαόν, τῶν πολεμουμένων ἡ εἰρήνη, τῶν χειμαζομένων ἡ γαλήνη, ἡ μόνη προστασία τῶν πιστῶν.

Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν Σου...

Εἶτα, ἀποπληροῦμεν τὰς λοιπὰς ᾠδὰς τοῦ Κανόνος.

ᾨδὴ ζ´. Οἱ ἐκ τῆς Ἰουδαίας.

Χάριζε τὴν ὑγείαν τῶν ψυχῶν καὶ σωμάτων τε καὶ βοήθειαν, Μητέρα τοῦ Κυρίου, τῇ σῇ θερμῇ πρεσβείᾳ τοῖς πίστει ἀδιστάκτῳ προσιοῦσιν καὶ ψάλλουσιν· ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν Θεός, εὐλογητὸς εἶ.

Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, ἡ Θεὸν σαρκωθέντα ἀσπόρως τέξασα, ταῖς θείαις σου πρεσβείαις περιφρουρεῖ Μονεμβασίας Κάστρον, ἵνα ὑμνοῦσί σε πιστοί, σῳθέντες χάριτί σου.

Δόξα.

Ὡς ἐβοήθησας πάντας τοὺς πιστοὺς ἐν κινδύνοις ὦ Χρυσαφίτισσα, οὕτω καὶ νῦν κινδύνοις, παγίδας, ἀπειλάς τε, δίωξον, σύντριψον, ὦ Προστασία Φοβερά, Κυρία τῶν Ἀγγέλων.

Καὶ νῦν.

Ὡς μετέβης τὸ πάλαι ἐκ χωρίου εἰς Κάστρον τῆς Μονεμβάσιας, νῦν πέταξον ταχέως ἐν ὥρᾳ τοῦ κινδύνου, ὦ Χρυσαφίτισσα, καὶ σῷζε πάντας πιστοὺς βοήθειαν αἰτοῦντος.

ᾨδὴ η´. Τὸν Βασιλέα.

Σῶσόν με Κόρη, τῆς φρικτῆς μαγγανίας καὶ δεινῆς βασκανίας με ῥῦσαι, νῦν τῆς ἀπειλούσης ζωήν μου τὴν ἀθλίαν.

Χάριτι θείᾳ βοηθείας σου Μῆτερ, παραμύθησαι τὴν θλῖψιν τῆς ψυχῆς μου, ἵνα σε δοξάζω· Ὑπερδεδοξασμένη.

Δόξα.

Σὴν προστασίαν, Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, νῦν πλουτίσαντες ἐν τῷ παρόντι βίῳ, θερμῶς εὐχαριστοῦμεν· μεγαλύνοντές σε.

Καὶ νῦν.

Ἴδε εὐσπλάγχνως, Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, τοὺς προστρέχοντας εἰκόνι σου τῇ θείᾳ, σπεῦσον, δὸς πᾶσιν τὸ μέγα ἔλεός σου.

ᾨδὴ θ´. Κυρίως Θεοτόκον.

Οὖσα ἡ Προστάτις τῆς οἰκογενείας, Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, εὐλόγησον, νέους τοὺς πιστούς σου, ἐν ἀρχῇ, συνεχείᾳ, ἐγγάμου βίου τους.

Ἔκτεινον τὴν χεῖρα πᾶσι τοῖς δεομένοις καὶ ἐκ κινδύνων πιστούς σου διάσῳζε, ὦ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ ἡμῶν πανθαύμαστε.

Ὢ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, σῶσον ἡμᾶς.

Μητέρα τοῦ Θεοῦ μας, Κυρία τῶν Ἀγγέλων, τῇ χάριτί σου πιστῶς καταφεύγουσιν, πλήθη πιστῶν Ὀρθοδόξων καὶ διασῴζονται.

Ὢ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ, σῶσον ἡμᾶς.

Ὑμνοῦμέν σου τὴν χάριν, Κεχαριτωμένη, ὦ Χρυσαφίτισσα Μῆτερ Πανάχραντε, ὅτι ἡμᾶς περισκέπεις καὶ σῴζεις πάντοτε.

Ἄξιόν ἐστι... καὶ τὰ παρόντα Μεγαλυνάρια·

Τὴν ὑψηλοτέραν τῶν Οὐρανῶν, καὶ καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν, τὴν λυτρωσαμένην ἡμᾶς ἐκ τῆς κατάρας, τὴν Δέσποιναν τοῦ κόσμου, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Ὦ Θεοῦ Μητέρα καὶ θαυμαστή, Ἄχραντε Παρθένε, σὺ τὸ καύχημα τῶν πιστῶν, πλήρου τὰς αἰτήσεις τῶν προσερχομένων τῇ θείᾳ σου εἰκόνι, ὦ Χρυσαφίτισσα.

Δέξου, ὦ Μητέρα μας εὐμενῶς, πρὸς τοὺς νέους πάντας, τοὺς προστρέχοντας εὐλαβῶς, πρὸς τὴν σὴν εἰκόνα, ἐν πίστει ἀδιστάκτῳ καὶ λύτρωσαι κινδύνων, ὦ Χρυσαφίτισσα.

Τῆς Χρυσαφιτίσσης τῇ θαυμαστῇ καὶ σεπτῇ εἰκόνι καταφύγωμεν εὐλαβῶς, ἵνα φυλαχθῶμεν ἐκ πάσης ἐπηρείας καὶ πάσης ἐνεργείας τοῦ πολεμήτορος.

Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων ἡ χαρμονή, χαῖρε τῶν πιστῶν σου ἡ ταχεία καταφυγή, τῶν πασχόντων, χαῖρε, ἡ ἴασις Παρθένε, καὶ τῆς Μονεμβασίας, Μῆτερ, Ὑπέρμαχε.

Δεῦτε Ὀρθοδόξων αἱ στρατιαί, τῇ σεπτῇ εἰκόνι Χρυσαφίτισσας τῆς Μητρός, κλίνοντες τὸ γόνυ μεγαλύνομέν την, ὡς τοῦ Θεοῦ Μητέρα καὶ προστασίαν μας.

Πάσης Λακωνίας ἡ βοηθός, δέξαι μου τοὺς ὕμνους, ὦ Παρθένε Μῆτερ σεμνή, ὦ Χρυσαφίτισσα δέομαί σου, τὴν ἔκβασιν παράσχου παντὸς αἰτήματος.

Πᾶσαι τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ Ἅγιοι πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου ποιήσατε πρεσβείαν εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.

Τὸ Τρισάγιον καὶ τὸ Ἀπολυτίκιον.

Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Εἰκόνα Σου ἁγίαν, Χρυσαφίτισσα Ἄχραντε, νῦν πανευλαβῶς προσκυνοῦντες γεραίρομεν Παρθένε, ἐπέστη γὰρ Πρόμαχος ἡμῶν, παρέχουσα θαυμάτων ποταμόν· ἐκ κινδύνων παντοίων ἡμᾶς ἀπαλλάττουσα, εὐχαρίστως βοῶμεν· Δόξα τῷ Σὲ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ Σὲ μεγαλύναντι, δόξα τῷ παρέχοντι ἡμῖν τὴν χάριν διὰ Σοῦ.

Ἐκτενὴς καὶ Ἀπόλυσις, μεθ᾿ ἣν ψάλλομεν τὸ ἑξῆς·

Ἦχος β´. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου.

Πάντας τοὺς τὴν θείαν καὶ σεπτήν, κατασπαζομένους εἰκόνα σου Χρυσαφίτισσα, ἥνπερ θεωροῦμεν νῦν ἡμῶν προστάτιδα, πειρασμῶν ἐλευθέρωσον καὶ νόσων παντοίων καὶ πταισμάτων αἴτησαι ἡμῶν τὴν ἄφεσιν, ἵνα μεγαλύνωμεν πάντες τὰ σὰ μεγαλεῖα, Παρθένε, καὶ τὴν πρὸς ἡμᾶς κηδεμονίαν σου.

Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.

Τὴν πᾶσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ· φύλαξόν με ὑπὸ τὴν σκέπην σου.

Ἐκ παντοίων κινδύνων τοὺς δούλους σου φύλατε, εὐλογημένη Θεοτόκε, ἵνα σὲ δοξάζωμεν, τὴν ἐλπίδα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Τῇ πρεσβείᾳ Κύριε, πάντων τῶν Ἁγίων καὶ τῆς Θεοτόκου, τὴν σὴν εἰρήνην δὸς ἡμῖν, καὶ ἐλέησον ἡμᾶς, ὡς μόνος οἰκτίρμων.

Ὑπὸ τὴν σὴν εὐσπλαγχνίαν καταφεύγομεν Θεοτόκε, τὰς ἡμῶν ἱκεσίας μὴ παρίδῃς ἐν περιστάσει, ἀλλ᾿ ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, μόνη Ἁγνή, μόνη εὐλογημένη.