diax
Agioi1

Ἁγίες Μάρθα καὶ Μαρία ἀδελφὲς τοῦ Ἁγίου Λαζάρου (4 Ιουνίου)

15ἱ Ἁγίες Μάρθα καί Μαρία, μετά τοῦ ἀδελφοῦ τους Λαζάρου, ἀποτελοῦσαν τήν πλέον ἀγαπητή στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό οἰκογένεια τῆς Βηθανίας. Στήν οἰκία τους φιλοξενούμενος ὁ Χριστός εἶπε τό διδακτικώτατο: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καί τυρβάζῃ περί πολλά, ἑνός δέ ἔστι χρεία· Μαρία δέ τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς», ὅταν ἡ Μάρθα, ὡς μεγαλύτερη, ἠσχολεῖτο μέ τήν περιποίηση Αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ ἀδελφή της Μαρία ἦταν ἀφοσιωμένη στή διδασκαλία Του καί δέν τήν ἐβοηθοῦσε στίς ἐργασίες. Γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἀφοσίωσή τους πρός Αὐτόν, ὁ Κύριος τίς ἀντάμειψε διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ προσφιλοῦς τους ἀδελφοῦ Λαζάρου. Ἡ Μαρία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἄλειψε τούς πόδες τοῦ Ἰησοῦ μέ πολύτιμο μύρο καί τούς ἐσπόγγισε διά τῆς παρθενικῆς της κόμης. Ἀπετέλεσαν εὐσεβή καί διακεκριμένα μέλη τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καί ἐκοιμήθησαν μέ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς εὐτυχήσας ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκληρίας μετέσχες, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Εὐτυχές· σύ γάρ τῷ Θεῷ ἡμῶν, καθαρῶς ὑπουργήσας, αἵμασιν ἐφοίνιξας, τήν ἁγίαν στολήν σου· μεθ’ ἧς Χριστῷ καί νῦν ἱερουργῶν, ἀεί δυσώπει, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τῷ Σωτῆρι ἀμέμπτως διακονήσασαι, αἱ τοῦ ἁγίου Λαζάρου θεῖαι αὐτάδελφοι, σύν τῇ Μάρθᾳ τῇ κλεινῇ Μαρία πάνσεμνε· καί τήν Ἀνάστασιν αὐτοῦ, σύν Μυροφόροις Γυναιξί, μαθοῦσαι ἐκ τοῦ Ἀγγέλου, φωτός ἐπλήσθητε θείου, ἡμῖν αἰτοῦσαι τά σωτήρια.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἀδελφῶν τήν δυάδα τήν πάντιμον, τάς τοῦ Λαζάρου συγγόνους τιμήσωμεν, Μαρίαν καί Μάρθαν ἐν ᾄσμασιν, ὡς ἂν αὐτῶν ἱκεσίαις πρός Κύριον, πταισμάτων συγχώρησιν λάβωμεν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε αὐτάδελφοι ἱεραί, Μάρθα καί Μαρία, σεμναί ἤθεσι καί ζωῇ· χαίρετε Λαζάρου, αἱ σύγγονοι αἱ θεῖαι, μεθ’ ὧν ἡμῖν αἰτεῖσθαι, τό θεῖον ἔλεος.

Ἅγιος Μητροφάνης Α’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Μητροφάνης ἦταν υἱός τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Πρόβου Δομετίου (276 – 282 μ.Χ.) καί ἤκμασε κατά τούς χρόνους τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Προσῆλθε στό Χριστιανισμό καί ἐπατριάρχευσε κατά τά ἔτη 306 – 314 μ.Χ. Ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέστησε τήν Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα τοῦ Ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ὁ Ἅγιος ἦταν ἐπίσκοπος αὐτῆς. Ἐπί τῆς ἀρχιερατείας του, ἡ Ἐκκλησία, διά τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καθησύχασε ἀπό τούς διωγμούς καί ἔτυχε πάσης προστασίας. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἐθεμελιώθησαν, ἐπίσης, πολλές μεγάλες οἰκοδομές τῆς πρωτεύουσας, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ περίφημοι ναοί τῆς Ἁγίας Σοφίας καί τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Κατά τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συνῆλθε στή Νίκαια, τό 325 μ.Χ., δέν ἐμπόρεσε νά παραστεῖ αὐτοπροσώπως, λόγῳ γήρατος, ἀπέστειλε ὅμως σέ αὐτή τόν πρωτοπρεσβύτερο καί μετέπειτα διάδοχό του Ἅγιο Ἀλέξανδρο († 30 Αὐγούστου), ἄνδρα ἀναγνωρισμένο γιά τίς ἀρετές καί τόν ἔνθερμο Χριστιανικό ζῆλό του.

Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης ἔζησε ἑκατόν δεκαεπτά ἔτη καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη περί τό 325 μ.Χ., ἐκηδεύθηκε δέ ὑπό τοῦ ἐπιστρέφοντος ἀπό τή Σύνοδο τῆς Νικαίας Ἐπισκόπου Νισίβιδος τῆς Μεσοποταμίας Ἰακώβου. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, τιμῶν τή μνήμη τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους, ἀνήγειρε πρός τιμήν του ναό, στόν ὁποῖο μετακόμισε τά ἱερά λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία καί στό σεβάσμιο ναό αὐτοῦ κοντά στό ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀνερχομένης τῆς Λιτῆς στό Φόρο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι καταλαμπόμενος, Πατριαρχῶν ἀνεδείχθης γέρας καί θεία κρηπίς, ὡς Χριστοῦ μυσταγωγός, Πάτερ Μητροφάνες, ἀπό δέ θρόνου ὑψηλοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ δαδουχεῖς, τό φέγγος τῆς εὐσεβείας. Καί νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τήν πίστιν Χριστοῦ, τρανῶς σύ ἐδογμάτισας, καί ταύτην τηρῶν, εἰς πλῆθος ὄντως ηὔξησας, τό πιστόν σου ποιμνίον· σύν Ἀγγέλοις ὅθεν Μητροφάνες, συναγάλλῃ νῦν, καί Χριστῷ πρεσβεύεις, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων ἡ καλλονή· χαίροις τῶν Ὁσίων, κανών θεῖος ἐν ἀρετῇ· χαίροις Ἐκκλησίας, ὡράϊσμα καί κλέος, βάθρον Πατριαρχείας, Πάτερ Μητροφάνες.

Ὅσιος Πετρόκιος ἐξ Οὐαλίας (4 Ιουνίου)

15 Ὅσιος Πετρόκιος, προστάτης τῆς Κορνουάλης, ἐγεννήθηκε τό 468 μ.Χ. στή νότια Οὐαλία καί ἦταν νεώτερος υἱός ἢ, κατ’ ἄλλους, ἀνεψιός τοῦ Ἁγίου Κλαυδίου Κέρνιβ († 3 Μαΐου), βασιλέως τοῦ Γκλιούϊσινγκ τῆς Οὐαλίας. Γιά ἀρκετά χρόνια ἐγκαταστάθηκε στήν Ἰρλανδία καί ἀργότερα ἐπέστρεψε στή Μεγάλη Βρετανία, ὅπου ἵδρυσε ἱεραποστολικό κλιμάκιο στή πόλη Χάϊλεσμουθ καί ἕνα μοναστήρι στήν περιοχή τοῦ Λανβέτινοκ, πού ἔλαβε ἀργότερα τό ὄνομα Πέτροκστον καί σήμερα εἶναι γνωστή ὡς πόλη τοῦ Πάντστοου, ὅπου ἀσκήτεψε ἐπί τριάντα χρόνια. Ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε γιά προσκύνημα τή Ρώμη καί τούς Ἁγίους Τόπους καί τελικά ἔφθασε μέχρι τήν Ἰνδία, γιά νά ζήσει ὡς ἐρημίτης σέ νησί τοῦ Ἰνδικοῦ ὠκεανοῦ. Ἐπιστρέφοντας στήν Κορνουάλη, ἵδρυσε ἕνα ἄλλο μοναστήρι στό Πέτερικ καί ἕνα ἐρημητήριο στό Μπόντμιν, ὅπου ἐκεῖ συναντήθηκε μέ τόν Ὅσιο Γορανό († 7 Ἀπριλίου).
Ὁ Ὅσιος Πετρόκιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 564 μ.Χ., καί τό ἱερό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στήν πόλη Πάντστοου καί μετακομίσθηκε στό ναό τοῦ Μπόντμιν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Ἀνδρόνικος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Περμίας (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, κατά κόσμον Βλαδίμηρος Νικόλσκϊυ, ἐγεννήθηκε τήν 1η Αὐγούστου 1870 στό χωριό Ποβοντνέβο τῆς Ἐπισκοπῆς Γιαροσλάβλ τῆς Ρωσίας καί ὁ πατέρας του ἦταν διάκονος. Ἐσπούδασε στή σχολή τοῦ Γιαροσλάβλ καί τό 1891 συνέχισε τίς σπουδές του στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Τήν 1η Αὐγούστου 1893, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἐκάρη μοναχός καί στί 6 Αὐγούστου ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Τό 1895 ἐτελείωσε τή θεολογική ἀκαδημία καί στίς 22 Ἰουλίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Ὁ νέος ἱερέας Ἀνδρόνικος ἐξεκίνησε τή διακονία του ἀπό τόν Καύκασο, ὅπου διορίσθηκε βοηθητικός ἐπιθεωρητής τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς τοῦ Κουτάϊσι. Τό 1897 ἀπεστάλη στό Ρώσικο Ὀρθόδοξο ἱεραποστολικό κλιμάκιο τῆς Ἰαπωνίας. Ἀναχώρησε γιά τή νέα του θέση περίλυπος ἀπό τήν Ἁγία Πετρούπολη, στίς 21 Σεπτεμβρίου 1897. Ἔφθασε στήν Ὀδησσό καί ἀπό ἐκεῖ ἀνεχώρησε μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Σέργιο (Στραγκορόντσκϊυ) γιά τήν Ἰαπωνία, ὅπου ἔφθασε στίς 26 Δεκεμβρίου. Ἔγραφε γιά τό ταξίδι αὐτό τά ἀκόλουθα: «Ὁ διορισμός μου αὐτός μέ κατέστησε τόσο περίλυπο πού ἔκλαψα. Θά ἤμουν εὐτυχής νά μήν εἶχε συμβεῖ. Δέν πρέπει ὅμως νά ζήσω, ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅπως ὁ Θεός κελεύει».

Μετά δύο ἔτη ἐπέστρεψε στή Ρωσία, στήν πόλη Ἄρντον, καί ἀνέλαβε, μετά ἀπό παράκληση τοῦ Ἐπισκόπου καί φίλου του, τή διεύθυνση ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, τό 1906, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Κιότο καί ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Ἰαπωνίας.
Τό 1907, ἐκλέγεται ἀναπληρωτής τοῦ Ἐπισκόπου Εὐλογίου τοῦ Χόλμ καί, τό 1908, ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Ἐπίσκοπος μίας περιφέρειας τοῦ Νόβγκοροντ. Τό κήρυγμά του εἶναι δυναμικό καί ἀνδρεῖο.
Στίς 30 Ἰουλίου 1914, ἡ Ἐκκλησία τόν τοποθετεῖ ὡς Ἐπίσκοπο Περμίας καί Σολικάμσκ. Ὁ Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ἀρχίζει. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος διαβλέπει τή βαριά δοκιμασία καί τό φοβερό τοῦ πολέμου, πού χαρακτηρίζει πλήρη βαρβαρότητα, ἠθική πτώχευση καί πνευματική διαστροφή.
Ἀμέσως μετά τόν πόλεμο ξεσπᾶ ἡ ἐσωτερική δοκιμασία τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ. Τό τσάρικο καθεστώς πέφτει μέ τήν ἐπανάσταση τῶν Μπολσεβίκων. Ἔτσι, ὅταν, τό 1918, ἐδημοσιεύθηκε στήν Περμία τό διάταγμα γιά τήν «ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως» καί τό χωρισμό Ἐκκλησίας καί κράτους, ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀντιστέκεται καί θεωρεῖ τούς ἐπαναστάτες ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Τύχων τόν ἀνυψώνει στή θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος γράφει πρός αὐτόν: «Εἶμαι, πρός τό παρόν, ἐλεύθερος, ἀλλά γνωρίζω, ὅτι σύντομα θά μέ συλλάβουν».
Πράγματι! Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος συνελήφθη ἀπό τούς ἐπαναστάτες, στίς 4 Ἰουνίου 1918, στίς τρεῖς μετά τά μεσάνυχτα. Ὁ ἐπαναστάτης Μυασνίκωφ ἔγραψε στά ἀπομνημονεύματά του: «Ἐπήγαμε γιά πέντε βέρστια κατά μῆκος τῆς Σιβηρικῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ. Ὁδηγηθήκαμε σέ ἕνα δάσος καί ἐκεῖ ἐσταματήσαμε τά ἄλογα. Ἔδωσα στόν Ἀνδρόνικο ἕνα φτυάρι καί τόν διέταξα νά σκάψει ἕνα τάφο. Ὅταν τελείωσε, προσευχήθηκε πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις καί μετά εἶπε ὅτι περιμένει. Εἶπα ὅτι δέν θά τόν ἐπυροβολοῦσα, ἀλλά θά τόν ἔθαβα ζωντανό, ἂν ἀκύρωνε ὅλα ὅσα εἶχε γράψει καί πεῖ ἐναντίον μας. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. Τόν ἐσκεπάσαμε μέ λίγο χῶμα καί τόν πυροβολίσαμε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βασίλειος (Μπογκογιαβλένσϊυ) ἐγεννήθηκε τήν 1η Φεβρουαρίου 1867 στό Ταμπώφ. Ἦταν γόνος ἱερατικῆς οἰκογένειας καί ἀνατράφηκε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Τό 1888 ἐτελείωσε τή σχολή τοῦ Ταμπώφ καί σέ νεαρή ἡλικία, τί ἴδιο ἔτος, ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Δύο ἔτη ἀργότερα, στίς 11 Μαρτίου 1890, ἐχειροτονήθηκε ἱερέας, γιά νά καλύψει τίς λειτουργικές ἀνάγκες τοῦ χωριοῦ Ὀβσυάνκι τῆς ἐπαρχίας Ταμπώφ.
Ὅμως τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τό νεαρό ἱερέα ἦταν ἄλλο. Μετά ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια, ἡ πρεσβυτέρα του ἐκοιμήθηκε. Ἔτσι ὁ πρεσβύτερος Βασίλειος ἐγκαταβιώνει στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκϊυ καί στίς 14 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1908 κείρεται μοναχός.

Στίς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους διορίζεται διευθυντής τῆς θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Τσέρνιγκωφ καί χειροθετεῖται ἀρχιμανδρίτης. Τόν ἑπόμενο χρόνο, στίς 26 Ἰουλίου, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος Σούμσκ τῆς ἐπαρχίας Χάρκωβ καί, τό 1911, μετατίθεται στό Νόβγκοροντ – Σεβέρσκ τῆς ἐπισκοπῆς Τσέρνιγκωφ. Ἐδῶ ἐργάζεται ὡς ἀληθινός ποιμένας καί διακρίνεται γιά τά ἔργα φιλανθρωπίας καί εὐποιίας. Στίς 5 Ὀκτωβρίου 1916, σέ ἀναγνώριση τῆς θεοφιλοῦς διακονίας του, ἀνυψώνεται σέ Ἀρχιεπίσκοπο Τσέρνιγκωφ καί Νεζχίν. Παραιτεῖται, ὅμως, τό 1917, καί ἀποσύρεται στή μονή Ζαϊκονοσπασσκϊυ τῆς Μόσχας.
Ὅταν, τό 1918, δολοφονεῖται ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, Ἀρχιεπίσκοπος Περμίας, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καλεῖται νά ἐρευνήσει ἀπό τό Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν τῆς Μόσχας τά γεγονότα τῆς δολοφονίας. Ἀλλά ἡ δραστηριότητα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐξόργισε τούς ἔνοχους, πού προσπαθοῦσαν νά κρυφθοῦν, γιά νά μήν ἀνακαλυφθοῦν.
Ἔτσι, τό 1919, μεταξύ τῶν πόλεων Περμίας καί Βιάτκα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βασίλειος, ὁ ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος, διευθυντής τῆς σχολῆς τῆς Περμίας, καί ἕνας λαϊκός ἐδολοφονήθησαν ἀπό Μπολσεβίκους καί τά σώματά τους ἐρρίφθησαν στό νερό τῆς γέφυρας Κάμα. Οἱ Χριστιανοί ἐπῆραν τά τίμια λείψανά τους καί κρυφά τά ἐνταφίασαν. Σύντομα ὁ τόπος τοῦ ἐνταφιασμοῦ τους ἔγινε προσκύνημα καί τόπος ἁγιασμοῦ καί θαυμάτων. Γιά τό λόγο αὐτό οἱ ἐπαναστάτες κατέστρεψαν τό μνημεῖο τοῦ ἐνταφιασμοῦ καί ἔκαψαν τά ἱερά λείψανα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
1 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
2 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
3 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι και
ο οίνος
 
 
4 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
5 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
6 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 7 Ιουνίου 2020
   Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 

23052020

Τήν Τετάρτη μετά τήν Κυριακή του Παραλύτου πανηγυρίζει ἡ Ἐκκλησία μας μία μεγάλη δεσποτική ἑορτή, τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Τά βυζαντινά χρόνια, ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἦταν ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί συνέτρεχαν κατ’ αὐτή στόν μεγάλο Ναό πλήθη λαοῦ. Δέν ἔχει κανείς παρά νά ἀνοίξει τήν Ἔκθεση τῆς Βασιλείου Τάξεως (Κέφ. 26) τοῦ Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου γιά νά δεῖ τό ἐπίσημο τυπικό τοῦ ἑορτασμοῦ, ὅπως ἐτελεῖτο μέχρι τήν Μεσοπεντηκοστή τοῦ ἔτους 903 μ.Χ. στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Μωκίου στήν Κωνσταντινούπολη, μέχρι δηλαδή τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ ἀπόπειρα κατά τῆς ζωῆς τοῦ αὐτοκράτορα Λέοντα ΣΤ’ τοῦ Σοφοῦ (11 Μαΐου 903 μ.Χ.). Ἐκεῖ ὑπάρχει μία λεπτομερής περιγραφή τοῦ λαμπροῦ πανηγυρισμοῦ, πού καταλαμβάνει ὁλόκληρες σελίδες καί καθορίζει μέ τήν γνωστή βυζαντινή ὁρολογία, πώς ὁ αὐτοκράτωρ τό πρωί τῆς ἑορτῆς μέ τά ἐπίσημα βασιλικά του ἐνδύματα καί τήν συνοδεία του ξεκινοῦσε ἀπό τό ἱερό παλάτι γιά νά μεταβεῖ στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Μωκίου, ὅπου θά ἐτελεῖτο ἡ θεία λειτουργία. Σέ λίγο ἔφθανε ἡ λιτανεία μέ ἐπί κεφαλῆς τόν πατριάρχη, καί βασιλεύς καί πατριάρχης εἰσήρχοντο ἐπισήμως στόν Ναό. Ἡ θεία λειτουργία ἐτελεῖτο μέ τήν συνήθη στίς μεγάλες ἑορτές βυζαντινή μεγαλοπρέπεια. Μετά ἀπό αὐτήν ὁ αὐτοκράτωρ παρέθετε πρόγευμα, στό ὁποῖο ἔπαιρνε μέρος καί ὁ πατριάρχης. Καί πάλι ὁ βασιλεύς ὑπό τίς ἐπευφημίες τοῦ πλήθους «Εἰς πολλούς καί ἀγαθούς χρόνους ὁ Θεός ἀγάγει τήν βασιλείαν ὑμῶν» καί μέ πολλούς ἐνδιαμέσους σταθμούς ἐπέστρεφε στό ἱερό παλάτι.

Ἀλλά καί στά σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στό Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς τά ἴχνη τῆς παλαιᾶς της λαμπρότητας. Παρουσιάζεται σάν μία μεγάλη δεσποτική ἑορτή, μέ τά ἐκλεκτά της τροπάρια καί τούς διπλούς της κανόνες, ἔργα τῶν μεγάλων ὑμνογράφων, τοῦ Θεοφάνους καί τοῦ Ἀνδρέου Κρήτης, μέ τά ἀναγνώσματά της καί τήν ἐπίδρασή της στίς πρό καί μετά ἀπό αὐτήν Κυριακές καί μέ τήν παράταση τοῦ ἑορτασμοῦ της ἐπί ὀκτώ ἡμέρες κατά τόν τύπο τῶν μεγάλων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους.

Ποιό ὅμως εἶναι τό θέμα τῆς ἰδιορρύθμου αὐτῆς ἑορτῆς; Ὄχι πάντως κανένα γεγονός τῆς εὐαγγελικῆς ἱστορίας. Τό θέμα τῆς εἶναι καθαρά ἐορτολογικό καί θεωρητικό. Ἡ Τετάρτη τῆς Μεσοπεντηκοστῆς εἶναι ἡ 25η ἀπό τοῦ Πάσχα καί ἡ 25η πρό τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέρα. Σημειώνει τό μέσον της περιόδου τῶν 50 μετά τό Πάσχα ἐορτάσιμων ἡμερῶν. Εἶναι δηλαδή ἕνας σταθμός, μία τομή. Ὡραία τό τοποθετεῖ τό πρῶτο τροπάριο τοῦ ἑσπερινοῦ της ἑορτῆς:

«Πάρεστιν ἡ μεσότης ἡμερῶν,
τῶν ἐκ σωτηρίου ἀρχομένων ἐγέρσεως
Πεντηκοστῇ δέ τῇ θείᾳ σφραγιζομένων,
καί λάμπει τάς λαμπρότητας
ἀμφοτέρωθεν ἔχουσα
καί ἑνοῦσα τάς δύο
καί παρεῖναι τήν δόξαν προφαίνουσα
τῆς δεσποτικῆς ἀναλήψεως σεμνύνεται».

Χωρίς δηλαδή νά ἔχει δικό της θέμα ἡ ἡμέρα αὐτή συνδυάζει τά θέματα, τοῦ Πάσχα ἀφ’ ἑνός καί τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφ’ ἑτέρου, καί «προφαίνει» τήν δόξα τῆς ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού θά ἑορτασθεῖ μετά ἀπό 15 ἡμέρες. Ἀκριβῶς δέ αὐτό τό μέσον τῶν δύο μεγάλων ἑορτῶν ἔφερνε στό νοῦ καί ἕνα ἑβραϊκό ἐπίθετό του Κυρίου, τό «Μεσσίας». Μεσσίας στά ἑλληνικά μεταφράζεται Χριστός. Ἀλλά ἠχητικά θυμίζει τό μέσον. Ἔτσι καί στά τροπάρια καί στό συναξάρι τῆς ἡμέρας ἡ παρετυμολογία αὐτή γίνεται ἀφορμή νά παρουσιασθεῖ ὁ Χριστός σάν Μεσσίας - μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, «μεσίτης καί διαλλάκτης ἠμῶν καί τοῦ αἰωνίου αὐτοῦ Πατρός»«Διά ταύτην τήν αἰτίαν τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζοντες καί Μεσοπεντηκοστήν ὀνομάζοντες τόν Μεσσίαν τέ ἀνυμνοῦμεν Χριστόν», σημειώνει ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάρι. Σ’ αὐτό βοήθησε καί ἡ εὐαγγελική περικοπή, πού ἐξελέγη γιά τήν ἡμέρα αὐτή (Ἰω. 7, 14-30). Μεσούσης τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Πάσχα ὁ Χριστός ἀνεβαίνει στό ἱερό καί διδάσκει. Ἡ διδασκαλία Τοῦ προκαλεῖ τόν θαυμασμό, ἀλλά καί ζωηρά ἀντιδικία μεταξύ αὐτοῦ καί τοῦ λαοῦ καί τῶν διδασκάλων. Εἶναι Μεσσίας ὁ Ἰησοῦς ἡ δέν εἶναι; Εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Ἰησοῦ ἐκ Θεοῦ ἤ δέν εἶναι; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται: ὁ Χριστός εἶναι διδάσκαλος. Αὐτός πού ἐνῶ δέν ἔμαθε γράμματα κατέχει τό πλήρωμα τῆς σοφίας, γιατί εἶναι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμο. Ἀκριβῶς ἀπό αὐτόν τόν διάλογο ἐμπνέεται μεγάλο μέρος τῆς ὑμνογραφίας τῆς ἑορτῆς. Ἐκεῖνος πού διδάσκει στόν ναό, στό μέσον τῶν διδασκάλων τοῦ Ἰουδαϊκοῦ λαοῦ, στό μέσον της ἑορτῆς, εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ Χριστός, ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού ἀποδοκιμάζεται ἀπό τούς δῆθεν σοφούς του λαοῦ Τοῦ εἶναι ἡ τοῦ Θεοῦ Σοφία. Ἐκλέγομε ἕνα ἀπό τά πιό χαρακτηριστικά τροπάρια, τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. δ’ ἤχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διδάσκοντός σου, Σωτήρ,
ἔλεγον οἱἸουδαῖοι·
Πῶς οὗτος οἶδε γράμματα, μή μεμαθηκώς;
ἀγνοοῦντες ὅτι σύ εἶἡ Σοφία
ἡ κατασκευάσασα τόν κόσμον.
Δόξα σοι».

Λίγες σειρές πιό κάτω στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰωάννου, ἀμέσως μετά τήν περικοπή πού περιλαμβάνει τόν διάλογο τοῦ Κυρίου μέ τούς Ἰουδαίους «Τῆς ἑορτῆς μεσούσης», ἔρχεται ἕνας παρόμοιος διάλογος, πού ἔλαβε χώρα μεταξύ Χριστοῦ καί τῶν Ἰουδαίων «τῇ ἐσχάτη ἡμέρα τή μεγάλη τῆς ἑορτῆς», δηλαδή κατά τήν Πεντηκοστή. Αὐτός ἀρχίζει μέ μία μεγαλήγορο φράση τοῦ Κυρίου.« Ἐάν τίς διψᾶ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω.ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθώς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 37-38). Καί σχολιάζει ὁ Εὐαγγελιστής.« Τοῦτο δέ εἶπε περί τοῦ Πνεύματος, οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν» (Ἰω. 7, 39). Δέν ἔχει σημασία ὅτι οἱ λόγοι αὐτοί τοῦ Κυρίου δέν ἐλέχθησαν κατά τήν Μεσοπεντηκοστή, ἀλλά λίγες ἡμέρες ἀργότερα. Ποιητική ἀδεία μπῆκαν στό στόμα τοῦ Κυρίου στήν ὁμιλία Του κατά τήν Μεσοπεντηκοστή. Ταιρίαζαν ἐξ’ ἄλλου τόσο πολύ μέ τό θέμα τῆς ἑορτῆς. Δέν μποροῦσε νά βρεθεῖ πιό παραστατική εἰκόνα γιά νά δειχθεῖ ὁ χαρακτήρας τοῦ διδακτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ. Στό διψασμένο ἀνθρώπινο γένος ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου ἦλθε σάν ὕδωρ ζῶν, σάν ποταμός χάριτος πού δρόσισε τό πρόσωπο τῆς γῆς. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ πηγή τῆς χάριτος, τοῦ ὕδατος τοῦ ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον, πού ξεδιψᾶ καί ἀρδεύει τίς συνεχόμενες ἀπό βασανιστική δίψα ψυχές τῶν ἀνθρώπων. Ποῦ μεταβάλλει τούς πίνοντας σέ πηγές.« Ποταμοί ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσι ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. 7, 38). «Καί γενήσεται αὐτῷ πηγή ὕδατος ἀλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον», εἶπε στήν Σαμαρείτιδα» (Ἰω. 4, 14). Ποῦ μετέτρεψε τήν ἔρημο τοῦ κόσμου σέ θεοφύτευτο παράδεισο ἀειθαλῶν δένδρων φυτεμένων παρά τάς διεξόδους τῶν ὑδάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τό γόνιμο αὐτό θέμα ἔδωσε νέες ἀφορμές στήν ἐκκλησιαστική ποίηση καί στόλισε τήν ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς μέ ἐξαίρετους ὕμνους. Διαλέγομε τρεῖς, τούς πιό χαρακτηριστικούς: Τό κάθισμα τοῦ πλ. δ’ ἤχου πρός τό «Τήν Σοφίαν καί Λόγον», πού ψάλλεται μετά τήν γ’ ὠδή τοῦ κανόνος στήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου:

«Τῆς σοφίας τό ὕδωρ καί τῆς ζωῆς
ἀναβρύζων τῷ κόσμῳ, πάντας, Σωτήρ,
καλεῖς τοῦἀρύσασθαι
σωτηρίας τά νάματα·
τόν γάρ θεῖον νόμον σου
δεχόμενος ἄνθρωπος,
ἐν αὐτῷ σβεννύει
τῆς πλάνης τούς ἄνθρακας.
Ὅθεν εἰς αἰῶνας
οὐ διψήσει, οὐ λήξει
τοῦ κόρου σου δέσποτα, βασιλεῦἐπουράνιε.
Διά τοῦτο δοξάζομεν
τό κράτος σου, Χριστέ ὁ Θεός,
τῶν πταισμάτων ἄφεσιν αἰτούμενοι
καταπέμψαι πλουσίως
τοῖς δούλοις σου».

Τό ἀπολυτίκιο καί τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, τό πρῶτο τοῦ πλ. δ’ καί τό δεύτερό τοῦ δ’ ἤχου:

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς
διψῶσάν μου τήν ψυχήν
εὐσεβείας πότισον νάματα·
ὅτι πᾶσι, Σωτήρ ἐβόησας·
Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω.
Ἡ πηγή τῆς ζωῆς, Χριστέ ὁ Θεός, δόξα σοι».

«Τῆς ἑορτῆς τῆς νομικῆς μεσαζούσης
ὁ τῶν ἁπάντων ποιητής καί δεσπότης
πρός τούς παρόντας ἔλεγες, Χριστέ ὁ Θεός·
Δεῦτε καί ἀρύσασθαι ὕδωρ ἀθανασίας.
Ὅθεν σοι προσπίπτομεν καί πιστῶς ἐκβοῶμεν·
Τούς οἰκτιρμούς σου δώρησαι ἡμῖν,
σύ γάρ ὑπάρχεις πηγή τῆς ζωῆς ἡμῶν»..

Και τέλος το απαράμιλλο εξαποστειλάριο της εορτής:

«Ὁ τόν κρατῆρα ἔχων
τῶν ἀκενώτων δωρεῶν,
δός μοι ἀρύσασθαι ὕδωρ
εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν·
ὅτι συνέχομαι δίψῃ,
εὔσπλαγχνε μόνε οἰκτίρμον».

Αὐτή μέ λίγα λόγια εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Μεσοπεντηκοστῆς. Ἡ ἔλλειψη ἱστορικοῦ ὑποβάθρου τῆς στέρησε τόν ἀπαραίτητο ἐκεῖνο λαϊκό χαρακτήρα, πού θά τήν ἔκανε προσφιλῆ στόν πολύ κόσμο. Καί τό  θεωρητικό της θέμα ἄς βοηθήσει τούς χριστιανούς, πού δέν ἔχουν τίς ἀπαραίτητες θεολογικές προϋποθέσεις, νά ξεπεράσουν τήν ἐπιφάνεια καί νά εἰσδύσουν στήν πανηγυριζόμενη δόξα τοῦ διδασκάλου Χριστοῦ, τῆς Σοφίας καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, τῆς πηγῆς τοῦ ἀκενώτου ὕδατος.

πηγή:saint.gr