diax
Agioi1

Ἁγίες Μάρθα καὶ Μαρία ἀδελφὲς τοῦ Ἁγίου Λαζάρου (4 Ιουνίου)

15ἱ Ἁγίες Μάρθα καί Μαρία, μετά τοῦ ἀδελφοῦ τους Λαζάρου, ἀποτελοῦσαν τήν πλέον ἀγαπητή στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό οἰκογένεια τῆς Βηθανίας. Στήν οἰκία τους φιλοξενούμενος ὁ Χριστός εἶπε τό διδακτικώτατο: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνᾷς καί τυρβάζῃ περί πολλά, ἑνός δέ ἔστι χρεία· Μαρία δέ τήν ἀγαθήν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς», ὅταν ἡ Μάρθα, ὡς μεγαλύτερη, ἠσχολεῖτο μέ τήν περιποίηση Αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ ἀδελφή της Μαρία ἦταν ἀφοσιωμένη στή διδασκαλία Του καί δέν τήν ἐβοηθοῦσε στίς ἐργασίες. Γιά τήν ἀγάπη καί τήν ἀφοσίωσή τους πρός Αὐτόν, ὁ Κύριος τίς ἀντάμειψε διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ προσφιλοῦς τους ἀδελφοῦ Λαζάρου. Ἡ Μαρία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἄλειψε τούς πόδες τοῦ Ἰησοῦ μέ πολύτιμο μύρο καί τούς ἐσπόγγισε διά τῆς παρθενικῆς της κόμης. Ἀπετέλεσαν εὐσεβή καί διακεκριμένα μέλη τῆς πρώτης Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καί ἐκοιμήθησαν μέ εἰρήνη.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ὡς εὐτυχήσας ἀρετῶν ταῖς ἰδέαις, τῆς τῶν Μαρτύρων εὐκληρίας μετέσχες, Ἱερομάρτυς ἔνδοξε παμμάκαρ Εὐτυχές· σύ γάρ τῷ Θεῷ ἡμῶν, καθαρῶς ὑπουργήσας, αἵμασιν ἐφοίνιξας, τήν ἁγίαν στολήν σου· μεθ’ ἧς Χριστῷ καί νῦν ἱερουργῶν, ἀεί δυσώπει, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Τῷ Σωτῆρι ἀμέμπτως διακονήσασαι, αἱ τοῦ ἁγίου Λαζάρου θεῖαι αὐτάδελφοι, σύν τῇ Μάρθᾳ τῇ κλεινῇ Μαρία πάνσεμνε· καί τήν Ἀνάστασιν αὐτοῦ, σύν Μυροφόροις Γυναιξί, μαθοῦσαι ἐκ τοῦ Ἀγγέλου, φωτός ἐπλήσθητε θείου, ἡμῖν αἰτοῦσαι τά σωτήρια.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Τῶν ἀδελφῶν τήν δυάδα τήν πάντιμον, τάς τοῦ Λαζάρου συγγόνους τιμήσωμεν, Μαρίαν καί Μάρθαν ἐν ᾄσμασιν, ὡς ἂν αὐτῶν ἱκεσίαις πρός Κύριον, πταισμάτων συγχώρησιν λάβωμεν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίρετε αὐτάδελφοι ἱεραί, Μάρθα καί Μαρία, σεμναί ἤθεσι καί ζωῇ· χαίρετε Λαζάρου, αἱ σύγγονοι αἱ θεῖαι, μεθ’ ὧν ἡμῖν αἰτεῖσθαι, τό θεῖον ἔλεος.

Ἅγιος Μητροφάνης Α’ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Μητροφάνης ἦταν υἱός τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ αὐτοκράτορος Πρόβου Δομετίου (276 – 282 μ.Χ.) καί ἤκμασε κατά τούς χρόνους τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.). Προσῆλθε στό Χριστιανισμό καί ἐπατριάρχευσε κατά τά ἔτη 306 – 314 μ.Χ. Ὅταν ὁ Μέγας Κωνσταντίνος κατέστησε τήν Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα τοῦ Ἀνατολικοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους, ὁ Ἅγιος ἦταν ἐπίσκοπος αὐτῆς. Ἐπί τῆς ἀρχιερατείας του, ἡ Ἐκκλησία, διά τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, καθησύχασε ἀπό τούς διωγμούς καί ἔτυχε πάσης προστασίας. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του ἐθεμελιώθησαν, ἐπίσης, πολλές μεγάλες οἰκοδομές τῆς πρωτεύουσας, μεταξύ τῶν ὁποίων καί οἱ περίφημοι ναοί τῆς Ἁγίας Σοφίας καί τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Κατά τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συνῆλθε στή Νίκαια, τό 325 μ.Χ., δέν ἐμπόρεσε νά παραστεῖ αὐτοπροσώπως, λόγῳ γήρατος, ἀπέστειλε ὅμως σέ αὐτή τόν πρωτοπρεσβύτερο καί μετέπειτα διάδοχό του Ἅγιο Ἀλέξανδρο († 30 Αὐγούστου), ἄνδρα ἀναγνωρισμένο γιά τίς ἀρετές καί τόν ἔνθερμο Χριστιανικό ζῆλό του.

Ὁ Ἅγιος Μητροφάνης ἔζησε ἑκατόν δεκαεπτά ἔτη καί ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη περί τό 325 μ.Χ., ἐκηδεύθηκε δέ ὑπό τοῦ ἐπιστρέφοντος ἀπό τή Σύνοδο τῆς Νικαίας Ἐπισκόπου Νισίβιδος τῆς Μεσοποταμίας Ἰακώβου. Ὁ Μέγας Κωνσταντίνος, τιμῶν τή μνήμη τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους, ἀνήγειρε πρός τιμήν του ναό, στόν ὁποῖο μετακόμισε τά ἱερά λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μητροφάνους ἐτελεῖτο στή Μεγάλη Ἐκκλησία καί στό σεβάσμιο ναό αὐτοῦ κοντά στό ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀνερχομένης τῆς Λιτῆς στό Φόρο.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι καταλαμπόμενος, Πατριαρχῶν ἀνεδείχθης γέρας καί θεία κρηπίς, ὡς Χριστοῦ μυσταγωγός, Πάτερ Μητροφάνες, ἀπό δέ θρόνου ὑψηλοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ δαδουχεῖς, τό φέγγος τῆς εὐσεβείας. Καί νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ἐλεηθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τά ἄνω ζητῶν.
Τήν πίστιν Χριστοῦ, τρανῶς σύ ἐδογμάτισας, καί ταύτην τηρῶν, εἰς πλῆθος ὄντως ηὔξησας, τό πιστόν σου ποιμνίον· σύν Ἀγγέλοις ὅθεν Μητροφάνες, συναγάλλῃ νῦν, καί Χριστῷ πρεσβεύεις, ὑπέρ πάντων ἡμῶν.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν Πατέρων ἡ καλλονή· χαίροις τῶν Ὁσίων, κανών θεῖος ἐν ἀρετῇ· χαίροις Ἐκκλησίας, ὡράϊσμα καί κλέος, βάθρον Πατριαρχείας, Πάτερ Μητροφάνες.

Ὅσιος Πετρόκιος ἐξ Οὐαλίας (4 Ιουνίου)

15 Ὅσιος Πετρόκιος, προστάτης τῆς Κορνουάλης, ἐγεννήθηκε τό 468 μ.Χ. στή νότια Οὐαλία καί ἦταν νεώτερος υἱός ἢ, κατ’ ἄλλους, ἀνεψιός τοῦ Ἁγίου Κλαυδίου Κέρνιβ († 3 Μαΐου), βασιλέως τοῦ Γκλιούϊσινγκ τῆς Οὐαλίας. Γιά ἀρκετά χρόνια ἐγκαταστάθηκε στήν Ἰρλανδία καί ἀργότερα ἐπέστρεψε στή Μεγάλη Βρετανία, ὅπου ἵδρυσε ἱεραποστολικό κλιμάκιο στή πόλη Χάϊλεσμουθ καί ἕνα μοναστήρι στήν περιοχή τοῦ Λανβέτινοκ, πού ἔλαβε ἀργότερα τό ὄνομα Πέτροκστον καί σήμερα εἶναι γνωστή ὡς πόλη τοῦ Πάντστοου, ὅπου ἀσκήτεψε ἐπί τριάντα χρόνια. Ὁ Ὅσιος ἐπισκέφθηκε γιά προσκύνημα τή Ρώμη καί τούς Ἁγίους Τόπους καί τελικά ἔφθασε μέχρι τήν Ἰνδία, γιά νά ζήσει ὡς ἐρημίτης σέ νησί τοῦ Ἰνδικοῦ ὠκεανοῦ. Ἐπιστρέφοντας στήν Κορνουάλη, ἵδρυσε ἕνα ἄλλο μοναστήρι στό Πέτερικ καί ἕνα ἐρημητήριο στό Μπόντμιν, ὅπου ἐκεῖ συναντήθηκε μέ τόν Ὅσιο Γορανό († 7 Ἀπριλίου).
Ὁ Ὅσιος Πετρόκιος ἐκοιμήθηκε μέ εἰρήνη, τό 564 μ.Χ., καί τό ἱερό λείψανό του ἐνταφιάσθηκε στήν πόλη Πάντστοου καί μετακομίσθηκε στό ναό τοῦ Μπόντμιν.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Ἀνδρόνικος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Περμίας (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, κατά κόσμον Βλαδίμηρος Νικόλσκϊυ, ἐγεννήθηκε τήν 1η Αὐγούστου 1870 στό χωριό Ποβοντνέβο τῆς Ἐπισκοπῆς Γιαροσλάβλ τῆς Ρωσίας καί ὁ πατέρας του ἦταν διάκονος. Ἐσπούδασε στή σχολή τοῦ Γιαροσλάβλ καί τό 1891 συνέχισε τίς σπουδές του στή θεολογική ἀκαδημία τῆς Μόσχας. Τήν 1η Αὐγούστου 1893, μέ τήν εὐλογία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κροστάνδης, ἐκάρη μοναχός καί στί 6 Αὐγούστου ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Τό 1895 ἐτελείωσε τή θεολογική ἀκαδημία καί στίς 22 Ἰουλίου τοῦ ἰδίου ἔτους ἐχειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
Ὁ νέος ἱερέας Ἀνδρόνικος ἐξεκίνησε τή διακονία του ἀπό τόν Καύκασο, ὅπου διορίσθηκε βοηθητικός ἐπιθεωρητής τῆς ἐκκλησιαστικῆς σχολῆς τοῦ Κουτάϊσι. Τό 1897 ἀπεστάλη στό Ρώσικο Ὀρθόδοξο ἱεραποστολικό κλιμάκιο τῆς Ἰαπωνίας. Ἀναχώρησε γιά τή νέα του θέση περίλυπος ἀπό τήν Ἁγία Πετρούπολη, στίς 21 Σεπτεμβρίου 1897. Ἔφθασε στήν Ὀδησσό καί ἀπό ἐκεῖ ἀνεχώρησε μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Σέργιο (Στραγκορόντσκϊυ) γιά τήν Ἰαπωνία, ὅπου ἔφθασε στίς 26 Δεκεμβρίου. Ἔγραφε γιά τό ταξίδι αὐτό τά ἀκόλουθα: «Ὁ διορισμός μου αὐτός μέ κατέστησε τόσο περίλυπο πού ἔκλαψα. Θά ἤμουν εὐτυχής νά μήν εἶχε συμβεῖ. Δέν πρέπει ὅμως νά ζήσω, ὅπως ἐγώ θέλω, ἀλλά ὅπως ὁ Θεός κελεύει».

Μετά δύο ἔτη ἐπέστρεψε στή Ρωσία, στήν πόλη Ἄρντον, καί ἀνέλαβε, μετά ἀπό παράκληση τοῦ Ἐπισκόπου καί φίλου του, τή διεύθυνση ἑνός ἐκκλησιαστικοῦ σχολείου.
Λίγα χρόνια ἀργότερα, τό 1906, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος τοῦ Κιότο καί ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Βοηθός Ἐπίσκοπος τοῦ Ἁγίου Νικολάου τῆς Ἰαπωνίας.
Τό 1907, ἐκλέγεται ἀναπληρωτής τοῦ Ἐπισκόπου Εὐλογίου τοῦ Χόλμ καί, τό 1908, ἀναλαμβάνει τά καθήκοντά του ὡς Ἐπίσκοπος μίας περιφέρειας τοῦ Νόβγκοροντ. Τό κήρυγμά του εἶναι δυναμικό καί ἀνδρεῖο.
Στίς 30 Ἰουλίου 1914, ἡ Ἐκκλησία τόν τοποθετεῖ ὡς Ἐπίσκοπο Περμίας καί Σολικάμσκ. Ὁ Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ἀρχίζει. Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος διαβλέπει τή βαριά δοκιμασία καί τό φοβερό τοῦ πολέμου, πού χαρακτηρίζει πλήρη βαρβαρότητα, ἠθική πτώχευση καί πνευματική διαστροφή.
Ἀμέσως μετά τόν πόλεμο ξεσπᾶ ἡ ἐσωτερική δοκιμασία τοῦ Ρωσικοῦ λαοῦ. Τό τσάρικο καθεστώς πέφτει μέ τήν ἐπανάσταση τῶν Μπολσεβίκων. Ἔτσι, ὅταν, τό 1918, ἐδημοσιεύθηκε στήν Περμία τό διάταγμα γιά τήν «ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως» καί τό χωρισμό Ἐκκλησίας καί κράτους, ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος ἀντιστέκεται καί θεωρεῖ τούς ἐπαναστάτες ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Πατριάρχης Τύχων τόν ἀνυψώνει στή θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καί ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος γράφει πρός αὐτόν: «Εἶμαι, πρός τό παρόν, ἐλεύθερος, ἀλλά γνωρίζω, ὅτι σύντομα θά μέ συλλάβουν».
Πράγματι! Ὁ Ἅγιος Ἀνδρόνικος συνελήφθη ἀπό τούς ἐπαναστάτες, στίς 4 Ἰουνίου 1918, στίς τρεῖς μετά τά μεσάνυχτα. Ὁ ἐπαναστάτης Μυασνίκωφ ἔγραψε στά ἀπομνημονεύματά του: «Ἐπήγαμε γιά πέντε βέρστια κατά μῆκος τῆς Σιβηρικῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ. Ὁδηγηθήκαμε σέ ἕνα δάσος καί ἐκεῖ ἐσταματήσαμε τά ἄλογα. Ἔδωσα στόν Ἀνδρόνικο ἕνα φτυάρι καί τόν διέταξα νά σκάψει ἕνα τάφο. Ὅταν τελείωσε, προσευχήθηκε πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις καί μετά εἶπε ὅτι περιμένει. Εἶπα ὅτι δέν θά τόν ἐπυροβολοῦσα, ἀλλά θά τόν ἔθαβα ζωντανό, ἂν ἀκύρωνε ὅλα ὅσα εἶχε γράψει καί πεῖ ἐναντίον μας. Ἐκεῖνος ἀρνήθηκε. Τόν ἐσκεπάσαμε μέ λίγο χῶμα καί τόν πυροβολίσαμε».

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἀρχιεπίσκοπος Τσέρνιγκωφ καὶ οἱ σὺν αὐτῷ μαρτυρήσαντες (4 Ιουνίου)

15 Ἅγιος Ἱερομάρτυς Βασίλειος (Μπογκογιαβλένσϊυ) ἐγεννήθηκε τήν 1η Φεβρουαρίου 1867 στό Ταμπώφ. Ἦταν γόνος ἱερατικῆς οἰκογένειας καί ἀνατράφηκε μέ παιδεία καί νουθεσία Κυρίου. Τό 1888 ἐτελείωσε τή σχολή τοῦ Ταμπώφ καί σέ νεαρή ἡλικία, τί ἴδιο ἔτος, ἐχειροτονήθηκε διάκονος. Δύο ἔτη ἀργότερα, στίς 11 Μαρτίου 1890, ἐχειροτονήθηκε ἱερέας, γιά νά καλύψει τίς λειτουργικές ἀνάγκες τοῦ χωριοῦ Ὀβσυάνκι τῆς ἐπαρχίας Ταμπώφ.
Ὅμως τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τό νεαρό ἱερέα ἦταν ἄλλο. Μετά ἀπό ἀνίατη ἀσθένεια, ἡ πρεσβυτέρα του ἐκοιμήθηκε. Ἔτσι ὁ πρεσβύτερος Βασίλειος ἐγκαταβιώνει στή Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νέφσκϊυ καί στίς 14 Αὐγούστου τοῦ ἔτους 1908 κείρεται μοναχός.

Στίς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ ἰδίου ἔτους διορίζεται διευθυντής τῆς θεολογικῆς σχολῆς τοῦ Τσέρνιγκωφ καί χειροθετεῖται ἀρχιμανδρίτης. Τόν ἑπόμενο χρόνο, στίς 26 Ἰουλίου, ἐκλέγεται Ἐπίσκοπος Σούμσκ τῆς ἐπαρχίας Χάρκωβ καί, τό 1911, μετατίθεται στό Νόβγκοροντ – Σεβέρσκ τῆς ἐπισκοπῆς Τσέρνιγκωφ. Ἐδῶ ἐργάζεται ὡς ἀληθινός ποιμένας καί διακρίνεται γιά τά ἔργα φιλανθρωπίας καί εὐποιίας. Στίς 5 Ὀκτωβρίου 1916, σέ ἀναγνώριση τῆς θεοφιλοῦς διακονίας του, ἀνυψώνεται σέ Ἀρχιεπίσκοπο Τσέρνιγκωφ καί Νεζχίν. Παραιτεῖται, ὅμως, τό 1917, καί ἀποσύρεται στή μονή Ζαϊκονοσπασσκϊυ τῆς Μόσχας.
Ὅταν, τό 1918, δολοφονεῖται ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Ἀνδρόνικος, Ἀρχιεπίσκοπος Περμίας, ὁ Ἅγιος Βασίλειος καλεῖται νά ἐρευνήσει ἀπό τό Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν τῆς Μόσχας τά γεγονότα τῆς δολοφονίας. Ἀλλά ἡ δραστηριότητα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐξόργισε τούς ἔνοχους, πού προσπαθοῦσαν νά κρυφθοῦν, γιά νά μήν ἀνακαλυφθοῦν.
Ἔτσι, τό 1919, μεταξύ τῶν πόλεων Περμίας καί Βιάτκα, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Βασίλειος, ὁ ἀρχιμανδρίτης Ματθαῖος, διευθυντής τῆς σχολῆς τῆς Περμίας, καί ἕνας λαϊκός ἐδολοφονήθησαν ἀπό Μπολσεβίκους καί τά σώματά τους ἐρρίφθησαν στό νερό τῆς γέφυρας Κάμα. Οἱ Χριστιανοί ἐπῆραν τά τίμια λείψανά τους καί κρυφά τά ἐνταφίασαν. Σύντομα ὁ τόπος τοῦ ἐνταφιασμοῦ τους ἔγινε προσκύνημα καί τόπος ἁγιασμοῦ καί θαυμάτων. Γιά τό λόγο αὐτό οἱ ἐπαναστάτες κατέστρεψαν τό μνημεῖο τοῦ ἐνταφιασμοῦ καί ἔκαψαν τά ἱερά λείψανα.

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Programma1

Nisteiodromio1
1 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
2 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
3 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι και
ο οίνος
 
 
4 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 
5 Ιουνίου 2020
Νηστεία-  Επιτρέπεται το λάδι
και ο οίνος
 
 
6 Ιουνίου 2020
 Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 
 7 Ιουνίου 2020
   Επιτρέπονται όλες οι τροφές
 

To πρόσωπο του Αναδόχου είναι ιερό, συνάπτει δεσμούς πνευματικής συγγένειας με τον Αναδεκτό και την οικογένειά του. Και λόγω της φύσεώς του λειτουργήματός του επιβάλλεται να τυγχάνει εμπιστοσύνης και εγκρίσεως της Εκκλησίας. Ο Ανάδοχος πρέπει να ξαναβρεί το ρόλο του, δηλ να γίνει για τον Αναδεκτό «εγγυητής εις Χριστόν, ώστε τηρείν τα της πίστεως και Χριστιανικώς ζήν».
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει: «Ότι αν οι Ανάδοχοι ήξεραν το τι λένε, τι υπόσχονται κατά τις κατηχήσεις και το βάπτισμα και τι μεγάλη ευθύνη αναλαμβάνουν, δεν θα ήθελαν να βαπτίσουν, ούτε και αν με θερμά παρακάλια τους παρότρυναν».
Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης αναφέρει σχετικά με τον Ανάδοχο: «Αναδόχους ποιείσθαι φιλευσεβείς και διδασκάλους σχεδόν της πίστεως».
Ο σύγχρονος άγιος κοιμηθείς Γέροντας της Ρουμανίας π.Κλεόπας Ήλιε έλεγε για τους Αναδόχους: «Αντιλαμβάνονται όσοι γίνονται Ανάδοχοι, ότι θα δώσουν λόγο ενώπιον του θεού για τα πνευματικά των παιδιά; Μπορούμε να πούμε ότι πολλοί Ανάδοχοι σώζονται από τα πνευματικά τους παιδιά, εάν τα αναθρέψουν με φόβο θεού. Αλλά οι περισσότεροι τιμωρούνται για την οκνηρία και αδιαφορία των προς τα πνευματικά τους παιδιά».
Γενικά-εισαγωγικά
1. Ο Ανάδοχος είναι ο πνευματικός πατέρας ή η πνευματική μητέρα.
2. Ο Ανάδοχος προκειμένου να αναλάβει τη βαριά διακονία του οφείλει να είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, όχι μόνο στα χαρτιά του, αλλά και σε όλη τη βιωτή του.
3. Ο Ανάδοχος οφείλει να κάνει Μυστηριακή ζωή, να μετέχει απαραιτήτως των μυστηρίων της εξομολογήσεως και της τακτικής θείας Κοινωνίας.
4. Ο Ανάδοχος οφείλει να μελετά το Λόγο του Θεού, όπως αυτός είναι αποτυπωμένος μέσα στην Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη.
5. Ο Ανάδοχος οφείλει απαραιτήτως να εκκλησιάζεται τακτικά, να έχει γνήσια λειτουργική ζωή και όχι μόνον κατά τις μεγάλες εορτές της Χριστιανοσύνης, Πάσχα και Χριστούγεννα, και μάλιστα μόνο για άναμμα κεριού ή στο προαύλιο του ναού.
6. Ο Ανάδοχος οφείλει να γνωρίζει εκτός της Αγίας Γραφής και τους βίους των Αγίων, Πατερικά συγγράμματα, τα λεγόμενα θρησκευτικά βιβλία. Να γνωρίζει καλά την ορθόδοξη πίστη.
7. Ο Ανάδοχος οφείλει να τηρεί κατά γράμμα τις Παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, όπως νηστείες και προσευχές. Δεν μπορεί για παράδειγμα να πηγαίνει ο Ανάδοχος τον Αναδεκτό του στο ναό για να τον μεταλάβει κι ο ίδιος ποτέ του να μη δίδει πρώτος το παράδειγμα της μετοχής στα Άχραντα Μυστήρια.
8. Ο Ανάδοχος οφείλει εκτός των υλικών δώρων, τα οποία για την Εκκλησία θεωρούνται υποδεέστερα, όποιας μάρκας κι αν αυτά είναι, να προσφέρει πνευματικά δώρα, όπως είναι πνευματικά βιβλία, CD, DVDκ.α
9. Ο Ανάδοχος οφείλει να μαθαίνει στον Αναδεκτό του την προσευχή, τον τακτικό εκκλησιασμό, τις επισκέψεις σε μέρη πνευματικά, ως είναι οι εκκλησίες μας, τα μοναστήρια μας, τα κατηχητικά σχολεία, οι πνευματικές κατασκηνώσεις, συνάξεις κ.α
10. Ο Ανάδοχος οφείλει να συμβάλει για την ορθόδοξη πνευματική πορεία του Αναδεκτού του. Δεν νοείται ο Ανάδοχος να βλέπει μόνο τον Αναδεκτό του μία ή δύο φορές το χρόνο. Η τακτική επικοινωνία μεταξύ τους θεμελιώνει γερές πνευματικές βάσεις και μάλιστα σε εποχές δύσκολες πού όλα γύρω μας είναι διαβρωμένα και σάπια. Ο Ανάδοχος μπορεί να ορθώσει λόγο δυνατό και πολλές φορές καθοριστικό σε λάθος επιλογές του Αναδεκτού του και να αποτρέψει κάτι που ούτε η ίδια η οικογένεια μπορεί να πετύχει. Για να γίνει όμως αυτό θα πρέπει οι σχέσεις μεταξύ των γονέων, Αναδόχου και Αναδεκτού να είναι σταθερές και ακύμαντες από μικρότητες που δημιουργεί ο κοσμικός βίος. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος είναι πρόσωπο του σπιτιού, έχει λόγο, δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, ούτε εκλαμβάνεται ως δωροθέτης και «Santa Claus».
11. Ο Ανάδοχος ενδιαφέρεται για τις πνευματικές επιδόσεις του Αναδεκτού του όποιες και αν είναι αυτές, χαίρεται όταν υπάρχει χαρά και κλαίει μαζί του όταν υπάρχει αποτυχία, δυστυχία και θλίψη. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού υπάρχει ένας πνευματικός δεσμός μεγάλος που δεν μπορεί να διαρραγεί με τίποτα. Δηλαδή κι αν ακόμη ο Αναδεκτός έχει παιδί ίδιας ηλικίας με το βαπτιστήρι του πρέπει, όπως αγωνίζεται για το ίδιο το σαρκικό του παιδί, εξίσου να πασχίζει και για το πνευματικό του παιδί. Οι ίντριγκες και τα φαβορί που κατά καιρούς συμβαίνουν στην παραπάνω περίπτωση δεν ανήκουν σε αληθινές πνευματικές σχέσεις που δημιουργεί η Αναδοχή, αλλά σε επιφανειακές σχέσεις που έχουν μεταξύ Αναδόχου και Αναδεκτού ημερομηνία λήξεως.
12. Ο Ανάδοχος δεν τελειώνει το έργο του στο ναό ανήμερα στης Βαπτίσεως. Ούτε όλη η γιορτή, ή το πανηγύρι όπως κάποιοι το ονομάζουν, τελειώνει με ένα τραπέζι που οφείλουν να κάνουν οι γονείς του νεοβαπτιζόμενου σ’αυτόν. Αλλά ίσα ίσα από την ημέρα της βαπτίσεως ο Ανάδοχος επωμίζεται μεγάλη πνευματική ευθύνη. Μπορεί σήμερα η επιδερμική προσέγγιση του μυστηρίου να μην οδηγεί στο ποθούμενον της ορθοδόξου καθιερώσεως του σκοπού του θεσμού του Αναδόχου αλλά αυτό δεν αίρει την αληθινή αιτία υπάρξεως του, ασχέτως με τον τρόπο που σήμερα αυτός ο θεσμός προσεγγίζεται. Η κατάσταση αυτή δεν ζημιώνει αυτή την ίδια την ύπαρξη της Θεοΐδρυτης Εκκλησίας, αλλά αδικεί όλους εμάς που δεν συμμορφωνόμεθα στις Εντολές του Θεού, της Αγίας μας Εκκλησίας και των Ιερών Παραδόσεων μας. Ως εκ τούτου ο Ανάδοχος οφείλει και πρέπει να βρει και πάλι τον αρχικό του σκοπό υπάρξεως, που δεν είναι άλλος, του πνευματικού πατέρα και εν Χριστώ αδελφού.
13. Στην αρχαία Εκκλησία των πρώτων αιώνων υπάρξεώς Της ο Ανάδοχος ως θεσμός δεν υπήρχε στη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα γιατί τα Βαπτίσματα των χριστιανών γίνονταν σε προχωρημένη ηλικία. Αυτό σήμαινε ότι ο βαπτιζόμενος όχι μόνον είχε επίγνωση του τι έκανε, αλλά προκειμένου να ασπαζόταν τον Χριστιανισμό έπρεπε να περάσει από δοκιμασία εξετάσεων, σχετικά με την πιστοποίηση της Ορθοδοξίας και Ορθοπραξίας του. Γεγονός που διασφάλιζε την υγιά παρουσία του μέσα στην Εκκλησία. Από τότε που στην Εκκλησία μας καθιερώθηκε ο νηπιοβαπτισμός ως απαραίτητος θεσμός την ευθύνη για την πνευματική άνδρωση των νηπίων, μαζί με τους γονείς αναλαμβάνουν και οι Ανάδοχοι. Η παρουσία των Αναδόχων είναι λοιπόν εκ προοιμίου μια ασφαλιστική δικλείδα για την Εκκλησία, ότι το νήπιο θα αναπτυχθεί εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, μέσα στο Ορθόδοξο περιβάλλον της χριστιανικής κατά πάντα οικογένειας, μέσα στον Ορθόδοξο ναό με τον τακτικό Εκκλησιασμό και τη αδιάλειπτη άσκηση της Μετοχής των Αχράντων Μυστηρίων και της προσευχής. Αυτήν την εγγύηση της ορθοδοξότητας των βαπτισμένων πιστών μελών Της η Εκκλησία την φιλτράρει δια μέσου των Ορθοδόξων Αναδόχων, πιστών κατά πάντα τέκνων της. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι για να γίνει κάποιος Ανάδοχος οφείλει να έχει τη σφραγίδα της Ορθοδοξότητάς του. Αυτό η Εκκλησία το διασφαλίζει ανά τους αιώνες με το μυστήριο της Εξομολογήσεως. Άρα Ανάδοχος μπορεί να γίνει μόνον εκείνος που μετανοεί και κατά συνέπεια εκείνος που κάνει πνευματική ζωή. Δηλαδή Ανάδοχος γίνεται ο κάθε αμαρτωλός, ενσυνείδητα όμως μετανοημένος, δια του μυστηρίου της Εξομολογήσεως.
14. O Aνάδοχος οφείλει να σέβεται την Εκκλησία και το ιερατείο. Δεν μπορεί να αναλαμβάνει κάποιος να βαπτίσει και να αποστρέφεται την Εκκλησία και τους υπουργούς των Ιερών Μυστηρίων Της, δηλαδή τους ιερείς. Οφείλει ο κάθε Ανάδοχος να αποδέχεται τις πνευματικές συστάσεις και νουθεσίες των ιερέων χωρίς εγωισμούς και απαξιώσεις. Τελευταίως, εξαιτίας του ότι πολλοί εκ των πιστών μας έχουν απομακρυνθεί από την Εκκλησία απόμεινε στους ιερείς να κρατούν, ως μόνοι θεματοφύλακες, τις Ιερές Παραδόσεις της Ορθοδοξίας. Αυτό έχει ως συνέπεια να δέχονται εκ μέρους των «πιστών» πολλές φορές απειλές για δημοσιεύσεις σε ΜΜΕ και εξευτελισμούς προκειμένου να επιτύχουν αυτοί το όποιο απάδον προς τα θεσμά της Εκκλησίας θέλημά τους. Για παράδειγμα τελευταίως πολλά ευτράπελα συμβαίνουν στους ναούς εκ μέρους των Αναδόχων, αλλά και των γονέων των νηπίων που προσέρχονται στους Ορθόδοξους Ναούς μας. Π.χ εμφανίζονται Ανάδοχοι που πλήρωσαν για πολύχρωμα μπαλόνια να επιθυμούν το στολισμό τους μέσα στους Ιερούς Ναούς. Κάποιοι άλλοι σκέπτονται να παρουσιάσουν προγράμματα ζογκλέρ και κλόουν μέσα στο ναό, προκειμένου να διασκεδάσουν τους παρευρισκομένους , κάποιοι άλλοι επιμένουν στο στολισμό της κολυμβήθρας, ως μη όφειλε περιττά έξοδα, με κάθε είδους στολίσματα. Και μπορεί εν πρώτοις να αποδέχεται η Εκκλησία τα στολίσματα με αληθινά άνθη, καθότι στολίζει και η ίδια τα εικονίσματα των Αγίων της μ’αυτά, όμως απάδει στο στολισμό της κολυμβήθρας να κρέμονται κλόουν, παιχνιδάκια, αυτοκινητάκια, αρκουδάκια, ψαράκια κι αυτά ακόμη τα άνθη και ο,τιδήποτε ακαθόριστο και βέβηλο για το ίδιο το Μυστήριο. Πόσο μάλλον όταν ειδωλολατρικές μορφές και σχήματα προβάλλονται μέσα στον ορθόδοξο χώρο της.
15. Εκτός τούτων των ανωτέρω πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Ανάδοχοι οφείλουν να εμβαθύνουν και στους διάφορους ακόμη συμβολισμούς των τελουμένων στο μυστήριο του Βαπτίσματος, αλλά και των ειδών που χρησιμοποιούνται στο μυστήριο. Είδη όπως έλαιο, πρέπει πάντοτε να είναι ελαιόλαδο, λαμπάδες από γνήσιο κερί μελίσσης, λαμπάδα βαπτίσεως και όχι στάτ κεριού με στολίσματα εξεζητημένα και προσβλητικά καθότι κατά την ψαλμωδία του «όσοι εις Χριστόν» θα πρέπει ο Ανάδοχος μετά λαμπάδος και νεοβαπτιζομένου να κάνουν γύρους πέριξ της κολυμβήθρας. Αλλά και τα ρούχα, τα λεγόμενα «εμφώτια» του νεοβαπτιζομένου πρέπει να είναι λευκά, γιατί συμβολίζουν την αγνότητα και καθαρότητα. Ως εκ τούτου χρωματιστά ρούχα, χρωμάτων μπλε για τα αγοράκια και ροζ ή κόκκινα για τα κοριτσάκια απάδουν στον ανωτέρω συμβολισμό και δεν γίνονται αποδεκτά από την Εκκλησία.
16. Το πόσο σπουδαία θεωρεί την πνευματική σχέση μεταξύ αναδόχου και αναδεκτού η Ορθόδοξη Εκκλησία φαίνεται και εκ του γεγονότος ότι θεωρεί αυτή τη σχέση πλέον ως συγγένεια και για τον λόγο αυτό κωλύει(=απαγορεύει) την τέλεση θρησκευτικού γάμου μεταξύ τους. Φυσικά το κώλυμα αυτό ίσχυε στην Ορθόδοξη Ελλάδα μας μέχρι τότε που ήταν σε ισχύ Νόμου μόνον ο θρησκευτικός γάμος. Από τότε όμως που εισήχθη και ισχύει στην Ελλάδα ο πολιτικό γάμος (1982) το κώλυμα αυτό δεν ισχύει πλέον για την πολιτεία. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία ισχύει ως κώλυμα και είναι μεγάλη αμαρτία.
17. Ένα παράδοξο φαινόμενο που παρατηρείται τελευταίως στην Εκκλησία μας είναι η παρουσία πολλών Αναδόχων. Αυτό δεν συνηθίζεται κατά την Ορθόδοξη Παράδοσή μας. Η ικανοποίηση πιθανόν πολλών φίλων μας και η ωφεμιλιστική εμπορευματοποίηση του Μυστηρίου εκ μέρους των γονέων, τους οδηγεί να επιλέγουν πολλούς Αναδόχους, τρεις, τέσσερις, πέντε, έξι κ.ο.κ Όμως αυτό αντιβαίνει καθ’ολοκληρίαν στο γεγονός ότι εκ της κολυμβήθρας ένας κανονικά αναδέχεται στην αγκαλιά του τον Αναδεκτό του. Δεν είναι δυνατόν σε τρεις αγκαλιές να αναδεχθεί το νήπιο, πολύ μάλιστα περισσότερο όταν οι Ανάδοχοι είναι περισσότεροι. Ας είμαστε πιο συγκρατημένοι σε τέτοιου είδους αποφάσεις εμείς οι μεγαλύτεροι γονείς. Το παιδί πρέπει να έχει έναν Ανάδοχο, να τον γνωρίζει και να συναναστρέφεται μαζί του. Καθίσταται δύσκολο οι πολλοί Ανάδοχοι να βλέπουν είτε από κοινού τον Αναδεκτό τους είτε χωριστά. Μάλιστα σήμερα που τα προγράμματα των ανθρώπων είναι τόσο δύσκολα και ο χρόνος επαφής καθίσταται πολυτέλεια, αντιλαμβανόμεθα τι θα γίνεται όταν οι τρεις, τέσσερις ή και παραπάνω Ανάδοχοι αποφασίζουν σε διαφορετικές ημέρες και ώρες να συναντούν τον Αναδεκτό τους!
Ορισμένα πράγματα πρέπει να τα βλέπουμε όχι βραχυπρόθεσμα αλλά μακροπρόθεσμα. Όπως η σαρκική πατρότητα χρεώνεται στον πατέρα του παιδιού, έτσι και η πνευματική πατρότητα ασκείται από έναν Ανάδοχο, και όχι από πολλά πρόσωπα. Εάν ακόμα είναι μόδα οι πολλοί Ανάδοχοι, να ξέρουμε ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει μόδα, αλλά πίστη. Ως εκ τούτου είναι διαφορετικά το να ζει κάποιος εκκλησιαστικά, από κάποιον άλλο που ζει μόνον κοσμικά. Αυτό άλλωστε είναι και το μεγάλο πρόβλημα της Εκκλησίας μας, ότι ενώ η ίδια δεν μπορεί να συμβουλεύει για τη μόδα, το τι θα φορεθεί μια σαιζόν ή να προτείνει δια μέσου των Μ.Μ.Ε. για τρόπους ζωής ή ηθικής τον κόσμο, ο κόσμος που ζει μακριά από αυτήν(ενν. την Εκκλησία) να προσπαθεί να εισάγει καινοφανή ήθη και έθιμα, απάδοντα προς την ίδια την Εκκλησία και μάλιστα απαιτητικά και απειλητικά! Αυτό όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί με τίποτε άλλο, εκτός από εκκοσμίκευση και αλλοίωση των Ορθοδόξων Παραδόσεων μας που θεματοφύλακες τυγχάνουν οι επίσκοποι και το ιερατείο. Ως εκ τούτου κάθε φορά που προσπαθούν να εισάγονται νέα έθιμα και πρωτοτυπίες επιδειξιομανίας στα της Εκκλησίας μας, εκείνο που πρέπει να γίνεται, όχι μόνον εκ μέρους των κληρικών, αλλά και εκ μέρους των πιστών, που αγαπούν και σέβονται την Εκκλησία, είναι η απόρριψη και η συμμόρφωση στα της Ιεράς Παραδόσεώς μας, κατά το του αποστόλου Παύλου «στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις». Για παράδειγμα η νεοφανής συνήθεια να στολίζονται με μπαλόνια οι Ναοί εξωτερικά κατά τα Βαπτίσματα, αντί να ιεροποιεί τον χώρο που προσερχόμαστε να αγιασθούμε, τον αποιεροποιεί, οπότε εύκολα χάνεται και ο προσανατολισμός για τον οποίο και προσερχόμαστε, δηλ. ο αγιασμός μας.
18. Με τα όσα προαναφέραμε καλό θα είναι όσοι σκέπτονται να γίνουν Ανάδοχοι να κάνουν πρώτα οι ίδιοι πνευματική υπακοή σε πνευματικό-εξομολόγο, να δείχνουν επίγνωση της εκκλησιαστικής ζωής τους και να μορφώνονται ζώντας χριστιανικά τον εν Τριάδι Θεό, ούτως ώστε να φέρουν σε αίσιον πέρας το δύσκολο έργο τους που είναι η πνευματική πατρότητα. Στην προοπτική αυτή, καλόν θα είναι και οι κληρικοί να έχουν μια καλή επαφή ή καλύτερα να οργανώνουν κάποιες συναντήσεις με τους Αναδόχους πριν τη βάπτιση. Στις επαφές αυτές ο ιερεύς μπορεί να καθοδηγεί σωστά τον μέλλοντα Ανάδοχο. Κατά ενορίες μπορεί να συστήνονται και «Σχολές Αναδόχων» για την προετοιμασία καλών και χριστιανών Αναδόχων.

ΠΗΓΗ: Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέλεις να γίνεις ανάδοχος;» του π.Θεμιστοκλέους Στ.Χριστοδούλου, εκδόσεις Ομολογία